Legislator Case Law & Legislation
722/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations due to insufficient reasoning in lower court decision.

Case Number 722/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to properly justify why the statute of limitations was interrupted for specific claims. The court found the reasoning insufficient and insufficiently explained how the interruption occurred for the relevant period.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(19), 576(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if its reasoning is inadequate to establish the interruption of the statute of limitations, necessitating remittal for further examination.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation insufficient reasoning appeal against judgment remittal for retrial legal costs allocation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 576(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 281(2) of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 722 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 722/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αχαρνών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Αχαρναίς Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μαμάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Γ., 2) Ρ. Κ. του Π., τέως σύζυγος Π. Γ., 3) Κ. Δ., 4) Π. Ε., 5) Η. Θ., 6) Ε. Κ., 7) Χ. Κ., 8α)Σ. Σ. το γένος Ε. Σ., χήρα Κ. Κ., ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, 8β) Χ.-Ε. Κ. του Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Κ., 8γ) Γ. Κ. του Κ. Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Κ., 8δ) Π. Κ. του Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Κ., 8ε) Ε. - Β. Κ. του Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Κ., 8στ) Ε.-Ζ. Κ. του Κ. Κ. και της Σ. Σ. (λόγω ενηλικίωσης) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Κ., 9) Ο. Κ. του Μ., 10)Χ. Κ. του Δ., 11) Σ. Λ. του Δ., 12) Α. Μ. του Η., 13) Θ. Ν. του Κ., 14) Χ. Π. του Ε., ως αποκλειστικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Ε. Π., 15) Ε. Π. του Α., 16) Δ. Π. του Σ., 17) Α. Π. του Π., 18) Ε. Ρ. του Γ., 19) Ε. Ρ. του Ν. Μ., ως αποκλειστικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας Ε. Ρ., 20) Μ. Σ. του Ι., 21) Α. Σ. του Α., τέως σύζυγος Κ. Κ., 22) Ι. Τ. του Χ. και 23) Γ. Τ., κατοίκων απάντων Αθηνών, εκ των οποίων ο με α/α 23ος δεν παραστάθηκε, άπαντες οι λοιποί παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 289/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5299/2018 μη οριστική και 5918/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 23-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν τη διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιός εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 19/2020, 177/2018).

Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, 177/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 23-6-2021 και με αριθ. κατάθ. 4806/642/23-6-/2021 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο 23ος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Τ., ούτε έχει κατατεθεί κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιός των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Η δε υπό των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων επίκληση, για την απόδειξη της υπ' αυτών επίσπευσης της συζήτησης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με αρ. ...-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Γ. Μ., αφορά την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου στον αναιρεσείοντα Δήμο.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι έχουν κλητεύσει τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο για την σημερινή δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 322/2022, 1366/2021, 491/2019).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι οι ενάγοντες κατά το (επίδικο) χρονικό διάστημα, απασχολήθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο, όπως προεκτέθηκε, επί 22 ημέρες το μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι Κυριακές και αργίες, ενώ παρείχαν και νυχτερινή εργασία.

Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα της απασχόλησής τους οι ενάγοντες ελάμβαναν μόνο την ημερήσια αμοιβή ποσού 35,22 ευρώ, χωρίς να τους καταβάλλονται τα επιδόματα γάμου, εορτών και αδείας καθώς και έξοδα κίνησης, προσαύξηση για παροχή νυκτερινής εργασίας, καθώς και για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες, ούτε αμοιβή για την παρασχεθείσα παράνομη υπερωρία για τα έτη 2001-2006 όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη.

Πρέπει, να σημειωθεί ότι ως προς τις ημέρες και ώρες απασχόλησης των εναγόντων καθώς και ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών τους και τον τρόπο υπολογισμού αυτών δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, οι ενάγοντες υπέβαλαν στο δεύτερο εναγόμενο στις 10-5-2006 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ξ.

Κ. του Β.) την από 27-12-2005 ομαδική αίτηση διαμαρτυρίας με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν τα οφειλόμενα για τα έτη 2001-2005, ποσά για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας, προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και τις νυχτερινές ώρες και το οικογενειακό επίδομα. Το έγγραφο αυτό δεν επέφερε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων που γεννήθηκαν από 1-1-2001 έως 9-5-2004, οι οποίες είχαν ήδη παραγραφεί, αφού από τη γέννησή τους μέχρι τις 10-5-2006 παρήλθε διετία.

Αντίθετα, η εν λόγω αίτηση, στην οποία, το εναγόμενο δεν απάντησε, είχε ως αποτέλεσμα α) τη διακοπή της (διετούς) παραγραφής στις 10-5- 2006 ως προς τις αξιώσεις από 10-5-2004 έως 10-5-2006 και β) την έναρξη εκ νέου, από 10-11-2006, της διετούς παραγραφής, ως προς τις ως άνω (α) αξιώσεις. Ακολούθως, οι ενάγοντες κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αριθ.

εκθ. καταθ. 2806/2007 αγωγή που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 28/12/2007 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Μ.). Από το περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής προκύπτει ότι, αυτή αφορά μεν στην ίδια με την υπό κρίση αγωγή νομική αιτία, πλην όμως τα αιτούμενα με την αγωγή στο Ειρηνοδικείο κονδύλια, δεν ταυτίζονται πλήρως με αυτά της υπό κρίση αγωγής.

Ειδικότερα, αν και στο κείμενο της αγωγής αυτής (ενώπιον του Ειρηνοδικείου), αναφέρεται ότι οι ενάγοντες έχουν αξιώσεις για τα έτη 2001-2006 και για αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης και για επιδόματα αδείας και εορτών, τελικώς οι αξιώσεις, για τις οποίες ζητούν δικαστική προστασία και για τις οποίες υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας αφορούν πλην άλλων που δεν ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, την προσαύξηση για την παροχή νυχτερινής εργασίας, την προσαύξηση για την εργασία σε Κυριακές και αργίες και τα έξοδα κίνησης, για τις οποίες (αξιώσεις) και μόνον η άσκηση της ως άνω αγωγής διέκοψε τη (νέα) διετή παραγραφή των αξιώσεων αυτών για το χρονικό διάστημα από 10-5-2004 έως 10-5-2006, που είχε αρχίσει, όπως προαναφέρθηκε, από 10-1 1-2006, καθώς και των ίδιων αξιώσεων για το έτος 2006.

Η αγωγή αυτή είχε προσδιορισθεί για να δικασθεί στη δικάσιμο της 8-5-2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε (οπότε από 8-5-2008 νέα διακοπή της παραγραφής) για τη δικάσιμο της 11ης-5-2009, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε και συνεπώς αρχίζει νέα διετής παραγραφή. Ακολούθως, με την από 22-4-2010 κλήση των εναγόντων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 26-4-2010 (νέα διακοπή της παραγραφής) και επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 30-4-2010 (βλ.

την υπ' αριθ. ...-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Μ.), προσδιορίστηκε η ως άνω αγωγή για να δικασθεί στις 1-3-2011, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3ης-2-2012, διακόπτοντας έτσι εκ νέου την παραγραφή (από 1-3-2011), οπότε και ματαιώθηκε. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής στις 25-5-2011 ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ.

τα υπ' αριθ. 2030/25-5-2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Στη συνέχεια, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 25-11-2011 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Π. Π.). Μετά τα παραπάνω, έχουν υποκύψει στη (διετή) παραγραφή οι αξιώσεις των εναγόντων για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα των ετών 2001-2006, για το επίδομα αδείας και δώρου Πάσχα, καθώς και για το επίδομα γάμου των ετών 2004, 2005 και 2006 που ασκήθηκαν το πρώτον με την ένδικη αγωγή.

Αντίθετα έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων που αφορούν τα έξοδα κίνησης καθώς και την προσαύξηση για την παροχή νυχτερινής εργασίας και την προσαύξηση για την εργασία σε Κυριακές και αργίες για το χρονικό διάστημα από 10-5-2004 και εντεύθεν (2006)". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου της εφέσεως του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, δέχτηκε την έφεσή του, ως βάσιμη κατ' ουσία και ακολούθως εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία.

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. β του ν. 2362/1995 διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διακοπής του χρόνου παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, που αφορούν την μη καταβολή εξόδων κίνησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος-εναγομένου, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 30-11-2005.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της εφέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος, παραπονείτο για την εν μέρει απόρριψη της πρωτοδίκως παραδεκτώς υπ' αυτού προβληθείσης ενστάσεως παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, με αίτημα να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως παραγεγραμμένη, ενώ δέχεται 1) ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν στον εναγόμενο Δήμο την 10-5-2006 την από 27-12-2005 ομαδική αίτηση διαμαρτυρίας με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν τα οφειλόμενα για τα έτη 2001-2005, ποσά για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας, προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και τις νυχτερινές ώρες και το οικογενειακό επίδομα και έτσι, αφού το εναγόμενο δεν απάντησε στη διαμαρτυρία τους, διέκοψαν την 10-5-2006 τη διετή παραγραφή ως προς τις ως άνω αξιώσεις από 10-5-2004 έως 10-5-2006, για τις οποίες άρχισε νέα διετής παραγραφή από 10-11-2006, στις οποίες κατά τις ως άνω παραδοχές δεν περιλαμβάνονται οι αξιώσεις για τα έξοδα κίνησης, 2) ότι οι ενάγοντες στη συνέχεια κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αρ.

εκθ. καταθ. 2806/2007 αγωγή τους , η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο την 28-12-2007, με την οποία ήγειραν αξιώσεις, μεταξύ άλλων και για τα έξοδα κίνησης του χρονικού διαστήματος των ετών 2001-2006 και με την οποία διέκοψαν οι ενάγοντες τη νέα διετή παραγραφή αυτών των αξιώσεων, του χρονικού διαστήματος από 10-5-2004 έως 10-5-2006, που είχε αρχίσει από 10-11-2006, δηλαδή με την υποβολή της ως άνω αναφερόμενης αίτησης διαμαρτυρίας, 3) ότι ακολούθως με τις διαδοχικές διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του Δικαστηρίου, δακόπτονταν διαδοχικά η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεών τους, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής τους, στην οποία περιλαμβάνεται και αίτημα καταβολής των εξόδων κίνησης, και τελικώς, 4) ότι έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, που αφορούν, μεταξύ άλλων, και τα έξοδα κίνησης, για το χρονικό διάστημα από 10-5-2004 και εντεύθεν (2006), δεν προσδιορίζεται, ούτε διευκρινίζεται, ο τρόπος με τον οποίο επήλθε διακοπή της παραγραφής για τα έξοδα κίνησης του χρονικού διαστήματος 1-1-2004 έως 30-11-2005, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, οι αξιώσεις των εναγόντων για τα έξοδα κίνησης δεν συμπεριλαμβάνονταν στην από 27-12-2005 αίτηση διαμαρτυρίας, ενώ αντιθέτως περιελήφθησαν, για πρώτη φορά, στην με αρ.

εκθ. καταθ. 2806/2007 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο την 28-12-2007, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και να διαπιστωθεί, αν πράγματι ως προς αυτές τις αξιώσεις των εναγόντων επήλθε διακοπή της παραγραφής. Εκ τούτων παρέπεται ότι η αιτιολογία εδώ της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να θεμελιώσει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι υπήρξε διακοπή της παραγραφής για τις αξιώσεις των εναγόντων για έξοδα κίνησης του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 30-11-2005.

Η ανεπάρκεια αυτή στηρίζει τον κατ` άρθρο 559 εδ.19 ΚΠολΔικ. λόγο αναίρεσης, για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 93 παρ. β του ν. 2362/1995 εκ πλαγίου, ο οποίος εμπεριέχεται στον προβαλλόμενο, κατ` άρθρο 559 εδ.1 ΚΠολΔικ., αναιρετικό λόγο για ευθεία παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί κατά το αντίστοιχο μέρος, που αφορά στις προαναφερόμενες αξιώσεις, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τον αναιρεσίβλητο Γ. Τ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση ως προς αυτόν.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω 5918/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο αιτιολογικό και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε εφτακόσια πενήντα (750) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ