Legislator Case Law & Legislation
722/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for misinterpreting a private agreement as a new employment contract instead of a modification.

Case Number 722/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a dispute over employment contract terms between a football federation and an employee. The lower court incorrectly concluded that a 2003 private agreement established a new employment contract, rendering it invalid under specific labor laws. The Court found this interpretation erroneous, ruling that the document merely modified the original 1998 contract rather than creating a new one.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure; The lower court's finding that a private agreement constitutes a new employment contract is invalid when the agreement clearly serves to modify an existing contract of indefinite duration.

Keywords

AI generated
employment contract modification private agreement interpretation invalid contract finding civil procedure appeal labor law application

Cited Legislation

AI generated
Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item (a) of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 75/1975, paragraph 6 of Article 14
Law 665/1977, paragraph 1, item st of Article 1
552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ).
Law 2190/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 722 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 722/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Κουλοχέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία" (Ε.Π.Ο.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1262/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1488/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουλίου 2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησσε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 21.7.2020 και αριθ. κατάθεσης 5704/703/5.8.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 1488/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ` ουσία την από 26.11.2018 και με αριθ.

κατάθ. 113574/8001/4.12.2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 1262/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). 2.

Στην διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 14 του Ν. 75/1975, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. στ' του Ν. 665/1977 (ΦΕΚ Α' 225), προβλέπεται ότι: "Αι θέσεις του υπαλληλικού προσωπικού των Ομοσπονδιών καθορίζονται υπό της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού κατόπιν σχετικής εισηγήσεως του Δ.Σ. των Ομοσπονδιών. Ουδεμία δαπάνη αναγνωρίζεται δια μισθοδοσίαν προσωπικού υπηρετούντος εις θέσιν μη καθορισθείσαν υπό της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού".

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 12 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ίσχυσε με το Ν. 665/1977, προβλέπεται ότι: "1. Τα έσοδα και έξοδα παντός αθλητικού σωματείου ή ενώσεως συνδέσμου ή Ομοσπονδίας προσδιορίζονται κατ` οικονομικόν έτος δια του προϋπολογισμού. Δι` αποφάσεως του αρμοδίου επί του Αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού δύναται να καθορίζεται έτερος χρόνος ενάρξεως ή λήξεως του οικονομικού έτους των άνω Νομικών Προσώπων. 2.

Οι προϋπολογισμοί απολύτως ισοσκελισμένοι, υποβάλλονται προς έγκρισιν εις τον Γενικόν Γραμματέα Αθλητισμού, άμα τη εγκρίσει των υπό του αρμοδίου οργάνου του σωματείου ή της ενώσεως. 3. Ο Γενικός Γραμματεύς Αθλητισμού δύναται να μεταρρυθμίζη δι` ητιολογημένης αποφάσεώς του τον υποβληθέντα προϋπολογισμόν εντός μηνός από της υποβολής του έστω και εάν ούτος εψηφίσθη υπό του κατά το καταστατικόν αρμοδίου οργάνου, μόνον διά τα υφ` οιασδήποτε κρατικής αρχής ή του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) χορηγούμενα ποσά.

Εις περίπτωσιν καθ` ην ο προϋπολογισμός εψηφίσθη υπό της Γενικής Συνελεύσεως δέον όπως μετά την κατά τα ανωτέρω τυχόν μεταρρύθμισιν παρά της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, να γνωστοποιήται εις τα μέλη του σωματείου, ενώσεως, συνδέσμου ή ομοσπονδίας. 4. Η μεταφορά πιστώσεως από κεφαλαίου εις κεφάλαιον και από άρθρου τινός εις έτερον έστω και του αυτού κεφαλαίου διά τα υπό του δημοσίου ή του ΟΠΑΠ χορηγούμενα ποσά, επιτρέπεται μέχρι ποσοστού 10%, μείζονος δε ποσοστού μόνον εγκρίσει του Γενικού Γραμματεώς Αθλητισμού. 5.

Ο αντιπρόσωπος της Κρατικής Αρχής εποπτεύει την πιστήν τήρησιν των κονδυλίων του Προϋπολογισμού. 6. Υπέρβασις του σκέλους των εξόδων του προϋπολογισμού είναι επιτρεπτή μόνον μέχρι ποσοστού δέκα επί τοις εκατόν (10%). 7. Εγκρίσει της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού επιτρέπεται υπέρβασις του σκέλους των εξόδων και κατά μείζον του ως ανωτέρω ποσοστού.

Δαπάνη υπερβαίνουσα το σκέλος εξόδων κατά ποσοστόν μείζον του 10% πραγματοποιηθείσα άνευ εγκρίσεως της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, βαρύνει αποκλειστικώς τα εγκρίνοντα την πραγματοποίησίν της μέλη της διοικήσεως, ενεχόμενα εις ολόκληρον δια του συνόλου της περιουσίας αυτών. Ο καταλογισμός της δαπάνης ταύτης ενεργείται δι` αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού ή του Δ/ντού Οικονομικών Υπηρεσιών ή υπό Οικονομικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τας περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως διατάξεις του Ν.Δ.1264/1942 αναλόγως εφαρμοζομένας. 8.

Οι ισολογισμοί των Ποδοσφαιριστών Σωματείων Α` Εθνικής κατηγορίας των ποδοσφαιρικών ενώσεων Αθηνών-Πειραιώς- Θεσσαλονίκης, ως και των υπερκειμένων ομοσπονδιών παντός κλάδου αθλήσεως, δέον να δημοσιεύωνται εις μίαν ημερησίαν πολιτικήν ή αθλητικήν εφημερίδα της έδρας των, τοιαύτης δε μη εκδιδομένης, εις την πλησιεστέραν προς την έδραν των.".

Περαιτέρω στη διάταξη της παρ. 4 εδ. α' του άρθρου 17 του ίδιου ως άνω νόμου75/1975 προβλέπεται ότι: "4. Άπαντα τα αθλητικά σωματεία, ενώσεις, σύνδεσμοι ή Ομοσπονδίαι υποβάλλουν καθ' έκαστον έτος οικονομικόν απολογισμον δια το ποσόν με το οποίο επιχορηγήθηκαν υπό του Δημοσίου ή του ΟΠΑΠ.". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι τα έσοδα και τα έξοδα κάθε ομοσπονδίας προσδιορίζονται κατά οικονομικό έτος με τον προϋπολογισμό της, ο οποίος ισοσκελισμένος υποβάλλεται προς έγκριση στο Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού, αφού εγκριθεί από το αρμόδιο όργανό της.

Ωστόσο, δεν υποβάλλονται προς έγκριση οι συναπτόμενες συμβάσεις της ομοσπονδίας με τρίτους, η ισχύς των οποίων δεν τελεί υπό τον όρο εγκρίσεώς τους από το Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού, καθόσον η ως άνω διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 14 του Ν. 75/1975 δεν απαιτεί έγκριση από την τελευταία, ο αναφερόμενος σ' αυτή (διάταξη) "καθορισμός" θέσεως εργασίας αφορά στην ίδια τη θέση της εργασίας και όχι στη σύμβαση εργασίας με τον εκάστοτε εργαζόμενο.

Στις συμβάσεις αυτές και ειδικότερα στις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού, τα στοιχεία τους καταγράφονται σε κατάσταση, που επισυνάπτεται στον προϋπολογισμό, που αποστέλλεται προς έγκριση στο Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 με τον τίτλο "Προϋπολογισμός" της υπ' αριθ. 4390/2000 Κοινής Υπουργικής απόφασης των Υφυπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού για τον "Καθορισμό του τύπου των στοιχείων και δικαιολογητικών του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του ισολογισμού των αθλητικών σωματείων, των αθλητικών ενώσεων και αθλητικών ομοσπονδιών" (ΦΕΚ Β' 237/1.3.2000), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 51 του Ν. 2725/1999: "1.

Ο τύπος και τα στοιχεία του προϋπολογισμού ορίζονται ως εξής: α......, β......., γ. Ο προϋπολογισμός των αθλητικών ομοσπονδιών θα συντάσσεται σύμφωνα με το προσαρτημένο στην παρούσα απόφαση ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. 2. Κάθε προϋπολογισμός συνοδεύεται από εισηγητική έκθεση στην οποία εκτίθενται τεκμηριωμένα οι λόγοι εγγραφής κάθε ποσού στο σκέλος και των εσόδων και των εξόδων.

Στην εισηγητική έκθεση επισυνάπτονται επικυρωμένα φωτοαντίγραφα ή αντίγραφα των επικαλούμενων εγγράφων ή άλλων στοιχείων. 3. Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τα έξοδα. 4. Η ύπαρξη ταμιακού υπολοίπου από το προηγούμενο οικονομικό έτος αναγράφεται με πλήρη ανάλυση στο σκέλος των εξόδων. 5.

Κάθε προϋπολογισμός με επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ειδικότερα συνοδεύεται: α. Με κατάσταση στην οποίαν αναγράφεται ονομαστικά όλο το προσωπικό, τακτικό και με σύμβαση ορισμένου χρόνου, με ανάλυση των αποδοχών του και των εκτιμώμενων μεταβολών κατά τη διάρκεια του έτους. β...... γ..... 6.

Οι προϋπολογισμοί των ομοσπονδιών συνοδεύονται από οικονομικό προγραμματισμό για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης στο πλαίσιο του εθνικού αθλητικού σχεδιασμού και από έκθεση στην οποίαν αναφέρονται παρατηρήσεις και συμπεράσματα σχετικά με την πορεία των αθλημάτων τους κατά την προηγούμενη περίοδο και την προοπτική ανάπτυξής τους το επόμενο έτος (εδάφιο τρίτο παρ. 4 του άρθρου 51 Ν. 2725/1999".

Έτσι η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ενέκρινε τη δαπάνη μισθοδοσίας, μέσω του προϋπολογισμού των ομοσπονδιών και όχι τις εκάστοτε συναπτόμενες συμβάσεις εργασίας του προσωπικού αυτών, οι οποίες συνάπτονταν εγκύρως με απόφαση του Δ.Σ. των ιδίων των ομοσπονδιών, βάσει των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αφού μέχρι την υπαγωγή των αθλητικών σωματείων στις διατάξεις του Ν. 2190/1994, δυνάμει του Ν. 2725/1999, δεν υφίσταντο περιορισμοί στις προσλήψεις του προσωπικού.

Ειδικότερα, στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 30 του Ν. 2725/1999 "Οργάνωση υπηρεσιών ομοσπονδίας Αποδοχές προσωπικού", όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 33 Ν. 4373/2016 (ΦΕΚ Α' 49) προβλέπεται ότι: "Οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους ειδικούς συνεργάτες, τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους φυσιοθεραπευτές, τους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, τους δικηγόρους, τους επιστημονικούς και συντονιστές συνεργάτες, τους φροντιστές, τους δημοσιογράφους και τους συμβούλους δημοσίων σχέσεων, γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων Α, Β και Γ του Ν. 2190 (ΦΕΚ 28 Α), όπως εκάστοτε ισχύουν.". 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/201 7/2006, ΑΠ 444/2019).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιλάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 720/2019, 1592/2018).

4. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 7.8.2017 και αριθ. κατάθ. 567000/2014/8.8.2017 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι κατήρτισε με την εναγομένη- εργοδότριά του και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος λογιστηρίου στη Διεύθυνση Οικονομικού, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε μέχρι 3.3.2017, οπότε η εναγομένη σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ζήτησε με βάση τη σύμβαση, άλλως τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη για οποιονδήποτε λόγο η σύμβαση εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 114.573,75 ευρώ, για επιδόματα τριετιών, τα οποία έπρεπε να λάβει κατά τα έτη 2012, 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017 και το ποσό των 20.499,75 ευρώ, για αποζημίωση, λόγω μη χορήγησης ολόκληρης της άδειας αναψυχής κατά τα έτη 2015 και 2016.

Επί της ως άνω αγωγής, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1262/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της ως προς το συνολικό κονδύλιο των επιδομάτων τριετιών και την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας αναψυχής και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.882,18 ευρώ, που αφορά την αποζημίωση για υπόλοιπο άδειας δώδεκα (12) συνολικά ημερών για το έτος 2015 και το ποσό των 4.882,18 ευρώ, που αφορά αποζημίωση για υπόλοιπο άδειας δώδεκα (12) συνολικά ημερών για το έτος 2015, ήτοι συνολικά το ποσό των 9.764,36 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 26.11.2018 έφεση του ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Aθηνών, η οποία την δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το αίτημα για την αναγνώριση υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 114.573,75 ευρώ για τα επιδόματα τριετιών και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία και μετά την εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε εν τέλει ως μη νόμιμη για το αμέσως ως άνω αίτημά της.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "....................................... Το εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία" (Ε.Π.Ο), αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε το έτος 1926 από τις Ενώσεις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών, Πειραιώς και Μακεδονίας - Θράκης, είναι τριτοβάθμιο αθλητικό σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εγγεγραμμένο νόμιμα στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό μητρώου 207 και αποτελεί από της ιδρύσεώς του αθλητική Ομοσπονδία υπό την έννοια του Ν. 75/1975 αλλά και υπό την έννοια του νεότερου άρθρου 19 του Ν. 2725/1999, διεπομένης από της ιδρύσεώς του της λειτουργίας του από τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθώς και εκείνων των άρθρων 78 επ.

ΑΚ, αλλά και από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού του, ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2725/1999. Συνιστά δε, την ανώτατη τριτοβάθμια οργάνωση των Ποδοσφαιρικών Ενώσεων της Ελλάδας, έχοντας τη δικαιοδοσία και την εξουσία της διοργάνωσης των πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου (επαγγελματικών και ερασιτεχνικών) και της συγκρότησης όλων των Εθνικών Ομάδων ποδοσφαίρου.

Ο ενάγων, πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, καθώς και πτυχιούχος του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, τελειόφοιτος του Τμήματος Εμπορίας & Διαφήμισης (Marketing) της Σχολής Διοίκησης Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, καθώς και μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κάτοχος Άδειας Ασκήσεως Οικονομολογικού Επαγγέλματος και κάτοχος Άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α' Τάξεως, προσλήφθηκε από την εναγομένη Ομοσπονδία στις 14-4-1998 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος των υπηρεσιών της (Ομοσπονδίας) και σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής.

Στη συνέχεια, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε νεότερη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει του από 21-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού με την οποία ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή του διοικητικού και οικονομικού τομέα της Ομοσπονδίας και καθορίστηκαν εκ νέου οι μισθολογικοί και λοιποί όροι της συμβάσεως εργασίας του, χωρίς όμως προηγουμένως να καταταγεί σε οργανική, άλλως προσωποπαγή θέση της εναγομένης αθλητικής Ομοσπονδίας, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 136 παρ. 3 του Ν. 2725/1999, με την οποία ορίστηκε η κατάταξη αυτή σε όσους εργαζομένους είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υφίσταντο στις 30-3-1998.

Η εναγόμενη Ομοσπονδία με τις 2436/21-1-2004 και 36051/10-11-2010 Εγκυκλίους του Γενικού Γραμματέα της, αντίστοιχα όρισε τον ενάγοντα ως επικεφαλής της νεοσυσταθείσας τότε Γενικής Εκτελεστικής Διεύθυνσης Οικονομικού-Διοικητικού και στη συνέχεια στη θέση του Γενικού Εκτελεστικού Διευθυντή ΕΠΟ, χωρίς όμως η ανάληψη των ανωτέρω καθηκόντων να σημαίνει ότι έπαυσε να είναι διοικητικός υπάλληλός της πλήρους απασχόλησης, όπως είχε προσληφθεί και δεν έπαυσε να τελεί υπό την εποπτεία της.

Η εργασιακή όμως σύμβαση του ενάγοντας ήταν εξαρχής άκυρη δεδομένου ότι της καταρτίσεώς της στις 14-4-1998 δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 14 παρ. 6 του ισχύοντος κατά τον χρόνο εκείνο Νόμου 75/1975, έγκριση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και ως άκυρη συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και 3-3-2017 οπότε και η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, δεδομένου ότι και η νεότερη από 21-11-2003 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του Ν. 2190/1994, στο σύστημα προσλήψεων του οποίου ρητά ο νομοθέτης εξέφρασε την πρόθεσή του να υπαχθεί και η εναγομένη αθλητική Ομοσπονδία με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 του Ν. 2725/1999, σύμφωνα με το οποίο "οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους ειδικούς συνεργάτες, τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους φυσικοθεραπευτές, τους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, τους δικηγόρους, τους επιστημονικούς συνεργάτες, τους φροντιστές, τους δημοσιογράφους και τους συμβούλους δημοσίων σχέσεων, γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων A', Β' και Γ' του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α), όπως εκάστοτε ισχύουν", δηλαδή μέσω του ΑΣΕΠ και αυτό, λόγω της ως άνω ρητής παραπομπής του άρθρου 30 του Ν. 2725/1999 στο νόμο περί ΑΣΕΠ και όχι λόγω της φύσης της Ομοσπονδίας και δεδομένου ότι ο ενάγων ως εκ των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν και συνομολογεί ότι ασκούσε, δεν ανήκε στις ανωτέρω προβλεπόμενες εξαιρέσεις εργαζομένων.

Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντας από της καταρτίσεως της ήταν άκυρη κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ο ενάγων από της προσλήψεώς του μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του συνδεόταν με την εναγομένη αθλητική Ομοσπονδία με απλή σχέση εργασίας κα συνακόλουθα το στηριζόμενο σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 114.573, 75 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών λόγω μη συνυπολογισμού στις καταβαλλόμενες αποδοχές του επιδόματος τριετιών των ετών 2012, 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017 είναι μη νόμιμο και για το λόγο αυτό απορριπτέο....

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση χωρίς να διαγνώσει την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε στις 14-4-1998 και, στη συνέχεια, στις 2-11- 2003, έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την αξίωση καταβολής ποσού 114.573,75 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών λόγω μη συνυπολογισμού στις καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντας του επιδόματος τριετιών των ετών 2012, 2013, 2014, 2015 2016 και 2017 και ακολούθως απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς τη στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αξίωση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Επομένως, εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου το νόμιμο της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη αυτής της αγωγικής αξίωσης και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή ως προς την αξίωση αυτή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) να απορριφθεί η αγωγή ως προς την αξίωση αυτή ως μη νόμιμη...

Ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του αξίωσε επικουρικά και κατά τρόπο ορισμένο την καταβολή του ποσού των 114.573,75 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών λόγω μη συνυπολογισμού στις καταβαλλόμενες αποδοχές του, του επιδόματος τριετιών των ετών 2012, 2013, 2014, 2015 2016 και 2017, σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του είναι άκυρη, οπότε το ανωτέρω ποσό θα έπρεπε το εναγόμενο σωματείο να καταβάλει σε όποιον μισθωτό απασχολούσε στην ίδια θέση εργασίας με τους αυτούς όρους και με τα ίδια προσόντα, καθιστάμενου έτσι πλουσιότερου σε βάρος της περιουσίας του (ενάγοντος) χωρίς νόμιμη αιτία.

Δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη και η ως άνω στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αξίωση κρίθηκε απορριπτέα κατά τα ανωτέρω ως μη νόμιμη, η επιδίκαση του ποσού των 114.537, 75 ευρώ και για την ανωτέρω αιτία, θα μπορούσε πράγματι να ζητηθεί μόνο με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 επ.

ΑΚ)... Πλην όμως, το παρόν Δικαστήριο στερείται της εξουσίας να ερευνήσει την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου κατά την κύρια βάση της αγωγής, αν και είχε τη δικονομική δυνατότητα και καθήκον να εξετάσει την επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν το έκανε οπότε και υπάρχει σιωπηρή απόρριψη της βάσεως αυτής και άρα σφάλμα για τη διόρθωση του οποίου απαιτείται έφεση από τον ενάγοντα, ο οποίος όμως δεν παραπονείται με ιδιαίτερο λόγο έφεσης για την απόρριψη αυτή.

Εξάλλου, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αν και η εκκαλουμένη ορθώς δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη Ομοσπονδία οφείλει να του καταβάλει αποζημίωση για τις ημέρες κανονικής αδείας των ετών 2015 και 2016, προέβη, εντούτοις, σε εσφαλμένο υπολογισμό των οφειλομένων ημερών αδείας, παραπονούμενος για το λόγο αυτό και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, που προσκόμισε, από τα οποία προέκυπτε σαφώς ο ακριβής αριθμός ημερών αδείας, που του όφειλε η εφεσίβλητη Ομοσπονδία.

Συγκεκριμένα, με το σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις του προσκόμισε, με αριθμό σχετικού (28), ηλεκτρονική αλληλογραφία, που αντάλλαξε με το Γραφείο Προσωπικού της εφεσίβλητης, από την οποία προέκυψε σαφώς ότι σε ερώτημα, που υπέβαλλε λίγες ημέρες μετά την απόλυσή του, σχετικά με το υπόλοιπο αδείας, που του οφείλει η Ομοσπονδία, η αρμόδια υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι του οφείλεται ολόκληρη η άδεια του έτους 2017 και 42 ημέρες για τα προηγούμενα χρόνια.

Πλην όμως από το ως άνω επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα έγγραφο, δεν αποδεικνύεται βάσιμα ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το έτος 2015 δεν έλαβε 17 ημέρες άδεια και το έτος 2016 δεν έλαβε 25 ημέρες άδεια, δεδομένου ότι στο έγγραφο αυτό δεν γίνεται διαχωρισμός των ημερών αδείας κατ' έτος αλλά αόριστα αναφέρεται ότι ο ενάγων δικαιούται για τα προηγούμενα χρόνια ως υπόλοιπο αδείας 42 ημέρες.

Αντίθετα από τα ίδια ως άνω λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά εκτιμήθηκαν ορθώς και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα για το έτος 2015 αποζημίωση για το υπόλοιπο αδείας 12 ημερών και για το έτος 2016 αποζημίωση για υπόλοιπο αδείας 12 ημερών, [αξίωση η οποία τυγχάνει νόμιμη διότι και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, όπως εν προκειμένω, η αποζημίωση αδείας αναζητείται ευθέως εκ του νόμου και όχι με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού] και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.". 5.

Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεχόμενο ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος συναφθείσα στις 14.4.1998, ήτοι προ της θεσπίσεως του Ν. 2725/1999, ήταν εξαρχής άκυρη με το αιτιολογικό ότι από της καταρτίσεώς της στις 14.4.1998 δεν αποδείχτηκε ότι προηγήθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 14 παρ. 6 του ισχύοντος κατά τον χρόνο εκείνο Νόμου 75/1975 έγκριση της Γραμματείας Αθλητισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ως άνω άρθρου 14 παρ. 6 του Ν. 75/1975.

Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη της παρούσας, η ισχύς της εν λόγω σύμβασης εργασίας δεν τελούσε υπό τον όρο της εγκρίσεώς της από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, αφού δεν υποβάλλονταν προς έγκριση οι καταρτιζόμενες συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, οι οποίες καταρτίζονταν εγκύρως με απόφαση του Δ.Σ.

αυτής, μέχρι την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 2190/1994, δυνάμει του Ν. 2725/1999. Περαιτέρω και πάλι με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεχόμενο ότι με το από 21.11.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας, και ειδικότερα δεχόμενο επί λέξει ότι: "....Στη συνέχεια μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε νεότερη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει του από 21.11.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού με την οποίαν ανατέθηκαν στον ενάγοντα καθήκοντα του γενικού διευθυντή του διοικητικού και οικονομικού τομέα της Ομοσπονδίας και καθορίσθηκαν εκ νέου οι μισθολογικοί και λοιποί όροι της συμβάσεως εργασίας...." και ότι "....η νεότερη από 21.11.2003 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του Ν. 2190/1994, στο σύστημα προσλήψεων του οποίου ρητά ο νομοθέτης εξέφρασε την πρόθεσή του να υπαχθεί και η εναγομένη αθλητική Ομοσπονδία με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 του Ν. 2725/1999..." παραμόρφωσε το ως άνω αποδεικτικό έγγραφο, ήτοι το από 21.11.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, αποδίδοντας εσφαλμένα, ως περιεχόμενό του ότι με το εν λόγω συμφωνητικό καταρτίστηκε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε το από 21.11.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκαν οι όροι της από 14.4.1998 σύμβασης εργασίας του ως προς τα καθήκοντα και τις αποδοχές του.

Από το περιεχόμενο αυτού, στο οποίο επί λέξει αναφέρεται: "Η πρώτη συμβαλλόμενη Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, με την από 12.4.1998 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσέλαβε τον δεύτερο συμβαλλόμενο ως υπάλληλο των υπηρεσιών της. Σήμερα με το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό οι αρχικά συμβαλλόμενοι συμφωνούν και συναποδέχονται τα ακόλουθα: 1.

Η διάρκεια ισχύος της από 12.4.1998 προαναφερόμενης συμβάσεως εργασίας εξακολουθεί να είναι αορίστου χρόνου..." ευθέως προκύπτει ότι με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας αλλά τροποποιήθηκε η ήδη συναφθείσα ως άνω από 14.4.1998. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ήτοι του από 21.11.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού εσφαλμένα ανέγνωσε ότι από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας με βάση την οποίαν ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εκ νέου, ενώ από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται για τροποποίηση της από 14.4.1998 αρχικής συμβάσεως εργασίας.

Εξ αιτίας δε του τελευταίου αυτού διαγνωστικού σφάλματος οδηγήθηκε το Εφετείο στην κρίση ότι καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας, η οποία έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του Ν. 2190/1994 με αποτέλεσμα εξ αυτού του λόγου αυτή να είναι άκυρη. Ενόψει τούτων, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων καθώς και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της παραμόρφωσης του από 21.11.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και εβδόμου των αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1488/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Απριλίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ