Legislator Case Law & Legislation
722/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contract claim regarding employee classification and transfer.

Case Number 722/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the hearing inadmissible for one defendant but allowed the appeal against the dismissal of the labor contract claim for the other. The plaintiff argued that a temporary technical employee was improperly classified and transferred to a permanent position without following the required transfer procedure. The Court found the lower court's reasoning flawed regarding the automatic change of category and ordered a new trial on the merits while dismissing the claim against the absent defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party fails to participate, and if the appeal is admissible, it must be heard on the merits with the case remanded for a new trial if the lower court's decision is overturned.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure admissibility of appeal labor contract classification employee transfer procedure remand for new trial legal costs allocation good faith principle

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 698/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 722 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 722/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου - Πηλίχου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) Δ. Ρ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό καταθέσεως .../1997. Εκδόθηκαν η 1652/1998 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 20-5-2001 εφέσεως, η 8227/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 23-9-2010 έκθεση του αφυπηρετήσαντος αρεοπαγίτη, Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγείται την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, εάν κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της υπόθεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Εάν τη συζήτηση επισπεύδει αυτός που δεν εμφανίσθηκε ή που δεν έλαβε μέρος κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών. Εάν, όμως, δεν προκύπτει ότι επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εάν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης ο δεύτερος από τους αναιρεσίβλητους, Δ. Ρ.. Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν προκύπτει ούτε αν αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης για την ως άνω δικάσιμο ούτε αν αυτός κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα Κ. Τ. για να παραστεί σ’ αυτή. Επομένως, η συζήτηση που έχει διεξαχθεί ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

2. Ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους (ως προς το δεύτερο από αυτούς δεν ερευνάται η υπόθεση λόγω του απαραδέκτου της συζήτησης), με την από 29-9-1997 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../1997 κοινή αγωγή αυτού και του δεύτερου από τους αναιρεσίβλητους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ΔΕΗ ΑΕ α) τον προσέλαβε με αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο μισθολογικό κλιμάκιο (στο εξής:

μκ) 10 της κατηγορίας Τ4, ενώ όφειλε να τον προσλάβει με αυτές του μκ 8 της κατηγορίας Τ3, β) όφειλε εξ αρχής να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό της κατηγορίας Τ3 και όχι της κατηγορίας Τ4 και να τον ανακατατάξει ανάλογα, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, γ) όφειλε να τον προαγάγει, ως ευδοκίμως υπηρετήσαντα επί συνεχή τριετία, από 15-6-1992 στο μκ 7 και από 15-6-1995 στο μκ 6 και δ) υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τη λανθασμένη ένταξη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 1652/1998 οριστική απόφαση, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη ΔΕΗ άσκησε την από 20-05-2001 και με αριθμό κατάθεσης .../2001 έφεση. Το Εφετείο Αθηνών με την 8227/2006 απόφαση απέρριψε την έφεση και έκανε δεκτή την δια των προτάσεων ασκηθείσα κοινή αντέφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 1652/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν σε μεγαλύτερη έκταση και συγκεκριμένα κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αίτημά της και αναγνώρισε την υποχρέωση της ΔΕΗ να εντάξει τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης, στην κατηγορία Τ3 και στο μκ 8, από την 1-10-1991.

Στη συνέχεια, αναγνώρισε την υποχρέωση της ΔΕΗ να τον προαγάγει στο μκ 7 της κατηγορίας Τ3 από 15-6-1992 και στο μκ 6 της ίδιας κατηγορίας από 15-6-1995. Τέλος, αναγνώρισε την υποχρέωση της ΔΕΗ να καταβάλει στον πρώτο από τους ενάγοντες για τις ως άνω αιτίες τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα αφ’ ότου κάθε μερικότερη διαφορά κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.

Στη συνέχεια, κατά της 8227/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η ΔΕΗ άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 21-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης ...-10-2009 αίτηση αναίρεσης, η οποία είχε προσδιορισθεί, με την από 29-10-2009 πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να συζητηθεί ενώπιον αυτού κατά τη δικάσιμο της 5-10-2010, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5-4-2011, οπότε και ματαιώθηκε.

Ήδη επαναφέρεται η υπόθεση προς συζήτηση με την από 7-7-2017 κλήση του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, Κ. Τ..

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως.

Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 14/2008).

Η προϋπόθεση αυτή, γενικώς, υφίσταται υπέρ των συνδικαλιστικών ενώσεων, οιουδήποτε βαθμού, οι οποίες και αυτοτελώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 669 ΚΠολΔ, θα μπορούσαν να ασκήσουν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, όχι, όμως, και υπέρ άλλων επαγγελματικών σωματείων στα οποία ούτε μετέχουν ούτε και θα μπορούσαν να μετέχουν οι διάδικοι της κυρίας δίκης (ΟλΑΠ 9/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δια δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο ..., ως πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της οποίας μέλος είναι και ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους. Η παρέμβαση αυτή ασκείται από οργάνωση που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προασπίσει τα δικαιώματα των μελών της (ΚΠολΔ 669 αρ. 2).

Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία.

4. Το προσωπικό της ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της (στο εξής: ΚΚΠ/ΔΕΗ), που διαλαμβάνεται στην από 4-10-1973 ειδική συλλογική σύμβαση, η οποία δημοσιεύθηκε με την .../1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 1274) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικώς με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Τακτικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ μέχρι να συμπληρωθεί το κατ’ άρθρο 34 όριο ηλικίας. Έκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχειρήσεως και δύναται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητού, ύστερα από γνώμη του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως.

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια A, Β, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 και η κατάταξή του αποτελεί αποκλειστικώς μισθολογική διαβάθμιση, η οποία δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ. Περαιτέρω, το τακτικό προσωπικό, με βάση το άρθρο 4 παρ.1, 2, 3 και 4 του ΚΚΠ/ ΔΕΗ, κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορεί επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων.

Ο κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως. Οι κλάδοι του προσωπικού, σύμφωνα με το είδος της απασχόλησης, διακρίνονται σε : α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β) τεχνικών (Τ), γ) διοικητικών - οικονομικών (Δ-Ο), δ) δικηγόρων (Ν), ε) υγειονομικών (Υ) και στ) μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ).

Ο κλάδος τεχνικών περιλαμβάνει οκτώ κατηγορίες μεταξύ των οποίων και εκείνες : 1) των τεχνολόγων (Τ3), η οποία έχει πέντε βαθμίδες (α έως ε), εκ των οποίων η τελευταία περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 7, 8 και 9 και για την ένταξη σ’ αυτήν απαιτείται πτυχίο αναγνωρισμένης σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης, ημεδαπής ή αλλοδαπής και 2) των τεχνικών (Τ4), η οποία έχει έξι βαθμίδες (α έως στ), εκ των οποίων η τελευταία περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 9 έως 14 και για την ένταξη σ’ αυτή απαιτείται πτυχίο αναγνωρισμένης μέσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολών ΔΕΗ και σχολών μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας, όπου αυτή απαιτείται.

Με το άρθρο 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΗ και ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή, λογιζόμενος ότι διανύθηκε στο μισθολογικά κλιμάκιο εντάξεως.

Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 227/1990), έγινε αναδιάρθρωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της ΔΕΗ και ορίσθηκε ότι εισαγωγικό κλιμάκιο της Τ4 κατηγορίας είναι το μκ 10, ενώ της Τ3 κατηγορίας το μκ 8.

Με την παράγραφο 4.1 αυτής χορηγήθηκε από 1-10-1991 στο τακτικό προσωπικό μισθολογική προαγωγή ενός μισθολογικού κλιμακίου πέραν του κατεχομένου και με την παράγραφο 4.3 ορίσθηκε ότι στην περίπτωση αυτή ο χρόνος που έχει διανυθεί στο ήδη κατεχόμενο κατά την 30-9-1991 μισθολογικό κλιμάκιο, θεωρείται ως διανυθείς στο νέο μισθολογικό κλιμάκιο, για τον καθορισμό της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσης για προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.

5. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για την ένταξη αυτή, η οποία από της προσλήψεως του μισθωτού αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, απορρέουσα από τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού της, δεν προβλέπονται, εκτός από τις οριζόμενες στο άρθρο 5 παρ.5 τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώνει ο μισθωτός, ειδικώς ορισμένες προϋποθέσεις.

Γι’ αυτό, επί της εντάξεως εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ θεμελιώνει υποχρέωση αυτής και αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό.

Η μη εκπλήρωσή της, είτε δια της μη ένταξης είτε δια της ένταξης σε κατηγορία διαφορετική εκείνης στην οποία ο μισθωτός δικαιούται να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης. Επομένως, τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, προκειμένου να εντάξουν κάποιον υπάλληλο, οφείλουν να λάβουν υπόψη το είδος της εργασίας, για την οποία έγινε η πρόσληψη και με την οποία απασχολήθηκε μέχρι την ένταξή του και όχι τα τυχόν υπέρτερα τυπικά προσόντα αυτού, τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο της πρόσληψής του και προκύπτουν από τους τίτλους των σπουδών του (ΑΠ 1101/2009).

Αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν μόνον ύστερα από την κίνηση μιας διαδικασίας μετάταξης, σύμφωνα με τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ (ΑΠ 1241/2014). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο πρώτος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους είναι πτυχιούχος τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος τριετούς φοιτήσεως και συγκεκριμένα του Τμήματος Μηχανολογίας της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών.

Ότι την 15-6-1989, κατόπιν διαγωνισμού σύμφωνα με προκήρυξη του Υπουργείου Ενέργειας και Τεχνολογίας, προσελήφθη από την εναγομένη ΔΕΗ (στη θέση της οποίας έχει υποκατασταθεί νομίμως η ήδη ως αναιρεσείουσα παρισταμένη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ετήσιας διάρκειας. Ότι σύμφωνα με τους όρους της πρόσληψής του τοποθετήθηκε στην κατηγορία Τ4 (Τεχνικοί), με εισαγωγικό μκ 10 και, έκτοτε, συνέχισε να υπηρετεί στην εν λόγω κατηγορία, αν και ήταν πτυχιούχος μηχανικός ανώτερης τεχνικής σχολής, τριετούς φοιτήσεως.

Ότι στη συνέχεια, από 1-10-1991, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης της ίδιας κατηγορίας (Τ4) και στο μκ 10, σύμφωνα με την έγκριση .../17-10-1991, με σύμβαση εργασίας τακτικού προσωπικού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη, εφαρμόζοντας τον Κανονισμό της σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και λαμβάνοντας υπόψη τα γενικά και ειδικά προσόντα του ενάγοντος, όπως είναι και η από αυτόν κατοχή πτυχίου ανώτερης τεχνικής σχολής, όφειλε να τον εντάξει στο μκ 8 της κατηγορίας Τ3 (και όχι στο μκ 10 της κατηγορίας Τ4, στην οποία τον ενέταξε και για την οποία αρκεί πτυχίο μέσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής).

Και ότι, με δεδομένο το ότι ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη το ως άνω τυπικό προσόν, η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων αυτής να τον εντάξουν στο μκ 8 της κατηγορίας Τ3 και, έκτοτε, να του εξασφαλίσουν την ανάλογη μισθολογική εξέλιξη, συνιστά παραβίαση των αρχών της ΑΚ 288 και αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους συναδέλφους του, που έχουν τα ίδια με αυτόν προσόντα, ενώ παράλληλα προκάλεσε στον ενάγοντα πρόδηλη οικονομική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που πράγματι έλαβε και εκείνων που θα έπρεπε να λάβει αν είχε ενταχθεί στο προσήκον μκ και ακολουθήσει την προσήκουσα μισθολογική εξέλιξη.

Ύστερα από την κρίση αυτή, το Εφετείο, κατά παραδοχή της αντέφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή σε μικρότερη έκταση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να εντάξει τον πρώτο από τους ενάγοντες, από 1-10-1991, στο μκ 8 της κατηγορίας Τ3.

7. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ.1 του Συντάγματος. Πράγματι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η μετά το διανυθέντα χρόνο δοκιμασίας ένταξη του πρώτου από τους ενάγοντες στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης δεν μπορούσε να γίνει σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, για την οποία είχε προσληφθεί. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι αυτός είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως έκτακτος τεχνικός της κατηγορίας Τ4, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό δεν ήταν δυνατό να μεταπηδήσει στην κατηγορία Τ3 αυτοδικαίως, παρά το γεγονός ότι εξ αρχής ήταν κάτοχος πτυχίου ανώτερης τεχνικής σχολής. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον ύστερα από τήρηση της διαδικασίας μετατάξεως, με την προϋπόθεση της ύπαρξης κενής οργανικής θέσεως στην εν λόγω ανώτερη κατηγορία (πρβλ. ΑΠ 698/ 2015). Τέτοια περιστατικά, όμως, δεν επικαλέσθηκε ο πρώτος από τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση ούτε της καλής πίστεως ούτε της αρχής της ισότητας εκ μέρους της εναγομένης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω εσφαλμένη υπαγωγική κρίση του Εφετείου και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, απορριπτόμενης κατ’ ουσίαν της πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α’ ). Κατόπιν, πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από την εναγομένη και η αντέφεση που ασκήθηκε από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε (βλ. παραπάνω αρ.5 και 7), πρέπει να απορριφθεί η αντέφεση και να γίνει δεκτή η έφεση. Κατόπιν, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες. Τέλος, ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος συνδικαλιστικού σωματείου, ελλείψει ειδικού αιτήματος της αναιρεσείουσας (106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς το δεύτερο από τους αναιρεσίβλητους.

Αναιρεί την 8227/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως και της αντεφέσεως.

Δέχεται την έφεση και

Απορρίπτει την αντέφεση ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες.

Εξαφανίζει την 1652/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτόν.

Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 29-9-1997 αγωγή ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες.

Και

Καταδικάζει τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ