Legislator Case Law & Legislation
722/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor compensation, ruling employer's 50% payment practice replaced the old 75% custom.

Case Number 722/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment awarding 75% of severance pay. The court found that the employer had replaced the former 75% custom with a new 50% practice by early 2015, which became part of the individual employment contracts. Consequently, the claim for the higher percentage lacked legal basis as the employer's conduct was uniform and not arbitrary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 of Law 3198/1955; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The court established that when an employer's customary practice of paying a reduced severance percentage is replaced by a new statutory or contractual standard, the employee cannot claim the old higher percentage if the new practice was incorporated into their specific contract.

Keywords

AI generated
labor severance compensation customary practice termination employment contract terms statutory replacement custom arbitrary employer conduct Code of Civil Procedure appeal severance percentage reduction

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 3198/1955
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 3 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 1 of International Labour Convention No. 95
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 722 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 722/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Τριανταφυλλιάς Μυλωνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΙ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργετίνας Στεφανάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν η 257/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 99/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19.9. 2018 και με αριθμό κατάθεσης 4/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 99/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 12.1.2017 και με αριθμ. κατάθεσης 1/2017 έφεση του εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΙ Α.Μ.Β.Ν.Ε.Ε." κατά της υπ' αριθμ. 257/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 12.9.2015 και με αριθμό κατάθεσης 260/2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης εκ του άρθρου 8 εδ.

α του Ν. 3198/1955, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 , 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).

Η επιχειρησιακή, συνεπώς συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.

Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση ( ΑΠ 973/2019,ΑΠ 48/2015, 1277/2010, 91/2008). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτά κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ Ολομ. 348/1985, ΑΠ.Ολομ.1191/1983).

Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν την προϋπόθεση και το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης, όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σε αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίσει να χορηγεί την παροχή αυτή, η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.

Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής - επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά τον ίδιο τρόπο.

Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Στην περίπτωση αυτή, αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση. (ΑΠ 648/2020, ΑΠ 869/2018,1174/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Όμως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 193/2019, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 570/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 15.2.1988 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εργάστηκε δε αρχικά ως βοηθός λογιστή και ακολούθως ως λογίστρια στα γραφεία του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Γερακινή Χαλκιδικής, με μικτό μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στο ποσό των 2.209,96 ευρώ.

Ότι στις 7.5.2015 η ενάγουσα θεμελίωσε, ως μητέρα με ανήλικο τέκνο, δικαίωμα λήψης μειωμένης σύνταξης γήρατος και ζήτησε να αποχωρήσει από την εργασία της με την καταβολή ποσοστού 75% της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1929 αποζημίωσης απόλυσης, αίτημα το οποίο δεν αποδέχθηκε η εναγομένη. Η τελευταία αντιπρότεινε τη χορήγηση ποσοστού 50% της ως άνω αποζημίωσης, κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α του ν. 3198/1955, το οποίο και κατέβαλε στην ενάγουσα συναινώντας στην αποχώρησή της από την εργασία της, μετά και τη σχετική συμφωνία της τελευταίας που αποτυπώθηκε στην αίτηση που υπέβαλε προς την εργοδότριά της με το ως άνω περιεχόμενο. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέχρι και το έτος 2013 η εναγομένη κατέβαλε σε όλους τους εργαζομένους της που αποχωρούσαν λόγω συνταξιοδότησης, το 75% της προβλεπόμενης στο ν. 2112/1920 αποζημίωσης απόλυσης, ανεξάρτητα από το αν αυτοί αποχωρούσαν έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους ή μειωμένης σύνταξης και χωρίς, περαιτέρω, να λαμβάνεται υπόψη για τη διαμόρφωση του ποσού αποζημίωσης οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, όπως η θέση, το είδος εργασίας, η ηλικία ....

Ότι η εναγομένη δηλαδή προέβαινε στις παραπάνω καταβολές γενικά και απρόσωπα προς όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης αντιμετωπίζοντας το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, ομοιόμορφο και μακροχρόνιο, προκαλώντας έτσι στους εργαζόμενους της την εντύπωση και την πεποίθηση ότι αυτή ενεργεί στο πλαίσιο δεσμευτικών κανόνων.

Από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης και την αποδοχή της από τους εργαζόμενους σε αυτή διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια με περιεχόμενο την καταβολή ποσοστού 75% της αποζημίωσης σε όλους τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης εργαζομένους της. Όμως, από τις αρχές του 2014 και ακολούθως, ως απόρροια των συνεπειών της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα αλλά και της επιλογής της πρόωρης συνταξιοδότησης από μεγάλη μερίδα των εργαζομένων στις ελληνικές επιχειρήσεις εξαιτίας της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, η πρακτική αυτή καταργήθηκε σιωπηρά.

Η κατάργησή της, ωστόσο, ήταν εν γνώσει και τύχαινε της αποδοχής των εργαζομένων της επιχείρησης της εναγόμενης, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή η νέα αρνητική πρακτική περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολούμενων από την εναγόμενη, ανεξαρτήτως του χρόνου εφαρμογής αυτής καθόσον άρχισε άμεσα να υλοποιείται χωρίς αρνητικές αντιδράσεις - όπως ευχερώς συνάγεται από το γεγονός ότι και οι επτά (συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας) εργαζόμενοι που, κατά τα έτη 2014 και 2015, ζήτησαν τη συναίνεση της εργοδότριάς τους προκειμένου να αποχωρήσουν υπό καθεστώς πρόωρης συνταξιοδότησης από την εργασία τους, χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη γήρατος, από τους οποίους τέσσερεις αποχώρησαν πριν και δύο μετά την ενάγουσα, έλαβαν ποσοστό 50% της κατά τα προεκτεθέντα προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης, ενώ, από αυτούς, ουδείς πλην της ενάγουσας, αμφισβήτησε την ως άνω παροχή - ενώ, ακολούθως, ρητά αποτυπώθηκε όχι μόνο στην ισχύουσα από 1.1.2015 επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας της εναγόμενης με το επαγγελματικό σωματείο των εργαζομένων της "Ο Ήφαιστος", υπό την ισχύ της οποίας έλαβε χώρα η αποχώρηση της ενάγουσας, αλλά και σε όλες τις επόμενες ανάλογες συμβάσεις.

Ότι η κατά τα ανωτέρω αποδειχθείσα αρχικά σιωπηρή και στη συνέχεια ρητή κατάργηση της επιχειρησιακής συνήθειας με περιεχόμενο την καταβολή ποσοστού 75% της αποζημίωσης σε όλους τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης εργαζομένους της εναγόμενης και η αντικατάστασή της με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 8 (και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται 88), του v. 3198/1955, ήδη κατά χρόνο προγενέστερο της αποχώρησης της ενάγουσας, οδηγεί σε κατάλυση της αξίωσης που επιδιώκεται κατά την κύρια αγωγική βάση, δεκτού γενομένου και του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, ενώ, επιπλέον, αναιρεί και τους επικουρικά προβληθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας περί αυθαίρετης εξαίρεσής της από την αιτούμενη παροχή, καθόσον στο νέο ως άνω καθεστώς υπήχθησαν όλοι οι εργαζόμενοι της εναγόμενης εταιρείας.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 648 ΑΚ καθώς και των διατάξεων περί επιχειρησιακής συνήθειας και ίσης μεταχείρισης, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν η αναιρεσίβλητη - εργοδότρια εταιρεία, βάσει διαμορφωθείσας επιχειρησιακής συνήθειας χορηγούσε, μέχρι το έτος 2013, σε όλους τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης εργαζομένους ποσοστό 75% της προβλεπόμενης στο ν. 2112/1920 αποζημίωσης απόλυσης, ανεξάρτητα από το αν οι αποχωρούντες είχαν ή όχι θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους ή μειωμένης σύνταξης, πλην, όμως, κατά το χρόνο της αποχώρησης της ενάγουσας με τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης μειωμένης σύνταξης γήρατος, η επιχειρησιακή αυτή συνήθεια είχε καταργηθεί, και δη από τις αρχές του 2014 σιωπηρά και από 1-1-2015 ρητά, αντικατασταθείσα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 8 του v. 3198/1955 και έτσι, έκτοτε, η αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρεία σε όσους αποχωρούσαν, χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη γήρατος, προέβαινε στην καταβολή όχι πλέον ποσοστού 75% αλλά ποσοστού 50%, είχε δε καταστεί η νέα αυτή πρακτική της αναιρεσίβλητης περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολούμενων στην επιχείρησή της, με αποτέλεσμα η αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή ποσοστού 75% της προβλεπόμενης αποζημίωσης να μη μπορεί να θεμελιωθεί ούτε σε υφιστάμενη συμβατική δέσμευση της αναιρεσίβλητης ούτε και στην αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας υπήρξε ομοιόμορφη σε όλους τους εργαζομένους της και όχι αυθαίρετη.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως, ο από τους αριθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Επίσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 και 361 ΑΚ, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν παρέλειψε να εφαρμόσει την αρχή της εύνοιας, αφού, σύμφωνα με τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές, η αφορώσα την καταβολή ποσοστού 75% της αποζημίωσης απόλυσης επιχειρησιακή συνήθεια είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 8 του v. 3198/1955, η νέα δε αυτή πρακτική της αναιρεσίβλητης είχε ήδη καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολούμενων στην επιχείρησή της και συνεπώς και της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα η εν λόγω ατομική της σύμβαση εργασίας να μην περιλαμβάνει τον πιο πάνω ευμενέστερο όρο.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.9.2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 99/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ