Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding omitted facts and insufficient evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in a traffic accident case. The appellant argued the lower court ignored critical facts regarding the truck driver's lack of license and failed to consider prior appellate findings on negligence. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning was sufficient and the appellant's evidence requests were vague and lacked legal interest.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 K.P.D.; Art. 559 no. 9 K.P.D.: An appeal based on omitted material facts or unexamined evidence is inadmissible if the lower court's reasoning effectively addresses the main grounds, or if the evidence request is indefinite and lacks a legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 722 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 722/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Χατζημιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, 2.ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο έχει υπεισέλθει αυτοδικαίως από την 25-7-2006 στη θέση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της με βάση την απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Γράτσια-Πλατή
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 5256/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2482/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 8-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. "Πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον τρίτο λόγο της 1653/2005 εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυριζόταν (όπως άλλωστε και στην αγωγή του) προς θεμελίωση της ελλείψεως υπαιτιότητας του στην επέλευση του ατυχήματος, ότι το οδηγούμενο από τον ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων φορτηγό αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου κανονικά εκινείτο από τον ίδιο (αναιρεσείοντα - ενάγοντα) οδηγούμενη βέσπα.
Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς, ότι ο ενάγων κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως, διότι παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, άλλως διότι έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στον βραδέως κινούμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και σε περίπτωση που αυτός (ενάγων) κινήθηκε άμα τη αφή του πρασίνου φωτός. 'Ολοι οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της.
Επομένως το Εφετείο ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό και λόγο εφέσεως του ενάγοντος και εκ του πράγματος τον απέρριψε, δηλαδή δια της ερί του αντιθέτου παραδοχής του.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι ουσιαστικού κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ) και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς. (Ολ. ΑΠ. 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα :
Στις 4.10.01 και περί ώρα 15,20 προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα στον ισόπεδο κόμβο που σχηματίζουν οι οδοί ..... με την Π.Ε.Ο .... - ...., όπου η κυκλοφορία ερρυθμίζετο από λειτουργούντες φωτεινούς σηματοδότες. Η σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα μεταξύ της από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) οδηγουμένης υπ' αριθμόν κυκλοφορίας 21 δίκυκλης μοτοσυκλέτας πορευομένης επί της Π.Ε.Ο. .... - ...
και του .....,Δ.Χ.Φ. οχήματος του πρώτου (αναιρεσιβλήτου) εναγομένου, πορευομένου επί της οδού ...... και επιχειρούντος επιτρεπτώς ελιγμό προς τα αριστερά του προκειμένου να εισέλθει και πορευθεί στο έτερο (και αντίθετο από τον ενάγοντα) ρεύμα πορείας της αυτής Π.Ε.Ο.. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο μέσον περίπου της τελικής οδού, ακριβώς στο ύψος του φωτεινού σηματοδότη που είχε έμπροσθέν του ο μοτοσυκλετιστής ενάγων στη νοητή γραμμή της εγκάρσιας γραμμής που εκτείνεται από τη βάση του σηματοδότη στο απέναντι πεζοδρόμιο της Π.Ε.Ο. (βλ.
σχεδιάγραμμα τροχαίας) καθ' ην στιγμή το φορτηγό ολοκλήρωνε τον ελιγμό του και ευθειάζετο με το ρεύμα της Π.Ε.Ο. που θα ακολουθούσε. Συγκρουσθέντα δε τμήματα των οχημάτων ήταν η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του φορτηγού με την αριστερή πλευρά του δικύκλου. Ως προς το κρίσιμο δε και δυσχερές κατά τη διάγνωσή του ζήτημα της υπαιτιότητας περί την σύγκρουση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής :
Εκάτερον εμπλακέν μέρος αιτιάται το έτερο για παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη. Προς τούτο ο ενάγων μοτοσυκλετιστής (που έχει κατ' άρθρον 335 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το βάρος αποδείξεως) επικαλείται και μαρτυρία του εξετασθέντος, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και προανακριτικώς, ....., ο οποίος καταθέτει ότι ήτο αυτόπτης μάρτυρας και βεβαιώνει ότι το φορτηγό παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη του.
Ωστόσο όμως στην έκθεση της τροχαίας -η οποία κατέφθασε σε 20' μετά το ατύχημα- δεν γίνεται αναφορά για ύπαρξη μαρτύρων. Ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι "πάνω από 5' δεν έμεινα στο χώρο του ατυχήματος, η σύζυγος του ενάγοντα έψαξε στο βενζινάδικο, στο μπουγατσάδικο για κάποιο μάρτυρα που βρισκόταν εκεί, δεν θυμάμαι πότε με φωνάξανε, εγώ μένω κοντά εκεί".
ΤΟ δικαστήριο όμως δεν θεωρεί αξιόπιστη την παραπάνω κατάθεσή του, και τούτο διότι αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων κατά το ατύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά και παρά ταύτα ο εμφανιζόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας έσπευσε να αποχωρήσει από εκεί σχεδόν αμέσως χωρίς να περιμένει να συνδράμει τον τραυματισθέντα και τα αναμενόμενα να καταφθάσουν ΕΚΑΒ και Τροχαία δυσχερώς γίνεται δεκτό ότι το ίδιο πρόσωπο δέχθηκε πρόθυμα να υποβληθεί στην "ταλαιπωρία" της εν συνεχεία μετά τρίμηνο και πλέον εξέτασής του ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου, καθώς και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στη συνέχεια.
Αλλά και πέραν της παραπάνω παρατηρήσεως πρέπει να επισημανθούν και τα εξής : Η σύγκρουση έλαβε χώρα ακριβώς προ του ερυθρού σηματοδότη που είχε ο ενάγων και ο εναγόμενος οδηγός είχε μετακινηθεί διαγράφοντας καμπύλη πορεία από το δικό του σηματοδότη περίπου 15 μέτρα με το ογκώδες 26 τόνων όχημά του. Από τα πιο πάνω και το ότι παραπλεύρως του σημείου της συγκρούσεως και προς τα δεξιά της πορείας του μοτοσυκλετιστή ευρίσκοντο σταματημένα προ του σηματοδότη και έτερα οχήματα εκ των οποίων το ένα φορτηγό και ότι η ταχύτητα του φορτηγού ήτο μειωμένη, το Δικαστήριο απορρίπτοντας ως αναξιόπιστα τα υπό του παραπάνω "αυτόπτη" μάρτυρα κατατεθέντα και λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής άγεται στην κρίση, ότι ο παραβιάσας τον ερυθρό σηματοδότη ήτο ο ενάγων οδηγός του δικύκλου που μη έχοντας οπτικό πεδίο από τ' αριστερά του και μη αντιληφθείς έτσι την προαναφερθείσα βραδεία κίνηση του 1ου φορτηγού θεώρησε, ότι ακινδύνως θα μπορούσε παραβιάζοντας το σηματοδότη να συνεχίσει την προς τα εμπρός πορεία του.
Α κόμη πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά τα αυτά διδάγματα συνήθως η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη γίνεται στην αρχή της μεταπτώσεως του πρασίνου φωτός σε ερυθρό και ο στο σημείο αυτό κινούμενος αναπτύσσει κατά κανόνα ταχύτητα για να "προλάβει να περάσει" και δεν κινείται βραδέως, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος.
Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί, ότι ο ενάγων κατά τη στιγμή που σταθμευμένος προ του σηματοδότη, τούτο ξεκίνησε ευθύς ως άναψε το πράσινο φως και ο εναγόμενος είχε βραδύνει λόγω του μεγάλου όγκου και της μικρής ταχύτητας του οχήματός του και δεν είχε ολοκληρώσει την έξοδό του από τον παραπάνω κόμβο και πάλι αυτός (ενάγων) ευθύνετο για τη σύγκρουση, διότι όφειλε να παραχωρήσει την προτεραιότητα στο φορτηγό που εκινείτο ακόμη από την προηγούμενη σηματοδότηση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον ενάγοντα, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευσή του.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο, ότι περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα και το σημείο του ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ασάφειες και αντιφάσεις αναγόμενες σε επιχειρήματα που προέβαλε ο ενάγων προς υποστήριξη των απόψεών του περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του και ως προς το σημείο του ατυχήματος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι η απόφαση περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ως άνω.
Ο ίδιος λόγος κατά τις αιτιάσεις εκείνες που πλήττουν την ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Την εκτίμηση πραγμάτων πλήττει ο αυτός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με πρόσχημα εδώ την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας, από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για εσφαλμένη τάχα εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 Α.Κ.
και 6 παρ. 1β και 3 του ΚΟΚ, άρα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ.
για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του δικανικού του συλλογισμού την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει ανενδοιάστως ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
ΙΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται σε διαγνωστικό λάθος αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας με το να δεχθεί ότι : α) η σύγκρουση έλαβε χώρα περίπου στο μέσον της οδού ακριβώς στο ύψος του φωτεινού σηματοδότη και β) η συγκρουσθείσα πλευρά του δικύκλου είναι η αριστερή. Από το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και της εκθέσεως αυτοψίας προκύπτει ότι : 1) στο σχεδιάγραμμα πράγματι σημείο του ατυχήματος είναι το μέσον περίπου της οδού, όταν η οδός αναφέρεται ως έχουσα πλάτος 7 μέτρων και το σημείο του ατυχήματος στα 3,70 μέτρα, από το άκρο της οδού και 2) στην έκθεση αυτοψίας πράγματι αναφέρεται "η συγκρουσθείσα επιφάνεια του Α' οχήματος είναι η αριστερή πλευρά αυτού, έπαθε στρέβλωση φτερού οπισθίου και θραύση οπισθίου αριστερού φλας".
Συνεπώς ορθά απέδωσε το Εφετείο το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων που συνεκτιμήθηκαν με άλλα αποδεικτικά μέσα και ο αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
VI.- Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε ως δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής "ότι συνήθως η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη γίνεται στην αρχή της μεταπτώσεως του πρασίνου σε ερυθρό" προς σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως περί της υπαιτιότητος των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, που όμως δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ιδρύεται όνο σε περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και στην περίπτωση που αυτοί (διδάγματα) αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν αυτά αφορούν την κρίση του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση όπου το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εξειδικεύσει τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής τους οποίους χρησιμοποιεί. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και μάλιστα κατά την ερμηνεία κανόνων ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
V.- Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε στην επικουρική της αιτιολογία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ΚΟΚ, άλλως ως προς το σκέλος της αυτό περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δύο μέρη του πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως, που και αυτή, όπως η κύρια, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, πρέπει δε να απορριφθεί προεχόντως αλυσιτελής και απαράδεκτος, αφού δεν πλήττεται, κατά τα άνω εκτιθέμενα αποτελεσματικά η κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης.
VI.- Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 9 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του που παραδεκτά προέβαλε με λόγο εφέσεως. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε στο Εφετείο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την αδυναμία και έλλειψη οδηγητικής ικανότητας από τον υπερήλικα οδηγό του φορτηγού, εξ αιτίας της οποίας κατά την αριστερή στροφή που επεχείρησε εισήλθε αντικανονικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η αδυναμία αυτή αποδεικνύεται και από γεγονός ότι ο α' εφεσίβλητος μέχρι σήμερα δεν έχει επιδείξει την ανάλογη για το όχημα που οδηγούσε άδεια ικανότητας οδήγησης, παρά μόνο μια φωτοτυπία αυτής (βλ. την έκθεση αυτοψίας.).
Συνεπώς θα πρέπει ο α' εφεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιδείξει το πρωτότυπο της άδειας ικανότητας οδήγησης φορτηγού 26.000 κιλών, έγγραφο που φέρεται ότι κατέχει". Όμως υποχρέωση επιδείξεως εγγράφου υπήρχε όταν ο αιτών : α) δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την επίδειξη, β) κατέχει το έγγραφο ο καθ' ου, γ) το έγγραφο είναι πρόσφορο για άμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού και δ) προσδιορίζεται ακριβώς το περιεχόμενό του.
Τέτοιο έννομο συμφέρον βέβαια δεν υφίσταται, όταν το έγγραφο προσκομίζεται σε φωτοτυπία, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητείται. Με βάση αυτά το αίτημα αυτό που υποβλήθηκε παραδεκτά το πρώτος στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ήταν αόριστο, διότι ο αιτών -τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν προσδιόριζε το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και ειδικότερα της αδείας ικανότητας οδηγού, ότι αυτό έπρεπε να είναι επαγγελματικό, την κατηγορία σε σχέση με τη δυνατότητα μεταφοράς φορτίου του φορτηγού αυτοκινήτου επίσης και την ηλικία του εναγομένου οδηγού για την τυχόν υποχρέωση αναθεωρήσεως αυτής (αδείας).
Εξάλλου φωτοτυπία της άδειας είχε προσκομισθεί και επιδειχθεί χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της, όπως αναφέρεται. Συνακόλουθα, ενόψει όλων αυτών των δεδομένων, και διότι σε κάθε περίπτωση ο προς απόδειξη ισχυρισμός δεν ήταν λυσιτελής, αφού η ικανότητα προς οδήγηση κρίνεται από την πραγματική κατάσταση, δεν στοιχειοθετείται και πρέπει να απορριφθεί για την αιτία αυτή ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμό 9 Κ.Πολ.Δ..
VII.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.10.2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 2482/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ