Supreme Court annuls lower court verdict due to insufficient reasoning on traffic accident liability and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision regarding a traffic accident compensation claim because the lower court failed to provide sufficient reasoning on liability and causation. The appellant argued that the appellate court's reasoning was inadequate regarding the speed of the motorcycle, visibility distance, and the exact point of impact. Consequently, the Supreme Court ordered the case to be remanded to a different judge at the First Instance Court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to annulment if it lacks sufficient reasoning on liability and causation, rendering the appeal admissible and necessitating remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 722 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 722/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γιώτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 448/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 26-7-2013 αγωγή του και αφού επανέφερε με κλήση την πρώτη ως άνω ασκηθείσα αγωγή του, οι δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1683/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4286/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο τμήμα του, του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 8-12-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4286/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4286/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων, κατά πρώτον, την από 28-2-2011, με αρ.
καταθ. δικογράφου 5322/2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος την επιδίκαση, αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς, των αναφερομένων σ' αυτό χρηματικών ποσών, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από το αναφερόμενο στο δικόγραφο αυτοκινητικό ατύχημα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 448/2013 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς το κονδύλιο της απώλειας εισοδημάτων του από την εργασία του και κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Ακολούθως άσκησε κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας μόνο, την από 26-7-2013 με αρ.
καταθ. δικογρ. 4031/ 2013 δεύτερη αγωγή του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αιτούμενος την επιδίκαση του ποσού των 10.800 ευρώ για περαιτέρω θετική ζημία του και του ποσού των 150.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωσή του κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ενώ επανέφερε με κλήση και την πρώτη αγωγή του ως προς το κονδύλιο της απώλειας των εισοδημάτων του.
Επί των ανωτέρω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1683/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή κατά το προαναφερθέν κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμη, έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη (4031/2013) και υποχρεώθηκε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό.
Κατά των δύο αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ο αναιρεσείων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επ' αυτών δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4286/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις και έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013).
Ειδικώς οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα και επομένως θα πρέπει να αναφέρονται ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη, ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν είχαν προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια (ΑΠ 861/ 2006).
Στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες (άρθρο 671 παρ. 1 εδ.
γ' ΚΠολΔ). Απαραίτητη συνεπώς προϋπόθεση για το επιτρεπτό της εκτίμησης των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων κατά την ως άνω διαδικασία, αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια, ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του, ανεπίτρεπτο από το νόμο, αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 68/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ', διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. .../25-11-2013 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του αναιρεσείοντος Σ. Π. και Π. Ι. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
Δ., που λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και μόνης εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή του και την υπ' αριθμ. 154ΣΤ/20-11-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Α. Τ., από την οποία προέκυπτε η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης και μόνης εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή, παρότι αυτός (αναιρεσείων) τις είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου και με αυτές αποδεικνυόταν η ιστορική βάση της δεύτερης αγωγής του και των λόγων της εφέσεώς του.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ειδικότερα: της εφέσεως, των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, ότι πράγματι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και η σχετική έκθεση επιδόσεως, παρότι αναφερόταν στα ανωτέρω έγγραφα η, με επίκληση, προσκόμισή τους (βλ.
σελ. 4 του δικογράφου της έφεσης και σελ. 6 και 7 με α/α 4.3 και 4.4 των ως άνω προτάσεων). Ειδικότερα προκύπτει, ότι το ως άνω δικαστήριο, προς σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως επανεκτίμησε: "τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων κατά τις δικασίμους της 7-1-2013 και 27-11-2013, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες αποφάσεις πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και από όλα τα, έστω και μη ειδικών κατωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι".
Στην απόφαση δεν γίνεται ειδική αναφορά περί της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, όπως έπρεπε αφού αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες, καθώς και της κλήσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης και μόνης εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή του αναιρεσείοντος, ούτε αναφορά ότι ενώ γίνεται επίκληση, αυτές δεν προσκομίσθηκαν ή ότι δεν προσκομίσθηκε η ένορκη βεβαίωση στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Η προβαλλόμενη στο δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αιτίαση, περί μη λήψεως υπόψη από το ίδιο δικαστήριο, των φωτογραφιών που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι προκύπτει αδιστάκτως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες, καίτοι δεν μνημονεύονται ειδικώς.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο τμήμα του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά τη δεύτερη αγωγή.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικά με την υπαιτιότητα των δύο οδηγών στο επελθόν ατύχημα και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12/8/2009 και ώρα 10.10' π.μ.
περίπου, ο ενάγων οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα του επί της οδού Γ. στη ..., με κατεύθυνση προς Β. και πλησίαζε στην διασταύρωση αυτής με την κάθετη οδό Π.. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων οδηγούσε χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη από τον ΚΟΚ άδεια ικανότητας οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας, γεγονός το οποίο μείωνε την ικανότητά του περί την οδήγηση.
Η οδός Γ. στο ως άνω σημείο, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση με πλάτος οδοστρώματος 8,60 μέτρα, ευθεία και οριζόντια με ανώτατο όριο ταχύτητας στα 50 χλμ. την ώρα, ενώ, κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν ημέρα, καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Η οδός Π., που τέμνει κάθετα την ως άνω οδό, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 6,60 μέτρα ανωφέρεια με μικρή κλίση στο ρεύμα προς Γ..
Στην διασταύρωση των παραπάνω οδών η προτεραιότητα των οχημάτων ρυθμίζεται με κάθετη σήμανση και συγκεκριμένα για τα οχήματα που εξέρχονται από την οδό Π. στην οδό Γ. υπάρχει πινακίδα STOP (P2) ενώ επί του οδοστρώματος της οδού Γ. υπάρχει δυσδιάκριτη διπλή συνέχεια διαχωριστικής γραμμής, η οποία, στο ύψος της παραπάνω διασταύρωσης διακόπτεται, ώστε τα οχήματα που εξέρχονται από την οδό Π., να δύνανται να κατευθυνθούν νόμιμα και προς τα δύο ρεύματα πορείας της οδού Γ..
Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του επί της οδού Π., είχε φθάσει στη διασταύρωση αυτή με την οδό Γ. προτιθέμενος να την διασχίσει κάθετα με κατεύθυνση προς Γ.. Η κίνηση των οχημάτων επί της οδού Π. ήταν αραιή, ενώ η οδός Γ. παρουσίαζε μεγαλύτερη κίνηση.
Ο ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος), εισήλθε στην οδό Γ. διασχίζοντας κάθετα αρχικά το ρεύμα της προς Β. (εξ αριστερών του ρεύμα κυκλοφορίας). Τη στιγμή που το πιο πάνω αυτοκίνητο είχε εισέλθει στη διασταύρωση και έφθασε στο μέσο της διπλής διαχωριστικής γραμμής και ενώ είχε ήδη εισέλθει με το εμπρόσθιο μέρος του στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού Γ. (εκ δεξιών του ρεύμα κυκλοφορίας), ο ενάγων ο οποίος έβαινε στο αριστερό τμήμα της λωρίδας του και ο εφαπτόμενος στην διπλή διαχωριστική γραμμή, επέπεσε στο αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου.
Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των οχημάτων. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται κατά ποσοστό 60% διότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν διέκοψε την πορεία του στην συμβολή των οδών Γ.
και Π., ως όφειλε, ενόψει του ότι είχε στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2, ΣΤΟΠ) προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Γ. και ειδικότερα στην μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων ο οποίος σημειωτέον εκινείτο στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αλλά συνέχισε την πορεία του ευθεία και εισήλθε στη διασταύρωση (άρθρο 12 παρ. 1, 4 παρ. 3 (Ρ-2) και 26 παρ. 4 ν. 2696/1999.
Ενώ ο ενάγων ευθύνεται κατά ποσοστό 40% διότι δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό όταν διαπίστωσε ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση και ευρίσκετο στο μέσον αυτής και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής (άρθρο 12 παρ. ..., 16 παρ.
εδώ και 94 παρ. εδώ και 3 του ν. 2696/1999. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος στην οποία αναφέρει "...καθώς εκινούμιν... με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 30 χλμ/ώρα λόγω της ώρας και των συνθηκών της κίνησης..." αλλά και από τις προανακριτικές καταθέσεις των προσώπων που έσπευσαν αμέσως στο χώρο του ατυχήματος οι οποίοι περιγράφουν ότι "είδαμε το όχημα του οδηγού ....
Να βρίσκεται εν μέση οδό...." (βλ. την από 24/11/2009 ένορκη κατάθεση του Π. Χ.) και "...ο τραυματίας βρισκόταν σχεδόν κάτω από το όχημα το οποίο ενεπλάκη στο τροχαίο για το οποίο βρίσκονταν εν μέση οδό της Γ." (βλ. την από 24/11/2009 προανακριτική κατάθεση του Σ. Π.) καθώς και από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος για το οποίο επισυναπτόμενο σε αυτή σχεδιάγραμμα.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια δεν έσφαλε και άρα είμαι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους". Κατόπιν αυτών, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, τις απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, καθότι διαλαμβάνονται σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τη συμπεριφορά των δύο οδηγών και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της καθεμιάς και της πρόκλησης του ατυχήματος, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των περί υπαιτιότητος (αμέλειας) διατάξεων.
Ειδικότερα δεν αναφέρεται στην απόφαση η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η μοτοσυκλέτα, η απόσταση από την οποία μπορούσε να διακρίνει το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ο οδηγός της ενάγων, ούτε το ακριβές σημείο του αυτοκινήτου στο οποίο προσέκρουσε η μοτοσυκλέτα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της ερεύνης του δευτέρου λόγου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του τρίτου λόγου καλύπτει στο σύνολό τους τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του λόγου αυτού του αναιρετηρίου.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός αυτού που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), να διαταχθεί δε η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης, στον καταθέσαντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4286/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ