Supreme Court dismisses appeal against award of 176 euro special allowance to employees under private law collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Archaeological Works Fund against a lower court judgment awarding special allowances to employees. The court found that successive fixed-term contracts were legally characterized as indefinite-term contracts, entitling the workers to the 176 euro monthly allowance mandated by valid collective agreements. Consequently, the court rejected the employer's arguments regarding the inapplicability of the five-year limitation period for such periodic claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48(3) and 49 of Law 496/1974; Articles 250(17), 251, and 253 of the Civil Code: The five-year limitation period for periodic wage claims applies to legal persons of private law, and successive fixed-term contracts may be characterized as indefinite-term contracts if they form a continuous employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 722 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 722/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ., 2) Γ. Π., 3) Α. Ψ., 4) Α. Σ. - Χ., 5) Ά. Κ., 6) Ν. Λ., 7) Γ. Ψ., 8) Ι. Κ., 9) Σ. Σ., 10) Ν. Σ., 11) Β. Ψ., 12) Β. - Β. Π., 13) Ε. Τ., 14) Ε. Δ., 15) Γ. Ψ., 16) Κ. Ψ., 17) Μ. Π., 18) Μ. Μ., 19) Κ. Χ., 20) Ι. Λ., 21) Μ. Δ., 22) Β. Μ., 23) Ι. Τ., 24) Α. Σ., 25) Ε. Α. και 26) Κ. Κ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βοργιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 14-10-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 8 της από 24-6-2003 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.), που υπογράφηκε μεταξύ του ως άνω Ταμείου (αναιρεσείοντος) και του Πανελλήνιου Σωματείου Εκτάκτου Προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 25-6-2003, ορίζεται ότι "Από 1-1-2002 καταβάλλεται στο προσωπικό του Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και στους αρχιτεχνίτες και αρχαιολόγους ορισμένου χρόνου, επίδομα ειδικής παροχής, ύψους 176 ευρώ μηνιαίως". Κατά το άρθρο 16 της εν λόγω Σ.Σ.Ε. "Έναρξη της παρούσας Σ.Σ.Ε. ορίζεται η 1-1-2002". Με το άρθρο 7 της από 21-7-2005 όμοιας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία υπογράφηκε μεταξύ του αυτού ως άνω Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων και του Πανελλήνιου Σωματείου Εκτάκτου Προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας στις 22-7-2005, ορίζεται ότι "Καταβάλλεται στο προσωπικό του Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και στους Αρχιτεχνίτες και Αρχαιολόγους ορισμένου χρόνου, επίδομα ειδικής παροχής, ύψους 176,00 ευρώ μηνιαίως". Κατά το άρθρο 15 της ίδιας Σ.Σ.Ε. "Η ισχύς της παρούσης αρχίζει από 24-8-2004". Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (και 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ).
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου αυτού νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και την θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, ενώ η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προεκτιθέμενα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και 3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, το οποίο αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Και τούτο διότι, αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των παραπάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, αν η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού του αναιρεσείοντος Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 Ν. 2021/1992, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3711/2008), με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έγινε προσχηματικά και με πρόθεση καταστρατηγήσεως των από την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δικαιωμάτων των εργαζομένων, οι οποίοι με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, μια ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες αφορούν την πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και ως εκ τούτου δεν έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, το αναιρεσείον Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον κανόνα αυτό έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα ο καθένας, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι όλοι οι ενάγοντες εργάσθηκαν υπό τις αυτές συνθήκες με τους άλλους εργαζόμενους στο εναγόμενο Ταμείο και είχαν το αυτό αντικείμενο απασχόλησης και ότι, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε με το Ν. 2470/1997 και με το Ν. 3205/2003, δικαιούνται και οι ενάγοντες όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους.
Το δικαίωμα δε αυτό των εναγόντων καθίσταται εμφανέστερο, για τον λόγο ότι η επίδικη παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 (88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως από 1-7-2002) έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει εξαρχής χαρακτήρα επιμίσθιου εργασίας και γενικά χαρακτήρα προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων.
Κατά συνέπεια -καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο- η μη χορήγηση της εν λόγω μισθολογικής παροχής, ύψους 176 ευρώ, και στους ενάγοντες συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος). Επικύρωσε δε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση (798/2008 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου), η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει σ' αυτούς την ειδική παροχή των 176 ευρώ, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως και 30-4-2006.
Σημειώνεται ότι, για το προηγούμενο από 1-1-2002 έως 31-12-2003 επίδικο χρονικό διάστημα, το Ειρηνοδικείο Ηρακλείου δέχθηκε, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή της εν λόγω μισθολογικής παροχής έχουν υποκύψει σε παραγραφή, το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, δεχθέν, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση και υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλει την επίδικη μισθολογική παροχή, ύψους 176 ευρώ, και για το από 1-1-2002 έως 31-12-2003 χρονικό διάστημα.
Έτσι, όπως αποφάνθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με άλλη εσφαλμένη αιτιολογία, αφού, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσιβλήτων είχαν προσλάβει, ενιαία, για τον καθένα από αυτούς, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή από 1-1-2002 έως 30-4-2006, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, και ως εκ τούτου εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι ευθέως εκ του νόμου, δηλαδή από τις ως άνω ισχύουσες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 24-6-2003 και 21-7-2005 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (οι οποίες ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, κατ' άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος), το αξιούμενο με την ένδικη αγωγή επίδομα ειδικής παροχής, ύψους 176 ευρώ μηνιαίως.
Κατά συνέπεια, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Η θεσπιζόμενη βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή με τα άρθρα 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού το αναιρεσείον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και η παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεων ρυθμίζεται από τα άρθρα 250 αριθμ. 17, 251 και 253 του ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία οι αξιώσεις για μισθούς κάθε είδους και για κάθε άλλη περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή παραγράφονται σε πέντε χρόνια και η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2009 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 263/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ