Legislator Case Law & Legislation
722/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lawyer's lack of valid power of attorney.

Case Number 722/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding property co-ownership. The appellants argued that the First Instance Court erred in finding the defendants as co-owners based on inheritance and historical possession. However, the Court ruled that the appeal was inadmissible because the defendants' lawyer appeared without a valid power of attorney, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the opposing party's lawyer appears without a valid power of attorney, as such unauthorized representation constitutes a procedural defect warranting dismissal.

Keywords

AI generated
procedural defect power of attorney inadmissible appeal unauthorized representation Code of Civil Procedure legal representation court procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 722 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 722/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6 και 7. Ψ7. Ο 1ος και η 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ακριτίδη. Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και με την από 10-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4621/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 34300/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-6-2008 αίτησή τους και με τους από 29-10-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, με το άρθρο 576 παρ. 2 ορίζονται τα εξής: Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι μη νόμιμη εμφάνιση του διαδίκου συνιστά και η εκπροσώπησή του από δικηγόρο στερούμενο πληρεξουσιότητας, η οποία δίνεται κατά τον οριζόμενο στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 τρόπο, δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι μεν 1ος και 4η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Παναγιώτη Ακριτίδη, χωρίς όμως ο τελευταίος να προσκομίσει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία να του παρέχεται από τον προαναφερθέντα και μη αυτοπροσώπως (από τον προαναφερθέντα και μη αυτοπροσώπως) εμφανισθέντα 1ο αναιρεσίβλητο το δικαίωμα να τον παριστά στο δικαστήριο, οι δε υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από τις με αριθ. .../23-12-2008, .../15-1-2009, .../10-2-2009, .../15-1-2009, .../15-1-2009 και .../22-12-2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών α) του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... οι πέντε πρώτες και β) του πρωτοδικείου Λαμίας ... η τελευταία, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδουν οι τελευταίες, οι δε πρώτος, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως όπως παραστούν στη συζήτησή της.

Συνεπώς, η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου, "Περί Γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει το δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "Περί γαιών", σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση επ' ονόματι αυτού τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.

Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού αναγνώρισε και το υπ' αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και ο ν. 2052/1920 (άρθρο 50 αυτού) εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαίου 1917. Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920 σ' αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα πλήρους κυριότητας στους αγρούς αυτούς, ενώ και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, που με την ίδια διάταξη είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, περιήλθε από την 20-5-1917 αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά τα άνω κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου συγκυρίους των αυτών, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 εκδοθέντος διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως για μια δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθολοκληρίαν κύριοι των εν λόγω αγρών.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νομίμου μοίρας), είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων, πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομιάς, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στο κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί των εφέσεων των διαδίκων κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αρ. ... εγγραφής του Β1 Πρόχειρου Φορολογικού Βιβλίου (Μουσφετέ) του χωριού ...

του τουρκικού έτους 1323, καθ' ημάς 1907, περιήλθε στην κυριότητα του προπάππου των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, και αρχικού δικαιοπαρόχου τους, ΑΑ, ένα αγροτεμάχιο κείμενο στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας ... στη θέση "..." ή "...", εμβαδού κατά τον ως άνω τίτλο ενός στρέμματος και διακοσίων πήχεων, κατά δε πρόσφατη εμβαδομέτρηση 1.158,85 τ.μ.

Τον ως άνω αγρό μεταβίβασε ο προπάππος τους, ΑΑ, το έτος 1907 με άτυπη δωρεά στον παππού των ανωτέρω, ΒΒ, ο οποίος νεμόταν και κατείχε αυτόν ανενόχλητα καλή τη πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι τον θάνατο του, την 8-9-1942, γενόμενος έτσι κύριος και ιδιοκτήτης αυτού κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), Ελλην.

Ν. 147/1914, το διάταγμα της προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (Ν. 1072/1917) και του Ν. 2052/1920, ήτοι της εξουσίασης εκ μέρους του αυτού του αγροτικού ακινήτου και της άσκησης της νομής και καλλιέργειας αυτού από του έτους 1907, δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο της 10ετίας χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση τρίτων. Μετά τον θάνατο του παππού των ως άνω εκκαλούντων - εφεσίβλητων, ΒΒ, το ως άνω αγροτεμάχιο κυριότητάς του περιήλθε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στη σύζυγο του ΓΓ κατά ποσοστό 1/4 ή 96/384 και στα τέκνα του ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ κατά ποσοστό 72/384 στον καθένα.

Στις 2-8-1946 απεβίωσε από τους παραπάνω ο ΔΔ και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του των 72/384 περιήλθε κατ' ισομοιρία στα τέκνα του, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, 1° και 4η από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους. Στις 10-6-1960 απεβίωσε επίσης από τους παραπάνω κληρονόμους του ΒΒ ο υιός του ΣΤ και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του των 72/384 περιήλθε κατ' ισομοιρία στις κόρες του, μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, 2η, 3η και 7η από τους εκκαλούντες-εφεσίβλητους.

Στις 18-8-1983 απεβίωσε, επίσης, η ΓΓ, και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της των 96/384 περιήλθε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, και συγκεκριμένα: α) στις κόρες της ΕΕ και ΖΖ κατά ποσοστό 1/16 ή 24/384 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, β) στις 2η, 3η και 7η από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους, κόρες του προαποβιώσαντος υιού της ΣΤ, κατά ποσοστό 8/384 στην κάθε μία, γ) στους 1η και 4η από τους εκκαλούντες-εφεσίβλητους, τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της ΔΔ, κατά ποσοστό 1/32 ή 12/384 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Στις 5-7-1995 απεβίωσε, επίσης, από τους παραπάνω η ΖΖ και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (72/384+24/384) περιήλθε κατ' ισομοιρία στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της 5η και 6η από τους ως άνω εκκαλούντες - εφεσίβλητους. Στις 27-11-1998 απεβίωσε, επίσης, από τους παραπάνω η ΕΕ και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του αγροτεμαχίου (72/384+24/384=96/384 ή 144/576) περιήλθε κατ' ισομοιρία στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και συγκεκριμένα:α) στις 2Π , 3η και 7η από τους εκκαλούντες-εφεσίβλητους, κόρες του προαποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω αδελφού της ΣΤ, κατά ποσοστό 16/576 στην κάθε μία, β) 5η και 6η από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους, κόρες της προαποβιωσάσης κατά τα ανωτέρω αδελφής της ΖΖ, κατά ποσοστό 24/576 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία και γ) 1° και 4η από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους, τέκνα του προαποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω αδελφού της ΔΔ, κατά ποσοστό 24/576 στον καθένα.

Συγκεκριμένα, τα τελικά ποσοστά συγκυριότητας επί του επίδικου αγροτεμαχίου, όπως διαμορφώθηκαν από τις διαδοχικές κατά τα ανωτέρω κληρονομικές διαδοχές είναι τα κάτωθι: στην 2α, 3η και 7η από τους εκκαλούντες ποσοστό 64/576 στην κάθε μία, στους 1°, 4η, 5η και 6Π από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους ποσοστό 96/576 στον κάθε ένα.

Δυνάμει των με αριθμούς .../2-2-1998, .../2-2-1998, .../2-2-1998 και .../20-9-1999 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χριστοδούλου-Συλλαίου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 467 η πρώτη, στον τόμο ... και αριθμό 468 η δεύτερη, στον τόμο ...

και αριθμό 469 η τρίτη και στον τόμο ... και αριθμό 223 η τέταρτη, απέκτησαν νόμιμα την εξ αδιαιρέτου, σύννομη και συγκατοχή του επιδίκου αγροτεμαχίου (βλ. τα υπ' αρ. πρωτ. .../19-5-1983, .../12-9-1983, και .../19-11-1997 πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών για τους ΒΒ, ΓΓ και ΖΖ, καθώς και την υπ' αρ. πρωτ. .../20-3-2001 βεβαίωση του Δήμου ...).

Ως καθολικοί διάδοχοι όλων των ανωτέρω, κατά τους εκάστοτε χρόνους επέλευσης των κληρονομικών διαδοχών, συνέχισαν οι εκκαλούντες-εφεσίβλητοι να ασκούν την νομή επί του επίδικου αγρού καλή τη πίστη και διάνοια κυρίου, ανεπίληπτα, αδιατάρακτα και συνεχώς, περιφράσσοντας, αποψιλώνοντας και. επιτηρώντας τον, καθότι ο αγρός αυτός δεν καλλιεργούνταν λόγω του πετρώδους εδάφους του, αλλά και λόγω της εγγύτητας του στο Λατομείο ..., η εξορυκτική λειτουργία του οποίου καθιστά απαγορευτική κάθε πράξη εκμετάλλευσης λόγω της σκόνης, και των πετρωμάτων που εκσφενδονίζονται προς κάθε κατεύθυνση.

Συνεπώς, κύριοι, νομείς και κάτοχοι του επιδίκου αγροτεμαχίου είναι οι ως άνω εκκαλούντες -εφεσίβλητοι, τα δικαιώματα τους στηρίζονται σε διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές, ενώ ουδέποτε απώλεσαν την νομή του ακινήτου τους, περιφράσσοντας, επιτηρώντας και αποψιλώνοντας αυτόν τόσο αυτοί όσο και οι δικαιοπάροχοι τους".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Πρωτοδικείο, κάνοντας δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε του$ τελευταίους συγκύριους του επίδικου ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα έκαστον εξ αδιαιρέτου ποσοστά και διέταξε την αποβολή των αναιρεσειουσών από το επίδικο. Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και ειδικότερα δεχόμενο α) ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος (παππούς) των αναιρεσιβλήτων ΒΒ κατέστη κύριος του επιδίκου αγρού με την συνεχή επί δεκαετία (1907-20/5/l917) κατοχή και καλλιέργεια αυτού, και β) ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα προαναφερόμενα έκαστος εκ εξ αδιαιρέτου ποσοστά λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, με την μεταγραφή των προαναφερθεισών δηλώσεων τους αποδοχής της κληρονομιάς, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψης, ενώ 1) η επιμέρους παραδοχή της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον προπάππου των αναιρεσιβλήτων ΑΑ με την προαναφερόμενη εγγραφή του έτους 1907 παραβιάζει μεν ευθέως τις προεκτεθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου, πλην όμως η εν λόγω παραβίαση στερείται εννόμων συνεπειών, αφού νομίμως κατέστη κύριος του επιδίκου ο παππούς των αναιρεσιβλήτων, από τον οποίο αρύονται οι τελευταίοι το δικαίωμα της συγκυριότητας του επ' αυτού, 2) η παραδοχή ότι ο επίδικος αγρός δεν καλλιεργείτο από τους αναιρεσιβλήτους λόγω του πετρώδους εδάφους του είναι μεν αντιφατική προς εκείνη της καλλιέργειας του επιδίκου από τον παππού των αναιρεσιβλήτων ΒΒ, πλην όμως οι εν λόγω αντιφατικές αιτιολογίες (που ιδρύουν του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης) δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ και 3) η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου αποκλειστικά με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή και όχι με έκτακτη χρησικτησία, κατ' εφαρμογή των φερόμενων ως εφαρμοσθεισών και παραβιασθεισών διατάξεων των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ και των αντίστοιχων του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 και τους από 29-10-2009 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 34300/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της νομίμως παριστάμενης τετάρτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ