Legislator Case Law & Legislation
723/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's refusal to pay check, ruling non-payment due to lack of funds constitutes civil damage under Art. 79 of Law 5960/1933.

Case Number 723/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing the claim for damages. The appellant alleged the bank wrongfully refused to pay a check after the drawer ordered the issuing bank to stop payment due to the check's theft, despite the drawer having sufficient funds. The Court held that the lower court erred by focusing on the recall of the payment order rather than the drawer's knowledge of insufficient funds at the time of presentation, which constitutes a civil wrong under Article 79 of Law 5960/1933. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the respondent bank ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79 of Law 5960/1933; Articles 914 of the Civil Code: The court established that a drawer who knowingly issues a check without available funds, causing non-payment upon presentation, commits a civil wrong liable for damages, and the lower court erred by misapplying this rule by focusing on the recall of the payment order instead of the drawer's knowledge of insolvency.

Keywords

AI generated
check non-payment insufficient funds civil liability Law 5960/1933 bank refusal damages claim drawer knowledge

Cited Legislation

AI generated
Article 79 of Law 5960/1933
Article 914 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, first part of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 723/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πασχάλη Λαμπρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω ΚΑΤΑ του Υποκαταστήματος αυτής που εδρεύει στην Καβάλα εκπροσωπουμένου νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σιμιτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2001 προδικαστική, 126/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 79 ν. 5960/1933, 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή σε διαταγή εν γνώσει ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της εκδόσεως, είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της παρά το νόμο, δηλαδή παρά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη του εκδότη ως ποινικό αδίκημα και έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής.

Εξάλλου, με μη πληρωμή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα εν γνώσει του εκδότη ισοδυναμεί και η μη πληρωμή ύστερα από εντολή του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα να μην πληρώσει την επιταγή από διαθέσιμα σ' αυτήν κεφάλαιά του και συμμόρφωση της τράπεζας προς την εντολή αυτή, αφού έτσι τα κεφάλαια αυτά μεταβάλλονται σε μη διαθέσιμα, η δε γνώση του περιστατικού αυτού από τον εκδότη που έδωσε τη σχετική εντολή είναι αυτόδηλη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Τον Μάρτιο του 1995, ο Ψ1, με το πρόσχημα εκκαθαρίσεως οφειλής του προς τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) ποσού 70.000 γερμανικών μάρκων, που προερχόταν από παλαιότερη συναλλαγή τους αλλά και για την πραγματοποίηση νέας συναλλαγής, και ειδικότερα αγοράς μοτοσυκλετών, προσεκάλεσε αυτόν (ενάγοντα) να τον επισκεφθεί στη Θεσσαλονίκη.

Για να τον πείσει μάλιστα για την φερεγγυότητά του του έστειλε με τηλεομοιοτυπία (FAX) αποδεικτικό έγγραφο τραπεζικής καταθέσεως ποσού 1.000.000 γερμανικών μάρκων, που διατηρούσε στην εναγόμενη Τράπεζα. Ο ενάγων, μη γνωρίζοντας μέχρι τότε την αξιόποινη δραστηριότητα του Ψ1 στην Ελλάδα, μετέβη στις 3-4-1995 στη Θεσσαλονίκη.

Εκεί, αφού συμφωνήθηκε η πώληση από τον ενάγοντα στον Ψ1 108 μοτοσυκλετών, συνολικής αξίας 954.635 γερμανικών μάρκων, ο δεύτερος απήγαγε με τη βοήθεια και άλλων συνεργών του τον πρώτο και, αφού τον οδήγησε στην περιοχή ..... Καβάλας, όπου τον κράτησε παράνομα μέσα σε τροχόσπιτο, τον εξανάγκασε, με την απειλή όπλου, να επικοινωνήσει με τους συνεργάτες του στη Γερμανία, προκειμένου να τους δώσει εντολή να αποστείλουν τις μοτοσυκλέτες στην Ελλάδα, ώστε να περιέλθουν στην κατοχή του.

Προηγουμένως, ο Ψ1 ζήτησε από την εναγομένη Τράπεζα, να εκδώσει εις διαταγήν του την επίδικη υπ' αριθ. .... επιταγή ποσού 250.000 γερμανικών μάρκων, την οποία πράγματι η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) δια των αρμοδίων υπαλλήλων της εξέδωσε στις 5-4-1995. Η επιταγή αυτή, που είχε ως τόπο εκδόσεως την Καβάλα, ήτοι το εκεί υποκατάστημα της εναγομένης, ήταν πληρωτέα από τη γερμανική Τράπεζα DRESNER BANK, που συνεργαζόταν με την εναγομένη.

Την επιταγή αυτή ο Ψ1 μετεβίβασε αυθημερόν (5-4-95) με οπισθογράφηση στον ενάγοντα, για να καλύψει με αυτήν, μέρος της οφειλής του από την προαναφερόμενη αιτία. Ο ενάγων, αφού παρέλαβε την επιταγή οπισθογραφημένη από τον Ψ1, υποχρεώθηκε από τον τελευταίο να τη στείλει με FAX στην επιχείρησή του στη Γερμανία, ώστε να πεισθούν οι υπάλληλοί του ότι αυτός είχε λάβει προκαταβολή για τις πωλούμενες μοτοσυκλέτες, όπως είχε συμφωνηθεί και να τις αποστείλουν στην Ελλάδα, όπως και έγινε.

Στις 6-4-1995, ο ενάγων κατόρθωσε να διαφύγει από το τροχόσπιτο, όπου εκρατείτο παρά τη θέλησή του, έχοντας λάβει μαζί του την επίδικη επιταγή, και στις 7-4-95, με τη βοήθεια του γερμανικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης επέστρεψε στη Γερμανία. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Ψ1 είχε διαπράξει στις 29-1-1995 όμοιες αξιόποινες πράξεις σε βάρος και δύο άλλων γερμανών υπηκόων, υπαλλήλων της Τράπεζας VOLKSBANK.

Για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του ο Ψ1 καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε πολυετείς ποινές καθείρξεως. Δύο ημέρες μετά την έκδοση και οπισθογράφηση της επιταγής και συγκεκριμένα, στις 7-4-95, ο Ψ1 εμφανίσθηκε στο κατάστημα της εναγομένης και δήλωσε ότι, ο ενάγων, στον οποίο αρχικά είχε μεταβιβάσει την επιταγή, αργότερα, λόγω λήξεως του λόγου μεταβιβάσεώς της, του επέστρεψε τον τίτλο, πλην όμως εν συνεχεία του τον αφαίρεσε παράνομα.

Για το λόγο αυτόν ο Ψ1 ζήτησε εγγράφως να μην πληρωθεί η επιταγή, υποβάλλοντας και υπεύθυνη δήλωση, υπογεγραμμένη από τον ίδιο, στην οποία δήλωνε ότι η επιταγή είχε κλαπεί από τον ενάγοντα. Επιπλέον, ενημέρωσε τους υπαλλήλους της εναγομένης ότι είχε υποβάλει ενώπιον του Α.Τ. Πέρνης την από 6-4-95 έγκλησή του κατά του ενάγοντος για υπεξαγωγή εγγράφου.

Οι υπάλληλοι της εναγομένης, δεν είχαν λόγο να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία του Ψ1 , ο οποίος μάλιστα διέθετα και σημαντική περιουσία, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν στην διάθεσή τους, και γι αυτό την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 7-4-95, ζήτησαν από την πληρώτρια Τράπεζα (DRSNER BANK) να μην πληρώσει την επιταγή κα να την επιστρέψει προς ακύρωση.

Ετσι, η επιταγή αυτή, ενώ εμφανίσθηκε από τον ενάγοντα προς πληρωμή, στις 18-4-1995, ήτοι εμπροθέσμως, εφόσον επρόκειτο για επιταγή πληρωτέα στην αλλοδαπή και στην ίδια ήπειρο, δεν πληρώθηκε λόγω της παραπάνω εντολής της εναγομένης προς την πληρώτρια Τράπεζα. Ακολούθως, στις 12/4/1995 η εναγομένη επέστρεψε στον λογαριασμό του Ψ1 το ποσό της επιταγής (250.000 γερμ.

μάρκα) που είχε λάβει από αυτόν για την πληρωμή της επιταγής. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ευθύνη της εναγομένης τράπεζας ως προς την ανάκληση της εντολής πληρωμής, διότι αυτή έγινε κατόπιν εντολής του Ψ1 και αφού δόθηκαν από αυτό εξηγήσεις και προσκομίσθηκαν "Τα απαραίτητα έγγραφα", ενώ εξάλλου αγνοούσε την αξιόποινη συμπεριφορά του Ψ1 εις βάρος του ενάγοντος, μη έχοντας από την πλευρά του τελευταίου οποιαδήποτε ενημέρωση.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933, μη εφαρμόζοντας αυτές αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, αν και ενόψει των πραγματικών παραδοχών του, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, την απέρριψε, μετατοπίζοντας το ζήτημα της υπαιτιότητας από το κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός της υπάρξεως ή μη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, στο μη κρίσιμο, ως μη αναφερόμενο σε στοιχείο της αγωγικής βάσεως, γεγονός της ανακλήσεως της εντολής προς πληρωμή εκ μέρους της εκδότριας της επιταγής εναγομένης και των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση αυτή.

Επομένως, ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3/2005 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ