Legislator Case Law & Legislation
721/2024 AI generated

Appeal dismissed because lower court failed to cite specific factual findings regarding the employment relationship classification.

Case Number 721/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the single-member court of appeal's decision regarding the classification of an employment relationship. The appellant argued that the lower court violated procedural rules by failing to explicitly cite the specific factual findings and legal reasoning used to determine the nature of the employment contract. The court ruled that while the lower court must consider all evidence, it is not required to list every single fact in its judgment, provided the reasoning is clear and complete.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to cite specific factual findings is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and complete without needing explicit enumeration of every fact.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual findings citation employment relationship classification lower court reasoning procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 26 of Presidential Decree 247/1991
Legal Opinion No. 487/94 of the Council of State
Article 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 23/2008
Supreme Court of Greece, 8/2016
Supreme Court of Greece, 42/2002
Supreme Court of Greece, 1964/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 721/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ε. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόφιλου Παπαδόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ι. Κ. Α.-Ο. Ε. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ο. Ε. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ακριβόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η .../2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 612/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτ. γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (Ολ.Α.Π. 8/2016, 42/2002).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).

Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού.

Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019).

Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 759/2018, 161/2017).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, 2047/2014).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 του KΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 58/2008).

Περαιτέρω από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 KΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

β` KΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Περαιτέρω, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015).

Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομισθεισών προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 KΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008). Η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000).

Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτά γίνεται επίκληση των αναφερόμενων σ` αυτές, αποδεικτικών εγγράφων (ΑΠ 1218/2020, 258/2019, 785/2019, 1658/2017, 923/2017).

Εξ άλλου, δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (Α.Π. 1042/2013, 1043/2013, 257/2008, 1595/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, Α).

κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αρ.11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του στους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ), με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός, νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι η μεταξύ αυτού και της εναγομένης σχέση εργασίας έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: α) πίνακα αμοιβών της Δ.Α. 36/2009 από 1-9-2009, οι οποίες κατά την έναρξη της συνεργασίας μας ήταν της τάξης των 1.972,65 ευρώ, όπως προκύπτει από τους σχετικούς δημοσιευμένους πίνακες αμοιβών, β) την με αρ. 1964/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (Δ' τμήμα), γ) το με αρ.

πρωτ. 441/ΤΤ/2-2-2017 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ/νσης Δημ. Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας της Π.Ε. ... σχετικά με την γνωστοποίηση για εφαρμογή της ΣτΕ 1964/2016, δ) την με αρ. πρωτ. ... /13-11-2014 απόφαση του Περιφερειάρχη ..., με την οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη, με αρ. 9077/27-12-2010 όμοια απόφασή του, και πλέον ορίσθηκε ο αναιρεσείων Επιστημονικός Υπεύθυνος της Ορθοπαιδικής Κλινικής της εναγομένης από 29-1-2014, σε αντικατάσταση του προκατόχου συναδέλφου του ιατρού Π.

Σ., ε) την από 30-1-2014 δήλωση του Ν 1599/1986 του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Ν. Α. του Σ., στ) την με αρ. πρωτ. .../2016 απόφαση της Προϊσταμένης της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας της Π.Κ.Μ., με την οποία ύστερα από σχετική αίτηση-δήλωση της εναγομένης, αντικαταστάθηκε στην θέση του Επιστημονικού Υπευθύνου της Ορθοπαιδικής Κλινικής της εναγομένης από τον ιατρό Κ.

Λ. και από 8-12-2016, ζ) το με αρ.πρωτ..../2014 πιστοποιητικό του Ιατρικού Συλλόγου ... αναφορικά με την προϋπηρεσία του μέχρι την ανάληψη εργασίας στην εναγομένη, (η) την Βεβαίωση Αποδοχών και Κρατήσεων (Μισθοδοσία) του ιατρού Ε.Σ.Υ. Δ. X. του Ι, θ) την Βεβαίωση Αποδοχών και Κρατήσεων (Μισθοδοσία) του ιατρού Ε.Σ.Υ. Π. Β.

του Ν., ι) την Βεβαίωση Αποδοχών και Κρατήσεων (Μισθοδοσία) του ιατρού Ε.Σ.Υ. Κ. Π. του Π. και ια) την Βεβαίωση Αποδοχών και Κρατήσεων (Μισθοδοσία) του ιατρού Ε.Σ.Υ. Σ. Μ. του Δ., από τα οποία αποδεικνύεται η ουσιαστική βάση της αγωγής του, η υποχρέωση εφαρμογής των όσων διέλαβε ως σκεπτικό και διατακτικό η ΣτΕ 1964/2016, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται η μορφή της εργασιακής σχέσης μεταξύ επιστημονικού συνεργάτη και κλινικής, όπως ακριβώς ισχύει στην ένδικη υπόθεση.

Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως: "Από τις ομολογίες της εναγομένης, όπου κατωτέρω γίνεται ειδική και περιοριστική μνεία, από τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ενός από κάθε διάδικο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμώνται κατά τον λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας εκάστου, καθώς και από τα νομίμως προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια, δίχως όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται στο σύνολό τους υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Κ.Πολ.Δ. 339, 395), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά...." και το όλο περιεχόμενο αυτ, προκύπτει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, έλαβε υπόψη, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, τα έγγραφα, υπό την αρίθμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με αριθμούς β), δ), στ), που αναφέρονται ρητώς και "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο ο ήδη αναιρεσείων και τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με γενική αναφορά.

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά, Β).

κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, κατά το νοηματικό περιεχόμενο του οποίου, θεμελιώνεται στους από τους αριθμούς 8, 11 περ. β και 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγους αναίρεσης (και όχι και από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου), ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, 1) τους ισχυρισμούς της εναγομένης που είχε προβάλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις της, αν και δεν τους είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ και 2) τα αποδεικτικά μέσα που με αυτές επικαλείτο και είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και ενώπιον του Εφετείου δεν τα είχε επικαλεστεί με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Επί του σκέλους αυτού του ιδίου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: α) Ως προς το πρώτο τμήμα του: Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποίοι συγκεκριμένως ήσαν οι προβληθέντες ισχθρισμοί της εναγομένης, τους οποίους έλαβε υπ' όψιν το Εφετείο, παρ' ότι δεν είχαν επαναφερθεί ενώπιον αυτού παραδεκτώς.

β) Ως προς το δεύτερο τμήμα του: Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, με ειδική αιτιολογία (σελ. 7) έκρινε ότι η εναγομένη δεν είχε επαναφέρει νομίμως και παραδεκτώς με τις ενώπιόν του προτάσεις τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις) που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία και ακολούθως δεν έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Συνεπώς ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τμήμα αυτό του ιδίου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη προσκομιδή και επίκληση από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη και τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς πάντως να αναφέρονται και εξειδικεύονται, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προυποθέσεως.

Γ). κατά το τρίτο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β` του KΠολΔ, (και όχι και από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την μομφή, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη προσκομιδή και επίκληση και τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, α) "ένορκες" χωρίς ειδικότερη αναφορά, β) τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της εναγομένης και γ) την από 7-6-2017 τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της εναγομένης, χωρίς να προκύπτει νόμιμη και παραδεκτή προσκομιδή αυτών από τους διαδίκους.

Κατά το σκέλος του αυτό ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, σχετικά με το με αρ. α) έγγραφο, έλαβε υπόψη του όχι "ένορκες" αλλά "τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης κα ανταπόδειξης, ενός από κάθε διάδικο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης....", ενώ τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της εναγομένης δεν έλαβε υπόψη λόγω μη νόμιμης και παραδεκτής ενώπιόν του επίκλησης, σχετικά δε με τα με αρ.

β) και γ) έγγραφα, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν μόνο από τον ενάγοντα και όχι μόνον από τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) KΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) KΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ` ουσία.

Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 495 παρ. 1, 562 KΠολΔ] και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (Ολ. ΑΠ 11/2017). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 495 παρ. 1, 562 KΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (Ολ. ΑΠ 1/1999, 30/1997, ΑΠ 222/2021,109/2020,114/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, Α). Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικού κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα ότι με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αυτού, δεχόμενο ότι η μεταξύ αυτού και της εναγομένης-αναιρεσίβλητης σχέση εργασίας έχει τον χαρακτήρα σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του π.δ. 235/2000, καθόσον δεν ακολούθησε στις νομικές παραδοχές του την με αριθμό 1964/2016 απόφαση του ΣΤΕ, με την οποία λύθηκε το ζήτημα της νομικής σχέσης που συνδέει την εναγομένη με αυτόν, η οποία είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, όφειλε το Εφετείο να κάνει δεκτή την αγωγή του και να του επιδικάσει την από την ΣΣΕ προβλεπόμενη αμοιβή.

Β). Με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς συλλογισμούς αναφορικά με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι αυτό της μορφής σύμβασης που συνέδεε τον ίδιο με την εναγομένη, εκθέτοντας ειδικότερα για τη θεμελίωσή του ότι α) ενώ στη σελ. 9 η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι η σχέση του με την εναγομένη εταιρεία υπάγεται στο νομικό πλαίσιο του ΠΔ 247/1991, ωστόσο στο υπόλοιπο τμήμα της ελάσσονος σκέψης της δεν καθορίζει την νομική μορφή της απασχόλησής του ως Επιστημονικού Υπευθύνου, κατωτέρω δε στη σελίδα 11 δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε συμφωνήσει με την εναγομένη και εκτέλεσε τα λοιπά καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 26 του ΠΔ 247/1991 κατά το επίδικο διάστημα που κατείχε τη θέση του επιστημονικού υπευθύνου του ορθοπαιδικού τμήματος, με αποτέλεσμα να συντίθεται ένα πλέγμα αμφιβολιών και ασυνέπειας αναφορικά με την αιτιολόγηση της σχετικής κρίσης της, και β) ότι η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η απασχόλησή του ως επιστημονικού υπευθύνου ελάμβανε χώρα μια φορά το μήνα και περιοριζόταν σε τυπική διεκπεραίωση διαφόρων διαδικαστικών θεμάτων, σπανίως δε συμμετείχε σε επιστημονικά συμβούλια ή συμβούλια που αφορούσαν την οργανοδομή της Κλινικής και ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ίδιος εκτέλεσε και τα λοιπά καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 26 του ΠΔ 247/1991, και επί της οποίας στήριξε την δικανική της κρίση, ότι δεν του οφείλεται αμοιβή για την εργασία που παρείχε, είναι πλήρως αντίθετη με την με αρ. 487/94 Εμ. 76/94 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με αποτέλεσμα οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης να δημιουργούν πλείστες όσες αμφιβολίες αναφορικά με τη διαδρομή των παραδοχών μέσα από τις αποδείξεις που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, αλλά και ασυνέπειες στις διαφαινόμενες παραδοχές, τέτοιες που εμφανίζονται ως αντιφατικές μεταξύ τους.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω τρίτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 εδ.α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας του αναιρεσείοντος, ως αυτής των ανεξάρτητων υπηρεσιών κα όχι της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και εντεύθεν της αμοιβής του, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 εδ.

α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ τρίτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης. Επισημαίνεται δε ειδικότερα ότι: 1) σχετικά με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι προβαλλόμενες αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως εστιάζονται σε αντίθεση ενδεικτικών παραδοχών αυτής ως προς το ΠΔ 247/1991 και την αναφερόμενη εγκύκλιο του Ε.Τ.Α.Α Τομέα Υγειονομικών, και ως προς την αναφερόμενη γνωμοδότηση του ΝΣ του Κράτους, που όμως δεν συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως και 2) σχετικά με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η εσφαλμένη ερμηνεία του αναφερομένου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εστιάζεται στο γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ακολούθησε τις νομικές σκέψεις της με αρ. 1964/2016 απόφασης του ΣΤΕ, με την παράθεση σχετικού αποσπάσματος της πρωτοδίκου αποφάσεως και όχι της προσβαλλομένης.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη, χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, που υποβλήθηκε στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του KΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2021 αίτηση αναίρεσης της με αρ. 612/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ....

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό(1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ