Legislator Case Law & Legislation
721/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract formation in public tender, upholding lower court's finding of acceptance.

Case Number 721/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final labor court decision regarding a public tender contract. The State argued the lower court lacked evidence for the applicant's immediate acceptance of the offer, but the Court found the appellate court correctly relied on the complete evidentiary record. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the applicant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 185, 189, 192, 201, 361 and 648 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: In public tender contracts, acceptance is deemed given upon the candidate's declaration, and the appellate court's factual findings based on the full evidence file are final and unreviewable.

Keywords

AI generated
public tender contract labor contract formation appellate review standard evidence sufficiency State liability costs acceptance declaration finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 185, 189, 192, 201, 361 and 648 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1987
Article 2 of the Ministerial Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Case 205/2024
Case 1785/2022
Case 262/2020
Case 677/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 721/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Αναστασίας Σκουντή, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ‘Ο. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας-Άννας Σπηλιοπούλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 828/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4468/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 29.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των εν προκειμένω διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, 4468/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ' αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό. Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τα ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349. 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1575/2024, 646/2023, 132/2021, 1163/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023). Στην τελευταία δε περίπτωση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη (4468/2021) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η, από 20.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης ...2020, έφεση που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, από κοινού με μη διαδίκους στη προκείμενη δίκη, κατά της 828/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η, από 15.03.2019 και με αριθμό κατάθεσης ...2019 αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, αναφορικά με την αναιρεσίβλητη ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου, διάρκειας ορισμένου χρόνου, από 01.05.2018 μέχρι 30.04.2019 και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.592 ευρώ (13.944 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας και 4.648 ευρώ ως αποζημίωση, εκ της αδικοπρακτικής ευθύνης των υπαλλήλων του εναγομένου, βάσει της διάταξης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ), με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αναφορικά με την αναιρεσίβλητη (... ενάγουσα), τα εξής: Το εναγόμενο, με την με αριθμό ... Ανακοίνωση, με αριθμό πρωτοκόλλου ...2017 της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥΠ.Υ.Τ.) του πρώην Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, προκήρυξε την πρόσληψη, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εκατόν δεκαοκτώ (118) ατόμων, για την κάλυψη εποχικών ή παροδικών αναγκών της Υπηρεσίας του αυτής, στο πλαίσιο του έργου με τίτλο: "Ενίσχυση της υπηρεσίας Υποδοχής & Ταυτοποίησης μέσω της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού της", το οποίο υλοποιούνταν με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), κατόπιν σχετικής Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ αυτής και της εν λόγω Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου του εναγομένου.

Σύμφωνα με την ανωτέρω Ανακοίνωση, ως διάρκεια των συμβάσεων είχε οριστεί το χρονικό διάστημα "από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και έως 31-12-2017", με δυνατότητα ανανέωσης αυτών (των συμβάσεων) σε περίπτωση εξασφάλισης των αναγκαίων πιστώσεων. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δήλωσε τη συμμετοχή της στη διαγωνιστική αυτή διαδικασία και έλαβε κανονικά μέρος σ' αυτή, υποβάλλοντας τα απαιτούμενα έγγραφα που πιστοποιούσαν τα προσόντα της, σύμφωνα με την Ανακοίνωση και συγκεκριμένα συμμετείχε για τη θέση με κωδικό "102" που αντιστοιχούσε στην ειδικότητα ΠΕ Νομικής για την Κεντρική Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥΠ.Υ.Τ.), για την οποία οι προκηρυχθείσες κενές θέσεις ανέρχονταν σε τρεις (3).

Στις 04-12-2017, κατόπιν επεξεργασίας των αιτημάτων (φακέλων) των υποψηφίων από το Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης της ΥΠ.Υ.Τ., αναρτήθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994, (αλλά και στη "ΔΙΑΥΓΕΙΑ"), οι Προσωρινοί Πίνακες Κατάταξης Επιτυχόντων και οι Πίνακες Απορριπτέων, στους οποίους η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν ήταν σε θέση πρόσληψης (για τον κωδικό 102-ΠΕ Νομικής), καθώς κατείχε την ...

θέση στη σειρά κατάταξης για τις τρεις διαθέσιμες θέσεις. Ωστόσο, μετά από παραδεκτά ασκηθείσα σχετική ένστασή της, εκδόθηκε η ...2018 απόφαση του ΑΣΕΠ με την οποία η ένστασή της (μεταξύ άλλων) έγινε δεκτή και οι πίνακες αναμορφώθηκαν, συμπεριλαμβάνοντάς την στους επιτυχόντες. Ειδικότερα, στους Οριστικούς Πίνακες των Επιτυχόντων υποψηφίων, οι οποίοι αναρτήθηκαν την 20-4-2018, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εντάχθηκε στη ...

θέση. Εν τω μεταξύ, όμως, είχαν εκδοθεί τα έγγραφα του Γενικού Γραμματέα Υποδοχής και του Διευθυντή της ΥΠ.Υ.Τ. [...], αναφορικά με την εγκυρότητα των στοιχείων πρόσληψης των επιτυχόντων υποψηφίων καθώς επίσης και οι Υπουργικές Αποφάσεις [...], οι οποίες αφορούσαν στην αρχική πρόσληψη εκατόν ενός (101) επιτυχόντων της ...

Ανακοίνωσης, για σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, κατόπιν σχετικής ειδοποίησής τους από την Υπηρεσία (ΥΠ.Υ.Τ.) προσήλθαν μόνο ενενήντα (90) από αυτούς για την υπογραφή των αντίστοιχων συμβάσεων. Στο χρονικό αυτό σημείο, δηλαδή, στα μέσα του Δεκεμβρίου 2017, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν κλήθηκε καθόλου, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω το όνομά της δεν περιλαμβανόταν στους προσωρινούς Πίνακες επιτυχόντων.

Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν συμπεριλήφθηκε στους προσωρινούς Πίνακες επιτυχόντων της ένδικης διαγωνιστικής διαδικασίας από υπαίτιο λάθος των υπαλλήλων του εναγομένου που επεξεργάστηκαν το αίτημα και το φάκελο συμμετοχής της, όπως σαφώς προκύπτει από την ... απόφαση του ΑΣΕΠ που έκρινε επί της εμπρόθεσμης και παραδεκτής σχετικής ένστασής της (μεταξύ και άλλων ενστάσεων).

Μετά δε την παραδοχή της τελευταίας, η ενάγουσα αυτή συμπεριλήφθηκε στον διορθωμένο Οριστικό Πίνακα Επιτυχόντων, σε θέση πρόσληψης για τον κωδικό για τον οποίο είχε δηλώσει συμμετοχή (102, που αντιστοιχεί στην ειδικότητα ΠΕ Νομικής για την Κεντρική ΥΠ.Υ.Τ.), δηλαδή, στη ... θέση. Ωστόσο, η Υπηρεσία του εναγόμενου παρέλειψε να την προσλάβει παραβαίνοντας υπαίτια την υποχρέωσή της, όπως προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 20 ν. 2190/1994, κατ' εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η ένδικη Προκήρυξη (Ανακοίνωση ...) και στην οποία ορίζεται ρητά ότι: "Οι οικείοι φορείς προσλαμβάνουν το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατά το παρόν άρθρο αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων χωρίς να αναμένουν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του ΑΣΕΠ.

Τυχόν αναμόρφωση των πινάκων βάσει του ελέγχου του ΑΣΕΠ που συνεπάγεται ανακατάταξη των υποψηφίων εκτελείται υποχρεωτικά από τους οικείους φορείς και απολύονται οι μη δικαιούμενοι να προσληφθούν βάσει της νέας κατάταξης...". Σύμφωνα δε, με το Κεφάλαιο Πέμπτο της ένδικης Προκήρυξης ..., "Η Υπηρεσία προσλαμβάνει το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων.

Τυχόν αναμόρφωση των πινάκων βάσει αυτεπάγγελτου ή κατ' ένσταση ελέγχου του ΑΣΕΠ που συνεπάγεται ανακατάταξη των υποψηφίων, εκτελείται υποχρεωτικά από το φορέα, ενώ απολύονται οι υποψήφιοι που δεν δικαιούνται πρόσληψης βάσει της νέας κατάταξης... Προσληφθέντες οι οποίοι αποχωρούν πριν από τη λήξη της σύμβασής τους, αντικαθίστανται με άλλους από τους εγγεγραμμένους και διαθέσιμους στον πίνακα της οικείας ειδικότητας, κατά τη σειρά εγγραφής τους σε αυτόν.

Σε κάθε περίπτωση, οι υποψήφιοι που προσλαμβάνονται είτε κατόπιν αναμόρφωσης των πινάκων από το ΑΣΕΠ είτε λόγω αντικατάστασης αποχωρούντων υποψηφίων, απασχολούνται για το υπολειπόμενο, κατά περίπτωση, χρονικό διάστημα και μέχρι συμπληρώσεως της εγκεκριμένης διάρκειας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου".

Συνεπώς, τουλάχιστον από τον χρόνο κατάρτισης του Οριστικού Πίνακα, το εναγόμενο όφειλε να προσλάβει και να απασχολεί την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία δεν είχε υπογράψει μεν σύμβαση μέχρι 31-12-2017, αλλά τούτο δεν είχε συμβεί με υπαιτιότητα δική της, αλλά ιδία υπαιτιότητα των οργάνων (υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας) του εναγομένου.

Αναφορικά δε, με το γεγονός της ανανέωσης των επίδικων συμβάσεων, αποδεικνύονται και τα εξής: Με την από 15 & 16-3-2018 "συμφωνία εταιρικότητας" μεταξύ της ΥΠ.Υ.Τ. και της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε., στην οποία προβλεπόταν παράταση των συμβάσεων των υπαλλήλων ονομαστικά, οι οποίοι ήδη είχαν συνάψει αρχική σύμβαση, εκδόθηκε η υπουργική Απόφαση 2351/24-4-2018, με την οποία παρατάθηκαν οι ενενήντα (90) συναφθείσες αρχικές συμβάσεις, από 01-01-2018 (αναδρομικά) έως 30-04-2018, και, επειδή, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2018 και μετά υπήρξαν παραιτήσεις, ο αριθμός των συμβασιούχων έως 30-04-2018 ανερχόταν πλέον στους εβδομήντα επτά.

Με την ... σχετική Υ.Α., οι ως άνω εβδομήντα επτά (77) συμβάσεις ανανεώθηκαν για ένα έτος και δη ονομαστικά για κάθε συμβασιούχο, ανανέωση στην οποία, σαφώς, δεν συμπεριλήφθηκε η ανωτέρω ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), ενώ, εφόσον αυτή (η ανανέωση) έγινε χωρίς την παράλειψη κανενός από τους ήδη τότε συμβασιούχους, θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί, εάν δεν είχε παρεμβληθεί η παράλειψή της κατά την υπογραφή των αρχικών συμβάσεων, η οποία έγινε από υπαιτιότητα των υπαλλήλων του εναγομένου και όχι από λόγο που αφορά στην ίδια.

Συνεπώς, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), με βάση τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Πέμπτο της ένδικης Προκήρυξης που προαναφέρθηκαν, έπρεπε να προσληφθεί κατόπιν της αναμόρφωσης των πινάκων από το ΑΣΕΠ και να απασχοληθεί για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση της ήδη εγκεκριμένης διάρκειας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή, μέχρι 30-04-2019, διάστημα για το οποίο δικαιούται να της καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, με βάση τη σύμβαση που καταρτίστηκε, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, μεταξύ αυτής και του εναγομένου, δια της εν λόγω Υπηρεσίας αυτού, στην οποία και έπρεπε να απασχοληθεί, μετά την πλήρωση της αίρεσης της επιτυχίας της στο διαγωνισμό.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01-05-2018 έως 30-04-2019 συνολικού ποσού (1.162 ευρώ μηνιαίες αποδοχές που θα ελάμβανε Χ 12 μήνες =) 13.944 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-01-2018 μέχρι και 30-04-2018, κατά το οποίο αυτή δεν είχε προσληφθεί λόγω της υπαίτιας παράλειψης των οργάνων του εναγομένου, για αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε το τελευταίο το ποσό των (1.162 ευρώ Χ 4 μήνες =) 4.648 ευρώ (απορρίπτοντας την αιτούμενη αποζημίωση για τον μήνα Δεκέμβριο 2017).

Με τις ανωτέρω παραδοχές, εν σχέσει με την υπερημερία του εναγομένου και την οφειλή του στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) αντίστοιχων μισθών υπερημερίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 652, 653, 656, 669 παρ. 1, 672 ΑΚ και 21 του ν. 2190/1994 και δεν παραβίασε αυτές, ευθέως.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεχόμενο ότι η μη συμπερίληψη της ενάγουσας στους προσωρινούς πίνακες επιτυχόντων της ένδικης διαγωνιστικής διαδικασίας και η εντεύθεν μη υπογραφή της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο, που έληγε στις 31.12.2017, οφείλονταν σε υπαιτιότητα του εναγομένου και δη των υπαλλήλων του, που επεξεργάστηκαν το αίτημα και τον φάκελο συμμετοχής της και την ενέταξαν στην ...

θέση, ότι, κατόπιν αποδοχής ένστασής της από το ΑΣΕΠ, συμπεριλήφθηκε στον αναμορφωμένο οριστικό πίνακα επιτυχόντων, που αναρτήθηκε στις 20.04.2018, σε θέση πρόσληψης (... θέση) και ότι το εναγόμενο παρέλειψε να την προσλάβει, μετά τις κατά νόμο αρχικώς παράτασης των αρχικών συμβάσεων έως 30.04.2018 (ήτοι συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου του αναμορφωμένου οριστικού πίνακα) και εν συνεχεία ανανέωσης του χρόνου αυτών, οι οποίες (παράταση και ανανέωση) έγιναν χωρίς την παράλειψη κανενός από τους ήδη τότε αρχικώς (πλην των παραιτηθέντων) συμβασιούχους, ορθώς έκρινε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα θα έπρεπε να είχε προσληφθεί, και αυτή, όπως έγινε με όλους τους λοιπούς αρχικώς συμβαλλόμενους/προσληφθέντες, εάν δεν είχε παρεμβληθεί η παράλειψή της κατά την υπογραφή των αρχικών συμβάσεων, η οποία έγινε από υπαιτιότητα των υπαλλήλων του εναγομένου και όχι από λόγο που αφορά στην ίδια, και, επομένως, το εναγόμενο, παραλείποντας να την προσλάβει, παρέβη υπαιτίως την υποχρέωσή του, όπως προβλέπεται με την παρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 20 ν. 2190/1994, κατ' εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η ένδικη προκήρυξη και ορθώς κατέληξε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο κατάρτισης του οριστικού πίνακα, οπότε το ήδη αναιρεσείον εναγόμενο όφειλε να την προσλάβει και να την απασχολεί, για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση της ήδη εγκεκριμένης διάρκειας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή, μέχρι τις 30.04.2019, με βάση τη σύμβαση που καταρτίστηκε, μετά την πλήρωση της αίρεσης της επιτυχίας της στο διαγωνισμό και παρά το ότι δεν είχε υπογράψει μεν την αρχική σύμβαση μέχρι την αρχική λήξη αυτής στις 31-12-2017, αλλά τούτο είχε συμβεί με υπαιτιότητα των οργάνων (υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας) του εναγομένου.

Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι ο μισθωτός, του οποίου έληξε η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με τον εργοδότη του, δεν έχει δικαίωμα επικαλούμενος καταχρηστική άσκηση της φυσικής ευχέρειας του τελευταίου να αρνηθεί την κατάρτιση νέας σύμβασης, να αξιώσει ως αποζημίωση τους μισθούς που απώλεσε λόγω της μη ανανέωσης της σύμβασής του (ΑΠ 646/2023, 132/2021), όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον (εναγόμενο) διότι, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ναι μεν ο χρόνος της αρχικής σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε έως τις 31.12.2017, η μη πρόσληψη όμως της ενάγουσας κατά την αρχική σύμβαση προ του χρόνου αυτού οφειλόταν σε υπαιτιότητα του εναγομένου, η δε ανάρτηση των οριστικών πινάκων επιτυχίας στις οποίες το πρώτον συμπεριελήφθη η ενάγουσα, κατόπιν αποδοχής της ένστασής της, έλαβε χώρα μετά μεν την ανωτέρω αρχική ημερομηνία λήξης της σύμβασης, πριν όμως από τη νόμιμη παράτασή της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1863/2023, 988/2021, 68/2020).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, β) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) εξειδίκευση του σφάλματος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 703/2024, 420/2022, 988/2021, 472/2017).

Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 2007/2022, ΑΠ 1056/2022, 988/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1702/2022, 559/2020, 262/2020, 1334/2018, 1199/2018).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα, προσκομισθέντα από τους διαδίκους και, μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 205/2024, 1785/2022, 262/2020, 677/2015).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι αφενός αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, έχοντας ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία ως προς την παραδοχή της ότι η ενάγουσα δήλωσε, ευθύς αμέσως μετά την ανάρτηση του οριστικού πίνακα επιτυχόντων, την από μέρους της αποδοχή της πρότασης του Δημοσίου για σύναψη σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και αφετέρου το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε τα ανωτέρω πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης: 1. αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ώστε να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, έλλειψη αιτιολογιών ή ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης ποιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτάθηκαν από το αναιρεσείον (εναγόμενο), ως προς τους οποίους η έλλειψη αιτιολογιών ή/και η ανεπάρκεια αυτών και 2.

αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και την πρωτοδίκως κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης), τα οποία, προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, μνημονεύονται σ' αυτή και συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά τον νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη' και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα ως δεχθέντα ως αληθινά ως άνω γεγονότα χωρίς απόδειξη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της άνω διάταξης (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση).

Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης , σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 29.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022, αίτηση για αναίρεση της 4468/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ