Legislator Case Law & Legislation
721/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract damages, ruling claim was inflated and unsupported by evidence.

Case Number 721/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by a consortium and other entities against a lower court decision regarding construction contract damages. The court found the claim for damages due to unexpected conditions and equipment downtime to be inflated and unsupported by the evidence presented. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the retrial.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 176, 183, 189; Αίτημα αποζημίωσης για ζημία χωρίς υπαιτιότητα ανάδοχου: Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι το αίτημα είναι διογκωμένο και να το απορρίψει αν δεν υποστηρίζεται από επαρκή στοιχεία και λογική εξακρίβωση των πραγματικών δεδομένων.

Keywords

AI generated
construction contract damages inflated claim dismissal unexpected conditions liability equipment downtime costs Supreme Court appeal legal costs allocation evidence insufficiency

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 176
1129/99/3.2.2020 αίτηση αναίρεσης την αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 180 § 1, 191 § 2, 480 ΑΚ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 189 § 1
ΚΠολΔ 180 § 1
ΚΠολΔ 191 § 2
480 ΑΚ
1129/99/3.2.2020 αίτηση αναίρεσης την αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 180 § 1, 191 § 2, 480 ΑΚ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 721/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: Της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Στυλιανού Σταματόπουλου και Παναγιώτη Γιαννόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις Των αναιρεσίβλητων: 1)της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." (πρώην "...", που εδρεύει στην ..., πρωτύτερα "..." και αρχικά ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ " ..."), η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

2)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") η οποία εδρεύει στην ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

3)της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

4) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην ..."), η οποία εδρεύει στη ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

5) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παραστάθηκε.

6) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "..."), η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Ρουπακιώτη και Παναγιώτη Κατσαρού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Β)Των αναιρεσειουσών: 1) της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." (πρώην "...", που εδρεύει στην ..., πρωτύτερα "..." και αρχικά ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ "..."), η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

2)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") η οποία εδρεύει στην ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

3)της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

4) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην ..."), η οποία εδρεύει στη ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

5) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παραστάθηκε.

6) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "..."), η οποία εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Ρουπακιώτη και Παναγιώτη Κατσαρού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Στυλιανού Σταματόπουλου και Παναγιώτη Γιαννόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2013 αγωγή της ήδη Α αναιρεσείουσας- Β αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 100/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των από 15-3-2019 πρόσθετων λόγων της, η 6521/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η Α αναιρεσείουσα με την από 3-2-2020 αίτησή της και οι Β αναιρεσείουσες με την από 5-2-2020 αίτησή τους και τους από 10-12-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Οι πληρεξούσιοι της Α αναιρεσείουσας και οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων Β αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους καθώς και την απόρριψή των αντιθέτων αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ. 2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ. 1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201 / 22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, 499/2018). Στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία, ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, ακόμη και επί "ειδικής πληρεξουσιότητας", μόνο, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικώς, για τις εργατικές διαφορές [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ν. 4335/2015], η πληρεξουσιότητα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών [Κ.Ε.Π.] ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, εφ` όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλ. θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται, ως προς αυτόν, απαράδεκτη.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ ολ. 39/2005, ΑΠ 18/2020, 1374/2017, 1312/2017, 1603/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 10.12.2020 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες με αριθ.

κατάθ. 117/10.12.2020 προσθέτοι λόγοι αναίρεσης και β) η από 3.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αίτηση αναίρεσης. Όσον αφορά την πρώτη (από 5.2.2020) αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής τη συζήτησή τους, επισπεύδουν και οι έξι (6) αναιρεσείουσες, απλοί μεταξύ τους ομόδικοι, σύμφωνα με τις από 1.7.2020 και 10.12.2020 παραγγελίες προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, κάτω από το αντίγραφό τους, του Παναγιώτη Κατσαρού, δικηγόρου του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, ως πληρεξουσίου τους δικηγόρου και τις υπ` αριθ. 10189Β/30.9.2020 και 10548Β/10.12.2020 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Κ.. Δικάσιμος της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ορίστηκε η 12.1.2021, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η πέμπτη (5η) αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", ενώ, παρέστησαν οι λοιπές, πλέον πέντε (5) συνολικά, αναιρεσείουσες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω δικηγόρο Παναγιώτη Κατσαρό, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους (βλ.

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πληρεξούσια). Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Παναγιώτης Κατσαρός, που έδωσε, ως άνω, την παραγγελία προς επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και από την 5η ως άνω αναιρεσείουσα, εφ` όσον δεν προσκομίζονται, γι` αυτήν (απούσα αναιρεσείουσα), συμβολαιογραφική πράξη ή ιδιωτικά έγγραφα, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κ.Ε.Π.

ή άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή.

Συνεπώς, η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής είναι άκυρη. Εξ άλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρία κλήτευσε την απούσα αναιρεσείουσα, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο.

Μετά ταύτα και κατά τα γενόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη δεκτά, πρέπει: (α).- Ως προς την απούσα (5η αναιρεσείουσα), να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί, ως προς αυτή, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής. (β).- Ως προς τις λοιπές αναιρεσείουσες, που παρίστανται (πέντε συνολικά), να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.

Όσον αφορά τη δεύτερη (από 3.2.2020) αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 8815 ΣΤ'/9.7.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Χ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 12.1.2021 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για λογαριασμό της 5ης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." στον δικηγόρο Παναγιώτη Κατσαρό, ο οποίος εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών τις αναιρεσίβλητες, ως πληρεξούσιος και αντίκλητος αυτών, με επίδοση του οικείου δικογράφου στον ίδιο (άρθρο 126 παρ. 1 περ. (α) ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 143 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως το τελευταίο ισχύει μετά τη αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο § 2 του Ν. 4335/2015).

Κατά την παραπάνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 25.5.2021 Επομένως, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (AΠ 19/2020, 182/2015, 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 αίτησης αναίρεσης και των από 10.12.2020 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντων με αριθ. κατάθ. 117/10.12.2020 προσθέτων λόγων αναίρεσης και β) της από 3.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ` αριθμό 6521/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

3. Με τις από 5.2.2020 και από 3.2.2020 ως άνω αντίθετες αιτήσεις και τους από 10.12.2020 πρόσθετους λόγους της πρώτης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ` αριθμό 6521/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 12.7.2018 και αριθ. κατάθ. 68690/4674/12.7.2018 έφεσης και των από 15.3.2019 με ιδιαίτερο δικόγραφο των εναγομένων- εκκαλουσών και με αριθ.

κατάθ. 2730/299/15.3.2019 ασκηθέντων προσθέτων λόγων εφέσεως κατά της υπ' αριθμό 100/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 4. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρo 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 11.12.2013 και αριθ.

κατάθ. 167863/447/11.12.2013 αγωγή της, η ενάγουσα δικηγορική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σύμβαση εντολής, δοθείσα το έτος 2009 από την δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη- αναιρεσείουσα, η οποία με κοινή συναίνεση των λοιπών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρειουσών είχε ορισθεί επικεφαλής της πρώτης εναγομένης- κοινοπραξίας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης- αναιρεσείουσας και ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή της τελευταίας, αλλά και των λοιπών μελών αυτής- λοιπών εναγομένων, και με τη σύμφωνη γνώμη, αποδοχή και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων αυτών, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε σ' αυτήν η επιμέλεια των προκυπτουσών υποθέσεων από την εκτέλεση του έργου της Κοινοπραξίας και των μελών αυτής και ότι σε εκτέλεση αυτής (εντολής) παρείχε τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή υπηρεσίες της, ζήτησε, ελλείψει ειδικής σχετικά προς τούτο συμφωνίας, τις νόμιμες ελάχιστες αμοιβές της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, και δη:

α) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να της καταβάλουν σε ολόκληρο η κάθε μία, το συνολικό ποσό των 3.196.975,65 ευρώ, ως νόμιμες ελάχιστες αμοιβές για τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή έξι (6) ασκηθείσες προσφυγές, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η, κατ' άρθρο 167 Κώδικα Δικηγόρων, προσαύξηση κατά 5% για κάθε εντολέα πλέον του πρώτου καθώς και το συνολικό ποσό των 1.800 ευρώ για έξοδα στα οποία αυτή υποβλήθηκε για δαπάνες για την σύνταξη των ενστάσεων και αιτήσεων θεραπείας και κατάθεση των προσφυγών και συνολικά το ποσό των 3.198.775,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Η αγωγή αυτή, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, με την υπ' αριθ. 100/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή από ουσιαστική πλευρά και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον η κάθε μία, το συνολικό ποσό των 3.196.975,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 12.7.2018 και αριθ. κατάθ. 68690/4674/12.7.2018 έφεση των εναγομένων και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο και με αριθ. κατάθ. 2730/299/15.3.2019 από 15.2.2019 ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν (έφεση και πρόσθετοι λόγοι αυτής), απορρίφθηκαν τυπικά οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον η κάθε μία, το συνολικό ποσό των 1.568.163,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έγινε η επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι: "Η ενάγουσα είναι δικηγορική εταιρεία με έδρα την Αθήνα συσταθείσα το έτος 2005, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 81/2005 από τους δικηγόρους Αθηνών και εταίρους της Β.

Κ., Π. Κ. και Έ. Κ. και έχει ως σκοπό την από κοινού εκ μέρους των εταίρων άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και την παροχή με αμοιβή, κάθε μορφής νομικών υπηρεσιών και νομικής υποστήριξης προς τρίτους - πελάτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Ελληνικού Δημοσίου και αλλοδαπών Δημοσίων και διεθνών οργανισμών.

Στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία διαχειριστής ορίστηκε αρχικά ο εκ των εταίρων Β. Κ. και μετά από τροποποίηση του καταστατικού με το από 23-12-2011 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων, οι εκ των εταίρων Π. Κ. και Έ. Κ.. Η πρώτη εναγόμενη-κοινοπραξία, (υπό την αρχική της επωνυμία) "...", στην οποία συμμετείχαν άτυπα, δια των εκπροσώπων τους, ως μέλη, οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγόμενων εταιρειών, ανακηρύχθηκε ανάδοχος στο διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί με το σύστημα της κλειστής διαδικασίας από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." για την ανάθεση εκτέλεσης του έργου "Μελέτη, Κατασκευή και Θέση σε λειτουργία του Μετρό Θεσσαλονίκης".

Στη συνέχεια και σύμφωνα με το άρθρο 21.5 της Διακήρυξης του εν λόγω διαγωνισμού, οι ανωτέρω εταιρείες συνέστησαν με συμβολαιογραφική πράξη και δη με την υπ' αριθ. .../5-4-2006 πράξη σύστασης κοινοπραξίας της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αναστασίας Ρόντου την πρώτη εναγόμενη - Κοινοπραξία, με επωνυμία την κατά τα ως άνω αναφερόμενη, όπως η εν λόγω πράξη τροποποιήθηκε ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθ. .../23-12-2009 πράξης τροποποίησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ως προς την επωνυμία της κοινοπραξίας, τροποποιούμενης αυτής σε "...".

Η εναγόμενη κοινοπραξία δεν είχε υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 του ΕμπΝ, δεν είχε αποκτήσει νομική προσωπικότητα και γι' αυτό δεν μπορούσε να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά είχε μόνο τη δικονομικού χαρακτήρα ικανότητα να ενάγει ή ενάγεται, υποκείμενα δε, της ουσιαστικής έννομης σχέσης ήταν τα μέλη της κοινοπραξίας (ΟλΑΠ 22/1998, ΟλΣτΕ 1934/1998), λοιπές εναγόμενες.

Μετά τούτα η εναγόμενη κοινοπραξία εμφανιζόταν στις συναλλαγές της ως ομόρρυθμη εταιρεία "εν τοις πράγμασι" και έτσι δημιουργείτο εις ολόκληρον ευθύνη των εμφανών εταίρων έναντι των τρίτων (άρθρο 22 του Ε.Ν.), εφαρμοζομένου αναλογικά του δικαίου της ομόρρυθμης εταιρείας ως προς τη διαχείριση της κοινοπραξίας και την εις ολόκληρον ευθύνη των μελών της, λοιπών των εναγόμενων.

Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του ως άνω έργου μεταξύ της αναδόχου - 1ης εναγόμενης κοινοπραξίας και της κυρίας του έργου-εταιρείας με την επωνυμία "...." δημιουργήθηκαν διαφωνίες ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου και της σύμβασης, και ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής, οι οποίες δεν κατέστη δυνατόν να επιλυθούν.

Οι διαφωνίες προέκυψαν από τις βλαπτικές των εννόμων συμφερόντων της εναγόμενης κοινοπραξίας και των ως άνω μελών της, πράξεις ή και παραλείψεις των Υπηρεσιών της κυρίας του έργου "....", κατά των οποίων μάλιστα οι εναγόμενες, πριν την άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς, έπρεπε σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 12 και 13 Ν. 1418/1984, άρθρο 57 ν.δ. 609/88 και άρθρο 76 Ν. 3669/2008) να προβούν στην τήρηση της προσήκουσας διοικητικής προδικασίας, ήτοι στην άσκηση ένστασης ή/και αίτησης θεραπείας.

Προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων τους, οι εναγόμενες ήδη με γραπτή συμφωνία τους και δη την πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη, είχαν ορίσει ως επικεφαλής (leader) της κοινοπραξίας, (η διοίκηση της οποίας ανήκε σε μία εκτελεστική επιτροπή, αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο κάθε μέλους της, με τον αναπληρωτή του- άρθρο 5 εδ α της πράξης), τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία "....", στην οποία ανέθεσαν και την επιμέλεια των υποθέσεών τους κατά της "...." και η οποία είχε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα των υπολοίπων εταιρειών να εκπροσωπεί την κοινοπραξία και να δεσμεύει τους κοινοπρακτούντες απέναντι στην ....

και γενικότερα να ενεργεί και να δηλώνει καθετί απαραίτητο για την πραγματοποίηση της σύμβασης. Τον καιρό εκείνο και συγκεκριμένα το έτος 2009 στην εν λόγω διάδικο (2η εναγόμενη) η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες για άλλες υποθέσεις που ανέκυπταν από συμβάσεις δημοσίων έργων που ήταν ανάδοχος η ίδια αυτοτελώς ( 2η εναγόμενη) και δη α) για το έργο "ΥΔΡΕΥΣΗ ΡΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΓΑΔΟΥΡΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΩΝ", β) για την διαιτησία του έργου "Κατασκευή παράκαμψης Κομμένων Βούρλων Ν.

Φθιώτιδας-Τμήμα Α/Δ ΠΑΘΕ από έξοδο σήραγγας Κνημίδας", γ) για την διενέργεια προκαταρκτικών ενεργειών για την έναρξη της διεθνούς Διαιτησίας για το έργο "Ελευσίνα-Κόρινθος-Πάτρα- Πύργος-Τσακώνα", δ) για την άσκηση προσφυγών και υποστήριξη αυτών στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για το Έργο "Διέλευση του Αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ δια της Αστικής ζώνης Κατερίνης", ε) για την υποστήριξη στον Άρειο Πάγο της διαφωνίας με την εταιρεία ...

για το Έργο "Κατασκευή οδικού Άξονα ΠΑΘΕ με τα συνοδά του έργα-Τμήμα Άγιοι Θεόδωροι- Αλμυρός", (βλ. τις 2921/24-2-2017 και 2576/21-3-2019 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα αλλά και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα των εναγόμενων Ι. Κ.). Μάλιστα αυτές τις νομικές της υπηρεσίες η ενάγουσα παρείχε στην 1η εναγόμενη με αμοιβή και εργολαβικό αντάλλαγμα με τις από ανάμεσά τους, δύο (2) συμβάσεις υπό τον κοινό τίτλο "Σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών".

Λόγω λοιπόν της προηγούμενης συνεργασίας τους και αναγνώρισης της επιστημονικής κατάρτισης της ενάγουσας αλλά και της εμπειρίας της σε υποθέσεις δημοσίων έργων, περί τα τέλη του έτους 2009, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, δια του αρμοδίου οργάνου της, ενεργούσα αφενός μεν, ατομικά ως μέλος της κοινοπραξίας, αφετέρου δε επ' ονόματι και για λογαριασμό ως αντιπρόσωπος τόσο της εναγομένης κοινοπραξίας όσο και των λοιπών εναγόμενων μελών της (των οποίων αυτή είχε ορισθεί ως κοινή εκπρόσωπος, σύμφωνα με το άρθρο 5 εδ β της ως άνω με αριθ. .../5-4-2006 πράξης σύστασης κοινοπραξίας - διορισμός κοινών εκπροσώπων και αντικλήτων), κατ' εντολή τους και με τη σύμφωνη γνώμη, αποδοχή και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων τους, έδωσε προφορικά στην ενάγουσα, την εντολή να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες δικηγορικές εργασίες για την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων της εναγόμενης κοινοπραξίας και των ως άνω μελών της έναντι της κυρίας του έργου "...." και συγκεκριμένα στην σύνταξη αιτημάτων, ενστάσεων και αιτήσεων θεραπείας, ήτοι των απαραιτήτων, κατά το νόμο, προδικαστικών ενεργειών για κάθε βλαπτική πράξη ή παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της ...., και σε περίπτωση μη ευδοκίμησης αυτών, στην σύνταξη και άσκηση προσφυγών-αγωγών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (Πενταμελούς συνθέσεως), αρμόδιου, κατά το νόμο και την σύμβαση, για την δικαστική επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση εργολαβίας.

Στα πλαίσια της, κατά τα ως άνω, δοθείσας σ' αυτήν εντολής από τις εναγόμενες, η ενάγουσα στο όνομα και για λογαριασμό της 1ης εναγόμενης κοινοπραξίας και των λοιπών εναγόμενων μελών της, αφού συνέταξε αρχικά τα απαραίτητα για την προσήκουσα διοικητική προδικασία ενδικοφανή βοηθήματα δηλαδή ενστάσεις και αιτήσεις θεραπείας, μετά τη μη ευόδωσή αυτών, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", έξι προσφυγές-αγωγές, (επίδικες δικηγορικές εργασίες), τις οποίες ακολούθως κοινοποίησε προς την τελευταία και συγκεκριμένα: 1) στις 26-2-2010 την από 25-2-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 144/2010 προσφυγή-αγωγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 4-10-2011, ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "....", (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 1855Γ/26-2-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Μ.), 2) στις 14-4-2010 την από 13-4-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 245/2010 προσφυγή-αγωγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 15-11-2011, ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "....", (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 225Ε/15-4-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Χ.), 3) στις 22-7-2010 την από 22-7-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 478/2010 προσφυγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 6-3-2012, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της, επαναφερθείσας αυτής προς συζήτηση από την ενάγουσα με την από 26-3-2012 κλήση της, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 2-11-2012, ακριβές, δε, αντίγραφο της εν λόγω κλήσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "....". (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 1109/30-3-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Χ.), 4) στις 16-9-2010 την από 14-9- 2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 606/2010 προσφυγή-αγωγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 24-4-2012, ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "...." (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 732στ/30-9-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Τ.), 5) στις 27-10-2010 την από 26-10-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 729/2010 προσφυγή-αγωγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 5-6-2012 ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "....", (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 829στ/1-11- 2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Τ.) και 6) την 1-12-2010 την από 24-11-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 826/2010 προσφυγή-αγωγή, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 2-10-2012, ακριβές αντίγραφο της οποίας με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην καθής η προσφυγή "....", (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. 2164στ/2-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Χ.). Οι προσφυγές αυτές δεν συζητήθηκαν διότι μετά την υπαγωγή των διαφορών του ως άνω έργου στη διαδικασία της διαιτησίας του άρθρου 25Α του ν. 3614/2007, με απόφαση της διοίκησης της 2ης εναγόμενης ως επικεφαλής της κοινοπραξίας και των λοιπών μελών της, η ανάδοχος κοινοπραξία και τα μέλη της παραιτήθηκαν από τις ως άνω προσφυγές με σχετικές δηλώσεις παραίτησης από το δικόγραφο, που επιδόθηκαν στην ...

και τις υποθέσεις αυτές στο στάδιο της διαδικασίας της διαιτησίας (μαζί με άλλες, που αφορούσαν την ανάδοχο κοινοπραξία και την κυρία του έργου ...) ανέλαβε άλλο δικηγορικό γραφείο. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 2013 έληξε η συνεργασία των διαδίκων αναφορικά με τις προκύπτουσες διαφορές από τη σύμβαση ανάθεσης του έργου ....

Για την αμοιβή της για τις πιο πάνω δικηγορικές εργασίες, η οποία [αμοιβή] δεν αποτέλεσε αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης με τους εναγόμενους εντολείς της, η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, ελλείψει σχετικής περί της αμοιβής συμφωνίας, δικαιούται την προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων νόμιμη αμοιβή, υπολογιζόμενη στο 2% επί της αναφερομένης αξίας του αντικειμένου της εκάστοτε προσφυγής- αγωγής.

Ως προς το δικαίωμα δε της δικηγορικής εταιρείας να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις, αρκεί η σύνταξη και κατάθεση των προσφυγών-αγωγών, καθόσον θεωρείται, ειδικώς ως προς την άσκηση αγωγής ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη, από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, χωρίς να είναι αναγκαίο να επακολουθήσει και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Οι εναγόμενες, αμυνόμενες στην ένδικη αυτή δίκη περί πληρωμής της κατά τον Κώδικα Δικηγόρων-ελλείψει σχετικής συμφωνίας- νόμιμης αμοιβής της δικηγορικής εταιρείας, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως (και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους με τον πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης) ότι ανάμεσα στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και στη δεύτερη εναγόμενη, ενεργούσα δι' εαυτήν ατομικώς, αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόμενων, υφίστατο συμφωνία περί αμοιβής της ενάγουσας για τις επίδικες δικηγορικές εργασίες, επικαλούμενες σχετικά προς τούτο τις ως άνω από 30-10-2009, καταρτισθείσες ανάμεσά τους, δύο (2) συμβάσεις και συγκεκριμένα:

α) μια πρώτη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή από την ενάγουσα στη δεύτερη εναγόμενη συμβουλευτικών, γνωμοδοτικών και συναφών υποστηρικτικών υπηρεσιών επί θεμάτων νομικής ερμηνείας του οικείου εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 75.000 ευρώ για όλη τη διάρκεια της σύμβασης και β) μια δεύτερη σύμβαση με αντικείμενο το νομικό χειρισμό, σε δικαστικό ή εξώδικο επίπεδο, των πάσης φύσεως διενέξεων που θα προέκυπταν εφεξής από την εκτέλεση των δημοσίων έργων, έναντι αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστό, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στις εν λόγω συμβάσεις, η οποία (αμοιβή) θα οφειλόταν μόνο στην περίπτωση τελικής επιτυχούς έκβασης της εκάστοτε διαφοράς, χωρίς σέ περίπτωση αποτυχίας να οφείλεται σ' αυτήν οποιαδήποτε αμοιβή.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από το ίδιο το κείμενο των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων και χωρίς καμία ερμηνεία, με σαφήνεια προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής αυτών δεν αφορούσε σε υποθέσεις της πρώτης εναγόμενης κοινοπραξίας, αλλά σε υποθέσεις αποκλειστικά της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, ατομικά ως αυτοτελή νομική προσωπικότητα, που τέτοιες βέβαια υποθέσεις, όπως προαναφέρθηκε, είχε κατά τον ίδιο χρόνο σε εκκρεμότητα η τελευταία αυτοτελώς ως ανάδοχος σε άλλα δημόσια έργα.

Αντικείμενο δηλαδή των εν λόγω έγγραφων συμβάσεων ήταν η παροχή νομικών συμβουλών και ο δικαστικός χειρισμός των υποθέσεων από συμβάσεις δημοσίων έργων που υπέγραφε η ίδια η δεύτερη εναγόμενη ατομικά και όχι ως μέλος της κοινοπραξίας, οι οποίες, όμως, υποθέσεις ήταν ανεξάρτητες και πέραν των υποθέσεων της πρώτης εναγόμενης - κοινοπραξίας.

Σε κανένα σημείο των εν λόγω συμβάσεων (εκ των οποίων μάλιστα η πρώτη έχει αντικείμενο την παροχή από την ενάγουσα στη δεύτερη εναγόμενη συμβουλευτικών υπηρεσιών που τέτοιες δεν είναι οι επίδικες), δεν γίνεται, αναφορά στην ισχύ των συμβάσεων αυτών ως προς τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα τις κοινοπραξίες στις οποίες μετείχε ήδη τότε η δεύτερη εναγόμενη, μεταξύ των οποίων και η 1η εναγόμενη.

Αν συνέτρεχε περίπτωση τα συμβαλλόμενα σε αυτές μέρη να επιθυμούν να επεκταθεί η ισχύς της σύμβασης και στην ανάδοχο του ως άνω έργου 1η εναγόμενη κοινοπραξία, τούτο θα είχε ρυθμισθεί κατά τρόπο ρητό, σαφή και ειδικό, λόγω και του σοβαρού αντικειμένου της συναλλαγής. Θα αναγράφονταν δηλαδή σε αυτές ότι η 2η εναγόμενη ενεργεί ως διαχειρίστρια ή εκπρόσωπος της 1ης εναγόμενης κοινοπραξίας ώστε να είναι σαφής η ανάληψη εκ μέρους της των επίμαχων υποχρεώσεων για λογαριασμό και επ' ονόματι της συγκεκριμένης κοινοπραξίας.

Ακριβώς δε αυτό έγινε στο από 7.4.2006 εργολαβικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγόμενης αναδόχου κοινοπραξίας με την κυρία του έργου "...", όπου αναφέρεται ρητά ότι η 2Π εναγόμενη υπογράφει στη σύμβαση και "εκπροσωπείται νόμιμα ... σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2006 πράξη σύστασης κοινοπραξίας - διορισμού κοινού εκπροσώπου ...", ενώ ουδέν περί τέτοιας εκπροσώπησης αναφέρθηκε στην επικαλούμενη έγγραφη σύμβαση μεταξύ ενάγουσας και 2ης εναγόμενης ενεργούσας αποκλειστικά ατομικά ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και αποκλειστικά για τις ανακύπτουσες από τις δικές της συμβάσεις έργου ως ανάδοχος διαφορές.

Εξάλλου, τίποτα διαφορετικό δεν προκύπτει από την επικαλούμενη από τις εναγόμενες από 27-9-2013 και επιδοθείσα σε αυτές την 27-9-2013 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας προς την 2η εναγόμενη, κοινοποιούμενη προς την εναγόμενη κοινοπραξία. Η αναφορά από την ενάγουσα στο εν λόγω εξώδικο στις ως άνω δύο έγγραφες συμβάσεις - που ειρήσθω εν παρόδω η πρώτη είχε λήξει στις 28-2-2013 και η δεύτερη είχε ανακληθεί από την 2η εναγόμενη μετά την υπαγωγή των υποθέσεων στη διαιτησία- δεν αποτελεί και ομολογία της ενάγουσας ότι οι επίδικες δικηγορικές εργασίες καλύπτονταν από απόψεως αμοιβής από τις συμβάσεις αυτές, αφού μία τέτοια εκδοχή προσκρούει στο ίδιο το κείμενο των συμβάσεων, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αλλά ούτε και έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση καθώς η μία σύμβαση είχε λήξει και η άλλη είχε ανακληθεί.

Όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενες με τους 1ο και 3ο λόγους της έφεσής τους για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας δικηγορικής αμοιβής είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, επικουρικά, οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν πρωτόδικα ότι υπήρξε συμφωνία αμοιβής της ενάγουσας με χρονοχρέωση ύψους 350 ευρώ για έκαστη ώρα απασχόλησης εταίρου της και 280 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης συνεργάτη της.

Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι προεχόντως μη νόμιμος, γιατί μία συμφωνία περί αμοιβής της ενάγουσας, που θα κατέληγε σε κατώτερες των ελαχίστων προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβές είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται τέτοια συμφωνία χρονοχρέωσης, αφού ακόμη και ο τότε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της 2ης εναγόμενης, Σ.

Γ. στην από 19.9.2013 επιστολή του προς την ενάγουσα ρητά αναφέρει μεταξύ άλλων ότι "Διαπίστωσα ότι η από 30.10.2009 σύμβαση σας με την ... που αφορά σε παροχή νομικών υπηρεσιών έχει ήδη από 28.2.2013 λήξει και για την κατά τα άνω συνεργασία μας σας ευχαριστώ πολύ. Διαπίστωσα επίσης ότι υπάρχει μια δεύτερη σύμβαση με ημερομηνία, επίσης, που αφορά σε παροχή νομικών υπηρεσιών για υποθέσεις της ...., στην οποία αμείβεστε με ποσοστό επιτυχίας, πλην όμως δεν έχω λάβει κάποια ενημέρωση για το είδος των υποθέσεων αυτών, που τυχόν διαχειριστήκατε και δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της προηγούμενης σύμβασης σε ετήσια βάση, που έχει ήδη λήξει.

Δεν κατέστη τέλος δυνατό να βρούμε καμία σύμβαση ή άλλη εντολή με την Κοινοπραξία ... κλπ κατά της εταιρίας ..., όπως σημειώνεται. Σε περίπτωση που υπάρχει τέτοια σύμβαση, που δεν γνωρίζουμε παρακαλώ να μας την προσκομίσετε..". Όσα δε περί αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενες με τον 4ο λόγο της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους με τον 2° λόγο έφεσης ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται οποιοσδήποτε αμοιβής για τις προαναφερόμενες προσφυγές, για το λόγο ότι αυτή δεν συνέταξε τα εν λόγω δικόγραφα, ούτε και τα ένδικα βοηθήματα της διοικητικής προδικασίας, ήτοι τις ενστάσεις και τις αιτήσεις θεραπείες, στα οποία και βασίζονταν κατόπιν η σύνταξη των ένδικων προσφυγών, καθόσον τα εν λόγω έγγραφα είχαν συνταχθεί από τους επιφορτισμένους προς τούτο μηχανικούς της δεύτερης εξ αυτών και ότι η ενάγουσα απλώς επισκοπούσε αυτά από νομικής άποψης, παρέχοντας απλώς συμβουλευτικές υπηρεσίες, ανίκανες εξ ορισμού να ιδρύσουν τις επίδικες αξιώσεις, καθώς και ότι ουδόλως διατύπωσε η ίδια τις επίδικες προσφυγές, οι οποίες αποτελούσαν αντιγραφή και επανάληψη των ανωτέρω εγγράφων της προδικασίας.

Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός και ο σχετικός περί τούτου λόγος (2ος) εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι τα εν λόγω στοιχεία (τεχνικά), ενόψει του έκδηλα τεχνικού χαρακτήρα των επίδικων προσφυγών, ήταν απαραίτητο να εισφέρουν, μέσω των μηχανικών τους, οι εναγόμενες ως εντολείς της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας - εντολοδόχου για την σύνταξη εν προκειμένω των εν λόγω προσφυγών, τα οποία η τελευταία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σχετικά και τα οποία ακολούθως επεξεργάσθηκε και απέδωσε αυτή στα επίδικα δικόγραφα των προσφυγών, με την σύνταξή τους, μετουσιώνοντάς τα σε νομικό κείμενο με την υπαγωγή του πραγματικού τους στους προσήκοντες κανόνες δικαίου.

Περαιτέρω για το κρίσιμο ζήτημα της ανάθεση της επίμαχης εντολής στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία από τη 2η εναγόμενη ατομικά και για λογαριασμό ως αντιπρόσωπος των λοιπών εναγόμενων, σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και εκ των εταίρων αυτής, δικηγόρου, Β. Κ., ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι ....

η 2η εναγόμενη ενεργούσε όχι μόνο ατομικά αλλά και για λογαριασμό τόσο της 1ης εναγόμενης όσο και των λοιπών εναγόμενων, κατάθεση που κρίνεται πειστική και το δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει, αφού είναι σαφής και επιβεβαιώνεται από τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της ενάγουσας, Θ. Μ. του Χ., πολιτικό μηχανικό (3576/2019 ένορκη βεβαίωση) και Α.

Α. του Β., δικηγόρο, (2921/2017 ένορκη βεβαίωση) εκ των οποίων ο μεν πρώτος έχοντας άμεση γνώση και αντίληψη των θεμάτων αυτών λόγω της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου κατά το επίμαχο χρόνο στο Τμήμα Διαχείρισης των εργολαβικών συμβάσεων της 2ης εναγόμενης και αναπληρωτή κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας έναντι της ...., βεβαιώνει μεταξύ άλλων ότι "τα μέλη της κοινοπραξίας πριν την οποιαδήποτε ενέργεια για τις αντίθετες προς τα συμφέροντά τους πράξεις ή παραλείψεις του κυρίου του έργου "..." ελάμβαναν γνώση και ενέκριναν αυτές", η δε δεύτερη με άμεση γνώση και αντίληψη λόγω της συνεργασίας της με την ενάγουσα την επίμαχη περίοδο στις επίμαχες προσφυγές, βεβαιώνει ότι "οι προσφυγές ασκούνταν στο όνομα και για λογαριασμό της κοινοπραξίας και των μελών της κατόπιν εντολής, που δίνονταν από την επικεφαλής της κοινοπραξίας ...

και με την σύμφωνη γνώμη και γνώση των υπολοίπων εταιρειών της κοινοπραξίας.... Τα κοινοπρακτούντα μέλη κατά την έγγραφη μεταξύ του συμφωνία (συμβολαιογραφική) συμμετείχαν....στα δικαιώματα και υποχρεώσεις και για το λόγο αυτό και ενήμεροι των κάθε φορά ενεργειών ήταν και γνώμη και γνώση είχαν και την συγκατάθεση έδιναν....Άλλωστε σε κάθε περίπτωση αυτήν την είχαν δώσει με ανέκκλητη εντολή και συμβολαιογραφικά", ουδόλως δε αναιρούνται τα παραπάνω από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, συμβολαιογραφική πράξη), αλλά απεναντίας επιβεβαιώνονται, μεταξύ άλλων, από το περιεχόμενο και τους όρους της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης και από την ενόρκως βεβαιούσα μάρτυρα των εναγόμενων Α.

Π. του Α., οικονομολόγο, διευθύντρια των διοικητικών υπηρεσιών της εναγόμενης κοινοπραξίας (3423/8-1-2019), η οποία βεβαιώνει ότι "τις συνεργασίες με δικηγόρους και δικηγορικά γραφεία για την ανάληψη υποθέσεων της αναδόχου κοινοπραξίας σε σχέση με το εκτελούμενο έργο, συνήπτε σύμφωνα με την αρμοδιότητα που της είχε χορηγηθεί από την συστατική πράξη για λογαριασμό της εκ των κοινοπρακτούντων εταιρειών, η εταιρεία ... (2η εναγόμενη), λόγω της ιδιότητας που αυτή είχε, ως επικεφαλής (leader) της κοινοπραξίας....Οι συμφωνίες αυτές που συνάπτονταν από την ...

Α.Ε., δέσμευαν και την ανάδοχο κοινοπραξία και τα λοιπά μέλη αυτής (αλλοδαπές εταιρείες), η δε ένορκη βεβαίωση του ενόρκως βεβαιούντος μάρτυρα των εναγόμενων Μ. Σ., διευθυντή των έργων της κοινοπραξίας και κοινού εκπροσώπου αυτής έναντι της .... για το εν λόγω έργο, ως προς το ζήτημα αυτό της εντολής, δεν κρίνεται πειστική γιατί εν πολλοίς δεν είναι αντικειμενική και αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη από την ενάγουσα αμοιβή με βάση τις δικηγορικές εργασίες που πραγματοποίησε ως άνω κατ' εντολή και έγκριση και για λογαριασμό έκαστου των εναγόμενων. Εξ άλλου, επί εντολής περισσοτέρων προς δικηγόρο, που αφορά κοινή υπόθεση των εντολέων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αφορά την 1η εναγόμενη και τους λοιπούς συνεναγομένους της στις προεκτεθείσες επί μέρους περιπτώσεις, καθιερώνεται (άρθρο 168 του Κώδικα περί Δικηγόρων) η εις ολόκληρο υποχρέωση των εντολέων, για την αμοιβή του δικηγόρου...

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε εις ολόκληρο ευθύνη της 1ης εναγόμενης με τους λοιπούς εντολείς στις άνω περιπτώσεις, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 481 ΑΚ και 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον 5° λόγο της έφεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Έτσι, για τις άνω ενέργειες της, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και αφού ληφθεί υπόψη και η ύπαρξη και συμμετοχή τους στον δικαστικό αγώνα κατά της .... περισσότερων από έναν εντολέων - εναγόμενων, η οποία συνεπάγεται αύξηση του ελάχιστου ορίου της αμοιβής των δικηγόρων κατά 5% για καθεμία από τις πέραν της μίας εντολέων (άρθρο 167 του Κώδικα περί δικηγόρων) και εν προκειμένω κατά 25% (πέντε επί πλέον εντολείς), η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία εδικαιούτο να λάβει τα εξής ποσά, βάσει της αξίας του αντικειμένου της δίκης, για καθεμία από τις προσφυγές-αγωγές, που συνέταξε και κατέθεσε στις παραπάνω ημερομηνίες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα: 1) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 25-2-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 144/2010 προσφυγής-αγωγής, η οποία, ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και είχε ως αίτημα, μεταξύ άλλων, δικαστική αναγνώριση της προς καταβολή οφειλής συνολικού ποσού 3.967.052,85 ευρώ για τις θετικές ζημίες που υπέστησαν οι εναγόμενες λόγω της υπερημερίας της κυρίας του έργου "...

Α.Ε." προς εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, περιλαμβανόμενων στις ζημίες αυτές των δαπανών προσωπικού, δαπανών μηχανολογικού εξοπλισμού και δαπανών εξόδων έδρας. Η ενάγουσα για τη σύνταξη της ως άνω προσφυγής-αγωγής δικαιούται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ποσοστό 2% επί του ανωτέρω ποσού, ανερχόμενης έτσι της αμοιβής της αυτής στο ποσό των (3.967.052,85 ευρώ X 2%=) 79.341,05 ευρώ + 25% =) 19.835,26 ευρώ, (άρθρο 100 παρ. 1 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων), ήτοι συνολικά το ποσό των 99.176,31 (= 79.341,05 + 19.835,26) ευρώ.

Το αγωγικό αίτημα δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, για τέτοιας φύσεως αγωγή, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της ζημίας, σε σχέση και με το είδος του επίδικου έργου, εργολαβικού ανταλλάγματος 798.000.000,00 ευρώ, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων, και συγκεκριμένα με βάση πίνακες ανάλυσης αμοιβής προσωπικού με αντίστοιχα παραστατικά, πίνακες δαπάνης εξοπλισμού με περιγραφή του εξοπλισμού και του αριθμού των μηχανημάτων, πίνακα εξόδων έδρας προς υποστήριξη του έργου, ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το αίτημα της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος της άνω προσφυγής-αγωγής και να περιορίσει το αίτημα της.

Ας σημειωθεί ότι η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες με αριθμό ΔΔ80/2Ο15 απορριπτική διαιτητική απόφαση αφορά τη διαφωνία 51 στην οποία δεν περιλαμβάνεται και το αίτημά της εν λόγω προσφυγής. 2) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 13-4-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 245/2010 προσφυγής- αγωγής, η οποία, ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, τη δικαστική αναγνώριση της προς καταβολή οφειλής ποσού 440.508,17 ευρώ για τη ζημία που υπέστησαν οι εναγόμενες από τη διόρθωση που επέφεραν οι αρμόδιες υπηρεσίες της "...." στην 30η πιστοποίηση λόγω του διαφορετικού τρόπου υπολογισμού της δαπάνης αναθεώρησης.

Η ενάγουσα για τη σύνταξη της ως άνω προσφυγής-αγωγής δικαιούται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ποσοστό 2% επί του ανωτέρω ποσού, ανερχόμενης έτσι της αμοιβής της αυτής στο ποσό των (440.508,17 ευρώ X 2%=) 8.810,16 ευρώ,+ 25% =) 2.202,54 ευρώ, (άρθρο 100 παρ. 1 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων), ήτοι συνολικό το ποσό των 11.012,70 (=8.810,16 + 2.202,54) ευρώ.

Το αγωγικό αίτημα δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, για τέτοιας φύσεως αγωγή, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της ζημίας, σε σχέση και με το επίδικο έργο, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων και συγκεκριμένα με βάση συγκριτικό πίνακα αναθεώρησης της δαπάνης αμοιβής της μελέτης ΟΜ και των χορηγηθέντων σε αυτήν από τους μηχανικούς των εναγόμενων τεχνικών στοιχείων ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το αίτημα της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος της άνω προσφυγής-αγωγής και να περιορίσει το αίτημα της.· Ας σημειωθεί και εδώ ότι η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες με αριθμό ΔΔ80/2015 απορριπτική διαιτητική απόφαση αφορά τη διαφωνία 51 στην οποία δεν περιλαμβάνεται και το αίτημα της εν λόγω προσφυγής. 3) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 22-7-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 478/2010 προσφυγής, η οποία ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η έλλειψη νομιμότητας από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ' ης η προσφυγή 5ου ΑΠΕ (Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών) με τον συνοδεύοντα αυτόν 4ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.

και να μεταρρυθμιστεί ο επίδικος 5ος Α.Π.Ε. ώστε να συμπεριλάβει τις σωστές τιμές εφαρμογής, τις σωστές επιμετρήσεις των ποσοτήτων και να συμπεριλάβει τη δαπάνη των πρόσθετων εργασιών που δεν έχουν συμπεριληφθεί από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της ..., με χρηματικό αντικείμενο 9.886.107,40 ευρώ που συνίσταται στη ζημία που υπέστησαν οι εναγόμενες από τις εσφαλμένες επιμετρήσεις των υπηρεσιών της "....", που περιλαμβάνονται στον 5° Α.Π.Ε.

και από τον εσφαλμένο και μη νόμιμο υπολογισμό από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία αυτής των νέων τιμών μονάδας του Πρωτοκόλλου Κανονισμού Μονάδος Νέων Εργασιών (ΠΤΚΜΝΕ). Η ενάγουσα για τη σύνταξη της ως άνω προσφυγής-αγωγής δικαιούται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ποσοστό 2% επί της πραγματικής αξίας, την οποία είχε το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ποσού 9.886.107,40 ευρώ, ανερχόμενης έτσι της αμοιβής της αυτής στο ποσό των (9.886.107,40 ευρώ X 2%=) 197.722,14 ευρώ, (άρθρο 100 παρ. 2 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων) + 25% =) 49.430,53 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 247.152,67 ( = 197.722,14 + 49.430,53) ευρώ.

Το αγωγικό αίτημα δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της ζημίας, σε σχέση και με το επίδικο έργο, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων, και συγκεκριμένα με βάση τις τιμές εφαρμογής των ενιαίων τιμολογίων του ΥΠΕΧΩΔΕ για τον υπολογισμό των νέων τιμών, με βάση αναλυτικά και πραγματικά στοιχεία του εργοταξίου, τις επιμετρήσεις των ποσοτήτων και των πρόσθετων εργασιών που τέθηκαν σε αυτήν από τους μηχανικούς των εναγόμενων ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το χρηματικό αντικείμενο της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του χρηματικού αντικειμένου της άνω προσφυγής και να περιορίσει το αναγραφόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό.

Ας σημειωθεί ότι με την ΔΔ80/2015 διαιτητική απόφαση που έκρινε τη διαφωνία 51, που αφορούσε το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση της κοινοπραξίας και των μελών της, με την οποία επαναλάμβανε τα ανωτέρω αιτήματα της προσφυγής τους, αναγνωρίστηκε ότι συγκεκριμένες εργασίες αποτελούν πρόσθετες εργασίες για τις οποίες η τότε αιτούσα ανάδοχος κοινοπραξία δικαιούται αμοιβής, που δεν περιλαμβάνεται στο κατ' αποκοπή τίμημα και υποχρεώθηκε η ...

να ανασυντάξει τον 5° ΑΠΕ και 4° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. σύμφωνα με τα παραπάνω. 4) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 14-9- 2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 606/2010 προσφυγής, η οποία, ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, τη δικαστική αναγνώριση της προς καταβολή οφειλής ποσού 112.420,00 ευρώ για τη ζημία που υπέστησαν οι εναγόμενες στις εργοταξιακές εγκαταστάσεις τους στη "Διασταύρωση Συντριβάνι" οφειλόμενες σε ανωτέρω βία.

Η ενάγουσα για τη σύνταξη της ως άνω προσφυγής-αγωγής δικαιούται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ποσοστό 2% επί του ανωτέρω ποσού, ανερχόμενης έτσι της αμοιβής της αυτής στο ποσό των (112.420,00 ευρώ X 2%=) 2.248,40 ευρώ (άρθρο 100 παρ. 1 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων) + 25% =) 562,10 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.810,50 ( = 2.248,40 + 562,10) ευρώ.

Το αγωγικό αίτημα δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, για τέτοιας φύσεως αγωγή, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της βλάβης, σε σχέση και με το επίδικο έργο, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων, και συγκεκριμένα με βάση πίνακα καταγραφής βλαβών, πίνακα βλαβών ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το αίτημα της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος της άνω προσφυγής -αγωγής και να περιορίσει το αίτημά της.

Την παραπάνω κρίση δεν αναιρεί το γεγονός ότι με την ΔΔ95/2015 διαιτητική απόφαση που έκρινε την Δ Ομάδα Διαφωνιών (Διαφωνίες, 9,15 και 52), στις οποίες περιλαμβάνεται και η διαφωνία, που αφορούσε το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής, απορρίφθηκε η αίτηση της κοινοπραξίας και των μελών της, με την οποία επαναλάμβαναν το ανωτέρω αίτημα της προσφυγής τους διότι κρίθηκε ότι οι ζημιές που υπέστησαν η κοινοπραξία και τα μέλη της από ενέργειες τρίτων που μετείχαν μαζί με άλλους σε διατάραξη της δημόσιας τάξης, καλύπτονταν από την ασφαλιστική κάλυψη του έργου. 5) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 26-10-2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 729/2010 ως άνω προσφυγής, η οποία ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και είχε ως αίτημα, μεταξύ άλλων, τη δικαστική αναγνώριση της προς καταβολή οφειλής ποσού 112.822.934,00 ευρώ ως αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν οι εδώ εναγόμενες εξαιτίας της μεταβολής των συνθηκών που ίσχυαν κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης έργου, χωρίς υπαιτιότητα της αναδόχου κοινοπραξίας, αλλά εξαιτίας όλων των αναφερομένων στο ιστορικό της προσφυγής έκτακτων και απρόβλεπτων γεγονότων, λόγω της συνδρομής των οποίων, η εκπλήρωση της παροχής της αναδόχου ενόψει της αντιπαροχής κατέστη υπέρμετρα επαχθής, και πάλι χωρίς δική της υπαιτιότητα.

Ειδικότερα επί του αιτήματος αποζημιώσεως η ενάγουσα κατά την σύνταξη της προσφυγής ανέγραψε σε αυτήν ότι εκ της μεταβολής των συνθηκών η ανάδοχος κοινοπραξία και τα μέλη της έχουν υποστεί ζημία ύψους 112.822.934,00 ευρώ για την αναφερόμενη στην προσφυγή χρονική περίοδο (από την έναρξη του έργου μέχρι Νοέμβριο 2009) στο Δυτικό Τομέα του έργου και ειδικότερα ότι υπέστησαν ζημίες α) από την αύξηση της δαπάνης των εκτελεσμένων εργασιών ποσού 47.670.434,42 ευρώ, β) από την αδράνεια των δύο μηχανημάτων ολομέτωπης κοπής ποσού 5.302.500,00 ευρώ και γ) από την επιβάρυνση γενικών εξόδων ποσού 59.850.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 112.822.934,00 ευρώ.

Κατ' άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας ανέρχεται σε 2% επί του αντικειμένου της, ήτοι 112.822.934,00 X 2% = 2.256.458,68 ευρώ. Πλην όμως το αίτημα αυτό παρουσιάζεται προφανώς εξογκωμένο, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγόμενων, θεμελιούμενης στο άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων, την οποία επαναφέρουν με τον 6° λόγο εφέσεως καθώς τόσο κατά το ως άνω ποσόν των 5.302.500,00 ευρώ όσο και κατά το ποσό των 59.850.000, η αγωγή αυτή ήταν προδήλως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού εντελώς αόριστα η μεν οικονομική επιβάρυνση που υπέστη η ανάδοχος κοινοπραξία από τη αναγκαστική θέση σε αδράνεια δύο μηχανημάτων της εξαιτίας των καθυστερήσεων υπολογίστηκε σε 2,5 % ετησίως σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, η δε επιβάρυνση των γενικών εξόδων λόγω καθυστέρησης του έργου κατά 30 μήνες εκτιμήθηκε όλως αορίστως σε ποσοστό 3% ετησίως επί του συνολικού ποσού της σύμβασης.

Άλλωστε και με τη νομίμως προσκομιζόμενη με επίκληση από τις εναγόμενες ΔΔ121/2015 διαιτητική απόφαση που έκρινε τη διαφωνία 54 και την αίτηση της κοινοπραξίας και των μελών της, με την οποία επαναλάμβαναν τα ανωτέρω αιτήματα της προσφυγής τους, απορρίφθηκαν τα παραπάνω κονδύλια ως αόριστα. Αντιθέτως το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης για τις θετικές ζημίες από την αύξηση της δαπάνης των εκτελεσμένων εργασιών ποσού 47.670.434,42 ευρώ, δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, για τέτοιας φύσεως αγωγή, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της ζημίας, σε σχέση και με το επίδικο έργο, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων και συγκεκριμένα με βάση πίνακα βασισμένο στον εγκεκριμένο από την ....

πίνακα ποσοστιαίων πληρωμών αναδόχου και αναλυτικά τιμολόγια εργασιών, ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το αίτημα της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος της άνω προσφυγής-αγωγής κατά τα άνω κονδύλια ποσού 47.670.434,42 ευρώ και να περιορίσει το αίτημά της ως προς αυτό.

Την παραπάνω κρίση δεν αναιρεί το γεγονός ότι με την ως άνω ΔΔ121/2015 διαιτητική απόφαση, που έκρινε τη διαφωνία 54 που αφορούσε το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση της κοινοπραξίας και των μελών της, με την οποία επαναλάμβαναν και το ανωτέρω αίτημα της προσφυγής τους και αφού μειώθηκε κατά 30% το ποσό της αποζημίωσης της αναδόχου κοινοπραξίας εκ ποσού 12.754.994,78 ευρώ, υποχρεώθηκε η ....

να καταβάλει σε αυτήν για την παραπάνω αιτία το ποσό των 8.928.496 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το αίτημα της αγωγής τέτοιου αντικειμένου, όπως αυτή διαπιστώνεται από την επισκόπηση του συνόλου της υπό κρίση δικογραφίας, έπρεπε να αφορά το ποσόν των 47.670.434,2 ευρώ.

Με βάση επομένως αυτήν την ουσιαστική παραδοχή, ο υπολογισμός της αμοιβής της ενάγουσας δεν θα γίνει σύμφωνα με το αναφερόμενο σε ορισμένη χρηματική ποσότητα αίτημα της αγωγής των 112.822.934,00 ευρώ, αλλά με βάση το ποσόν, που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελή εξακρίβωση εκ μέρους της ενάγουσας των πραγματικών και νομικών δεδομένων.

Ως εκ τούτου, το αίτημα αυτής της προσφυγής- αγωγής, που ανερχόταν στο ποσό των 112.822.934,00 ευρώ, πρέπει να μειωθεί ως άνω κατά το συνολικό ποσόν των 65.152.500 ευρώ (5.302.500+59.850.000), οπότε και απομένει το ποσόν των 47.670.434,2 ευρώ και ακριβώς αυτό θα ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου ως βάση για τον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 47.670.434,2 X 2%=) 953.408,68 ευρώ, (άρθρο 100 παρ. 1 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων) + 25% =) 238.352,17 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των (953.408,68 +238.352,17=) 1.191.760,85 ευρώ.

Η ενάγουσα δεν επικαλείται ως αντένσταση του άρθρου 102 Κωδ. Δικ. ότι η προφανής διόγκωση του άνω αιτήματος της προσφυγής οφείλεται σε συμμόρφωσή της σε έγγραφη εντολή των εναγόμενων. 6) ΥΠΟΘΕΣΗ της από 24-11- 2010 και με αριθμό Β.Α.Β. 826/2010 προσφυγής-αγωγής, η οποία, ως προς το παραδεκτό της, ασκήθηκε μετά την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, ήτοι της άσκησης σχετικά ένστασης και αίτησης θεραπείας και έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, τη δικαστική αναγνώριση της προς καταβολή οφειλής ποσού 650.005,00 ευρώ, για τη ζημία που υπέστησαν οι εναγόμενες από την παράνομη, αντισυμβατική και καταχρηστική περικοπή της κυρίας του έργου ....

από την 38η Πιστοποίηση. Η ενάγουσα για τη σύνταξη της ως άνω προσφυγής-αγωγής δικαιούται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ποσοστό 2% επί του ανωτέρω χρηματικού ποσού, ανερχόμενης έτσι της αμοιβής της αυτής στο ποσό των (650.005,00 ευρώ X 2%=) 13.000,10 ευρώ+ 25% =) 3.250,02 ευρώ (άρθρο 100 παρ. 1 και 167 Κώδικα περί Δικηγόρων), ήτοι συνολικά το ποσό των (13.000,10 + 3.250,02=) 16.250,12 ευρώ.

Το αγωγικό αίτημα δεν ήταν προφανώς διογκωμένο, για τέτοιας φύσεως αγωγή, όπως αβασίμως οι εναγόμενες διατείνονται, ενόψει του είδους και της έκτασης της ζημίας, σε σχέση με το επίδικο έργο, το ύψος της οποίας, σε κάθε περίπτωση, έθεσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των εναγόμενων και συγκεκριμένα με βάση πίνακες πιστοποιήσεων και πληρωμών απολογιστικών εργασιών της 38ης πιστοποίησης, πίνακα μηχανημάτων - αναθεωρήσεων από την 1η έως 37η πιστοποίηση με εφαρμογή των ισχυουσών τιμαριθμικών και αναλύσεων τιμών του ΥΠΕΧΩΔΕ λαμβάνοντας υπόψη και των χορηγηθέντων σε αυτήν από τους μηχανικούς των εναγόμενων λοιπών τεχνικών στοιχείων ώστε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το αίτημα της προσφυγής αυτής ήταν διογκωμένο, δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος της άνω προσφυγής-αγωγής και να περιορίσει το αίτημά της.

Την παραπάνω κρίση δεν αναιρεί το γεγονός ότι με την ΔΔ28/2015 διαιτητική απόφαση που έκρινε τη διαφωνία 55 που αφορούσε το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής, έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση της κοινοπραξίας και των μελών της, με την οποία επαναλάμβαναν τα ανωτέρω αιτήματα της προσφυγής τους και υποχρεώθηκε η ....

να καταβάλει στην ανάδοχο κοινοπραξία συνολικά 193.037,12 ευρώ, καθώς τα λοιπά κονδύλια απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω δεδικασμένου.

Συνεπώς, και σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή που η ενάγουσα δικαιούται για όλες τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες αυτή, κατά τα ως άνω, προέβη, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (99.176,31 + 11.012,70 + 247.152,67 + 2.810,50 + 1.191.760,85 + 16.250,12 =) 1.568.163,15 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. ...Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έπρεπε α) να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση των εναγόμενων περί εφαρμογής του άρθρου 102 Κώδικα Δικηγόρων και β) να απορριφθούν οι λοιπές ενστάσεις και ισχυρισμοί.

Συνακόλουθα, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη αλλά κατά ένα μέρος και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα, σε ολόκληρο έκαστη, το συνολικό ποσό των 1.568.163,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.

Η εκκαλούμενη, απέρριψε την ένσταση του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων και προσδιόρισε την αμοιβή της ενάγουσας σε 3.196.975,65 €. Εν τέλει δε, επιδίκασε ( αναγνωριστικά) στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό. Κρίνοντας όμως έτσι, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί αυτού 6° λόγο της εφέσεως που πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός.". 5.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει αμοιβής.

Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων του Κώδικα Δικηγόρων, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από τον χρόνο κατάρτισής της.

Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του Κώδικα αυτού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 102 του αυτού ως άνω ΝΔ 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει στο Δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση.

Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποίαν προβλέπεται η καταβολή αμοιβής διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του Δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα του, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008, ΑΠ 598/2017, 16/2013).

Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ του Δικηγόρου και του εντολέα του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει, για το σύνολο των ενεργειών του, ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης κατ' άρθρο 92 § § 3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 598/2017, 1586/2009, 760/2007).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επόμ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο Δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του εντολέα του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική και εξώδικη.

Η αμοιβή του Δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το εάν είναι διάδικος, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων νομίμων ορίων.

Το Δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του Δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, θα προσδιορίσει το ελάχιστο όριο της αμοιβής του (άρθρα 713, 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 91 παρ. 1, 92, 98, 99, 100- 106 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 38 του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ).

Για την αξίωση τέτοιας δικηγορικής αμοιβής, είναι αδιάφορο, αν η αγωγή έγινε εν όλω ή μερικώς δεκτή ή απορρίφθηκε ολοσχερώς ή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ή όχι επιτυχώς (ΑΠ 170/2016). Εξαίρεση υπάρχει μόνο αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι αν το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς διογκωμένο και αυτό μπορούσε να γίνει αντιληπτό και από τον ίδιο το δικηγόρο, οπότε το ελάχιστο όριο αμοιβής υπολογίζεται με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή και η μείωση αυτή χωρεί και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1907/2008, 137/2007, 1310/2006, 1631/2006).

Ο κατά την εν λόγω διάταξη ισχυρισμός ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο και είχε τη δυνατότητα ο εντολοδόχος δικηγόρος να εξακριβώσει τούτο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, κατά της οποίας ο ενάγων δύναται να προτείνει κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό ότι συνεμορφώθη προς σχετική έγγραφη εντολή του εντολέως ή του αντιπροσώπου αυτού (ΑΠ 410/2019, 122/2015, 180/2008).

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την έννοια της παραπάνω διάταξης, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι η απαίτηση είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο του ενάγοντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνάται ποιοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν, εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη αλλά, αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής (ΑΠ 140/2019, 122/2015, 583/2014, 16/2013, 1295/2010, 599/2017).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 167 ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων και συγκεκριμένα ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή το ελάχιστο όριο της αμοιβής του Δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% για καθένα των πέραν του ενός εντολέων, μη δυνάμενο όμως σε κάθε περίπτωση να υπερβεί το διπλάσιο.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2014).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010) είτε προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1041/2018, 603/2017).

Στις παραπάνω περιπτώσεις, η παράβαση ελέγχεται στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Παράλληλα παραβιάζονται εκ πλαγίου τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο προσφεύγει σε αυτά, χωρίς στην απόφαση να διευκρινίζεται αν υπάρχει στη δικαιοπραξία ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζεται η παραλείπεται η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 168/2006, 254/2003) καθώς και αν εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις αυτές κατά τρόπο, που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει, όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 455/2014, 215/2009).

Για το ορισμένο του ως άνω λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται: α) η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, β) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και γ) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ ΑΠ 9/2016, 20/2005).

Στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 915/2013, 901/2010).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά - "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της - "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους - "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ ολ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 918/2020). Τέλος, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση, ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, 76/2019, 538/2018). 7.

Α. Επί της από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 αίτησης αναίρεσης και των από 10.12.2020 και με αριθ. κατάθ. 117/10.12.2020 πρόσθετων λόγων αυτής: Oι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αίτησης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ήτοι ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ειδικότερα, παραπονούνται ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι οι από 30.10.2009 συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών, καταρτισθείσες με την δεύτερη αναιρεσείουσα, ήταν σαφείς ώστε να προκύπτει ευθέως από αυτές και χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε ερμηνεία ότι δεν κάλυπταν τις ένδικες δικηγορικές εργασίες που εκτελέστηκαν από την αναιρεσίβλητη υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, στη συνέχεια προς θεμελίωση της αντίστοιχης κρίσης της "επιστράτευσε" σειρά επιχειρημάτων και αναφορών σε εκτός των ανωτέρω συμβάσεων στοιχεία και δη στο από 7.4.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό και στην από 27.9.2013 εξώδικη δήλωση, που απηύθυνε η αναιρεσίβλητη στη δεύτερη αναιρεσείουσα, με κοινοποίηση στη πρώτη αναιρεσείουσα, προβαίνοντας εν τέλει "εν τοις πράγμασι" στην ερμηνεία των ως άνω από 30.10.2009 συμβάσεων και έτσι διέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εφαρμογής ή μη των ως άνω από 30.10.2009 συμβάσεων στην ένδικη περίπτωση καθότι προκειμένου να θεμελιώσει το αρνητικό επί της εν λόγω εφαρμογής συμπέρασμά της, από τη μια, δέχεται ευθέως ότι οι εν λόγω συμβάσεις είναι σαφείς, άρα ανεπίδεκτες ερμηνείας και από την άλλη εμμέσως, ότι δεν είναι σαφείς και προστρέχει στα προαναφερόμενα στοιχεία για να προσδιορίσει το νόημά τους.

Οι ως άνω λόγοι, είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι καθότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή ορισμένα άρθρα ορισμένου νόμου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 637/2017, 113/2011).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς τον ισχυρισμό τους, που πρόβαλαν νομότυπα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης καθοριζόταν από τις με ημερομηνία 30.10.2009 συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του καθότι δεν εξειδικεύεται ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μη αρκούσης για το ορισμένο του λόγου αυτού της γενικής έκφρασης για ανεπάρκεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 ως άνω νομική σκέψη της παρούσας.

Και τέλος, οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο αιτιολόγησε κατά τρόπο αόριστο και ελλιπή τα ακόλουθα ζητήματα: 1) ενώ γίνεται δεκτό ότι οι ένδικες εργασίες ανατέθηκαν στην αναιρεσίβλητη με προφορικές εντολές της δεύτερης απ' αυτές ως εκπροσώπου της Κοινοπραξίας, δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν συμπεριλαμβάνεται στην προφορική εντολή το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, 2) δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν συνήφθη έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτών και της κοινοπραξίας, 3) ενώ γίνεται δεκτό ότι η εντολή εκτέλεσης των ενδίκων εργασιών δόθηκε περί τα τέλη του έτους 2009, δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος παροχής των εντολών και 4) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται πως η εντολή δόθηκε δια του αρμοδίου οργάνου της δεύτερης αναιρεσείουσας, δεν διευκρινίζεται ποιο ήταν το όργανο αυτό.

Ο ως άνω λόγος είναι επίσης προεχόντως απαράδεκτος καθότι δεν αναφέρονται οι εκ πλαγίου παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 ως άνω νομική σκέψη της παρούσας. 8. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, αποδίδοντας σ` αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατά προφανή παρανόηση δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων.

Τούτο διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 825/2014, 1099/2014, 45/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 365/2017, 25/2017, 99/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (AΠ 1034/2019, 516/2016).

Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ 'Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, αναιρετικοί λόγοι αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 631/2020, 578/2007, ΑΠ 296/2006, ΑΠ 837/2006).

Oι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 27.9.2013 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσίβλητης, με εσφαλμένη ανάγνωση, η οποία επέδρασε κατά τρόπο ουσιώδη στην απόρριψη του ισχυρισμού τους περί ισχύος των από 30.10.2009 συμβάσεων παροχής υπηρεσιών στην ένδικη περίπτωση, δεχόμενο ότι από το ανωτέρω εξώδικο δεν αναιρείται η κρίση του για το ότι οι από 30.10.2009 προαναφερόμενες συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών αφορούσαν τις ένδικες νομικές υπηρεσίες και ότι δεν αποτελεί ομολογία των κρίσιμων ισχυρισμών τους (αναιρεσειουσών) για τη ρύθμιση της αμοιβής της αναιρεσίβλητης με τα παραπάνω συμφωνητικά, ενώ κατ' αυτές (αναιρεσείουσες) στο εν λόγω εξώδικο η αναιρεσίβλητη δήλωνε κατηγορηματικά ότι όλες οι εργασίες εκτελέστηκαν με βάση τις προαναφερόμενες από 30.9.2009 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες καθόριζαν και την αμοιβή της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών μόνο στο εν λόγω εξώδικο ή κατά κύριο λόγο σ` αυτό, αλλά απλώς το έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατά συνέπεια οι παραπάνω αιτιάσεις αφορούν παράπονα αναφερόμενα στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης σωρρεύουν στον ως άνω δεύτερο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο τον από τον αριθμό 11γ' του ίδιου άρθρου λόγο με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη "τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα". Ο πρόσθετος λόγος, όμως, αυτός είναι αντιφατικός με τον αμέσως προηγούμενο και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος.

9. Oι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα κατά πόσον η από 27.9.2013 ως άνω εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης συνιστούσε ομολογία της για την κάλυψη των ένδικων νομικών εργασιών από τις προαναφερόμενες από 30.10.2009 συμβάσεις νομικών υπηρεσιών με την 2η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος καθότι δεν γίνεται επίκληση παραβίασης εκ πλαγίου ορισμένου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 νομική σκέψη της παρούσας.

10. Oι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 46, 63 παρ. 5, 92, 92 Α, 170, 171, 172 Ν.Δ. 3026/1954 και τα άρθρα 2, 287, 288, 335, 648, 713 και 724 ΑΚ, δεχόμενο ειδικότερα ότι από τις προαναφερόμενες από 30.10.2009 συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών είχαν η μία μεν ανακληθεί, η άλλη δε λήξει και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να καλύπτουν τις ένδικες δικηγορικές αμοιβές, ώστε η από 27.9.2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης να στερείται εννόμου επιρροής, ενώ αμφότερες οι παραπάνω συμβάσεις παρέμεναν σε ισχύ, οι δε ένδικες δικηγορικές εργασίες είχαν σε κάθε περίπτωση εκτελεσθεί κατά τη διάρκεια της ισχύος τους, η κρίση δε αυτή είναι ελλιπώς αιτιολογημένη, αφού αφενός το Εφετείο δέχεται ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή η επίκληση των ως άνω από 30.9.2009 συμβάσεων, επειδή αυτές δεν ίσχυαν κατά το χρόνο κοινοποίησης της από 27.9.2013 εξώδικης δήλωσης, αφετέρου δε γιατί και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι δεν ίσχυαν αυτές στις 27.9.2013, αυτό δεν αρκούσε για να στερήσει από έννομη επιρροή την επίκληση των ίδιων συμβάσεων με το ίδιο έγγραφο (εξώδικο) και δη προς θεμελίωση δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι όλες οι ένδικες εργασίες είχαν εκτελεστεί σε χρόνο προγενέστερο εκείνου, που ανατρέχει το εξώδικο, οπότε ούτε η σύμβαση εργολαβίας δίκης είχε ανακληθεί ούτε η συμβουλευτική είχε λήξει.

Όμως, στο λόγο αυτό και κατά τα δύο σκέλη του, δεν καθορίζεται σε ποιο ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτέθηκαν.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αίτησης, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 νομική σκέψη της παρούσας.

11. Oι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων, 3 και 174 Α.Κ., απορρίπτοντας τον επικουρικά προβαλλόμενο ισχυρισμό τους ότι για τις ένδικες δικηγορικές εργασίες είχε συνομολογηθεί συμφωνία για την αμοιβή της αναιρεσίβλητης κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης με αμοιβή 350 ευρώ, ανά ώρα απασχόλησης για τους εταίρους και 280 ευρώ, ανά ώρα απασχόλησης για τους συνεργάτες, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι μία τέτοια συμφωνία θα ήταν άκυρη, αφού θα προέβλεπε δικηγορική αμοιβή κατώτερη από τα αντίστοιχα ελάχιστα νόμιμα όρια.

Επίσης, με τον ίδιο ως άνω λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό τους ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται τέτοια συμφωνία χρονοχρέωσης, αφού στην με ημερομηνία 19.9.2013 επιστολή της πρώτης αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό με την ύπαρξη της ως άνω συμφωνίας, χωρίς να αιτιολογείται γιατί η μη αναφορά τέτοιας συμφωνίας χρονοχρέωσης στην εν λόγω επιστολή σημαίνει κατ' ανάγκη και αδυναμία απόδειξης της εν λόγω συμφωνίας.

Ωστόσο, ο τελευταίος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθότι οι αναιρεσείουσες δεν συνδέουν τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση την οποίαν απορρίπτει το Δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ύπαρξης συμφωνίας χρονοχρέωσης. Επειδή, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως διότι οι κατ` αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/1994, 25/2003, ΑΠ 447/2019, 1451/2019, 1180/2017).

Συνακόλουθα, ο ως άνω πέμπτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του ενόψει του ότι κατά τα προεκτεθέντα, πλήττεται ανεπιτυχώς, με τον ίδιο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του, η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί ύπαρξης συμφωνίας, που προέβλεπε την αμοιβή της αναιρεσίβλητης με βάση το χρόνο που ανάλωνε για το χειρισμό των αντίστοιχων υποθέσεων και η οποία αυτοτελώς και επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της, ο λόγος αυτός αναίρεσης (πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του) είναι απαράδεκτος.

12. Oι αναιρεσείουσες με τον έκτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες όσον αφορά τον ισχυρισμό τους, που νόμιμα πρόβαλαν ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται της προσαύξησης της αμοιβής της του άρθρου 167 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυε, λόγω περισσοτέρων εντολέων, αφού στην πραγματικότητα ένας και μόνο, ορισμένως δε, η πρώτη αναιρεσείουσα αποκλειστικά υπήρξε εντολέας της.

Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά την δοθείσα εντολή της δεύτερης εναγομένης, προς την ενάγουσα δικηγορική εταιρία, να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες δικηγορικές εργασίες για την υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων της εναγομένης κοινοπραξίας και των λοιπών μελών της- εναγομένων κατά της "...", αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, διαλαμβάνεται με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσα δια του αρμοδίου οργάνου της, αφενός μεν ατομικά ως μέλος της κοινοπραξίας, αφετέρου δε επ' ονόματι και για λογαριασμό ως αντιπρόσωπος τόσο της εναγομένης κοινοπραξίας όσο και των λοιπών εναγομένων μελών της, των οποίων αυτή είχε οριστεί νόμιμα αντιπρόσωπος, κατ' εντολή τους και με τη σύμφωνη γνώμη, αποδοχή και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων της, είχε δώσει στην ενάγουσα δικηγορική εταιρία την εντολή να ενεργήσει τις πράξεις που αναφέρονται στην απόφαση με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται το δικαίωμά της (ενάγουσας- αναιρεσίβλητης) να ζητήσει από τις εναγόμενες την αμοιβή της κατά τις διατάξεις του άρθρου 167 Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή, εφόσον πρόκειται περί εντολής περισσοτέρων σε δικηγόρο, που αφορά κοινή υπόθεσή τους, την προσαύξηση 5% για καθεμία από τις εντολείς της.

Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι περαιτέρω αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολογία καθότι: 1) έγινε δεκτό ότι η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Β. Κ. ήταν "πειστική και δεν γεννά αμφιβολίες", χωρίς περαιτέρω το Εφετείο να εξηγεί γιατί αυτό, η απόλυτη δηλαδή αξιοπιστία του μάρτυρα απόδειξης, πολύ δε περισσότερο χωρίς να αξιολογεί, προκειμένου να αχθεί σε τέτοια κρίση, το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας της αναιρεσίβλητης υπήρξε ανέκαθεν βασικός εταίρος, ιδρυτής, επικεφαλής και ιθύνων νους αυτής, 2) κρίθηκε ότι η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ.

Σ. στερείται πειστικότητας, χωρίς άλλη εξήγηση, συλλήβδην και αθρόως, αλλά και με ταυτόχρονο χαρακτηρισμό της μαρτυρίας αυτής, ως "μη αντικειμενικής" και 3) κρίθηκε ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Μ., Α. Α. και Α. Π. κατέθεσαν πως οι αναιρεσείουσες, πλην της πρώτης, ενημερώνονταν για τις ενέργειες της αναιρεσίβλητης, ενέκριναν αυτές και είχαν χορηγήσει ανέκκλητη εντολή για τη διενέργειά τους, πλην όμως οι παραπάνω καταθέσεις δεν αρκούν καθώς η ενημέρωση, συγκατάθεση κλπ, ακόμη και η παροχή πληρεξουσιότητας από τον κύριο κάποιας υπόθεσης, όπως εν προκειμένω οι 3η, 4η, 5η και 6η από τις αναιρεσείουσες, προς δικηγόρο να προβεί σε κάποια δικαστική ενέργεια δεν συνιστά κατ' ανάγκη και παροχή εντολής, ούτε προσδίδει αφεαυτής στο υποκείμενο αυτής την ιδιότητα του εντολέα, είναι απαράδεκτες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 νομική σκέψη της παρούσας, αφού πρόκειται για αιτιάσεις, που αναφέρονται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της ανάθεσης από τις αναιρεσείουσες της σύμβασης εντολής στην αναιρεσίβλητη και τα περί αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας.

13. Oι αναιρεσείουσες με τον έβδομο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, όσον αφορά την μερική απόρριψη του ισχυρισμού τους περί προφανούς διόγκωσης των αιτημάτων των προσφυγών- αγωγών, ερειδόμενου στις διατάξεις του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυε, που νόμιμα πρόβαλαν.

Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού των αναιρεσειουσών κατά ένα μέρος. Αντίθετα, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του Κώδικα περί Δικηγόρων του άρθρου 102 κατά ένα μέρος επί των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση προσφυγών- αγωγών, δεχόμενο ότι τα αγωγικά αιτήματα (πλην της 6ης υπόθεσης, όπου ο ως άνω ισχυρισμός έγινε δεκτός εν μέρει) δεν ήταν προφανώς διογκωμένα, για τέτοιας φύσεως προσφυγές - αγωγές, ενόψει του είδους και της έκτασης της βλάβης, που είχαν υποστεί οι αναιρεσείουσες στο επίδικο έργο, το ύψος της οποίας έθεσε η αναιρεσίβλητη, επιμελώς φερόμενη, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα για κάθε μία προσφυγή- αγωγή χορηγηθέντα στοιχεία από τη Διεύθυνση διαχείρισης της σύμβασης εργολαβίας των αναιρεσειουσών.

Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο της αίτησης είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολογία καθότι το Εφετείο: α) δέχτηκε ότι δεν ασκούν επιρροή στην κρίση περί προφανούς διόγκωσης των αγωγικών αιτημάτων, οι επ' αυτών απορριπτικές κρίσεις των διαιτητικών αποφάσεων που επιλήφθηκαν, παρά μόνο στη μεμονωμένη περίπτωση της υπό στοιχείο "5" υπόθεσης, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επί των επίμαχων υποθέσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο θα μπορούσε γενικότερα να δικαιολογήσει τη διαφορετική αντιμετώπιση μιας υπόθεσης για την οποίαν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός σε σύγκριση με τις υπόλοιπες για τις οποίες απορρίφθηκε και β) ότι σε όση έκταση, για την εξαγωγή του συμπεράσματος, όπου κατέληξε, προχώρησε σε κάποιες αξιολογήσεις των επίμαχων υποθέσεων, το έπραξε υιοθετώντας διατυπώσεις στερεότυπες και παραθέσεις τεχνικών στοιχείων, που κατά το μάλλον ή ήττον παραμένουν εξαιρετικά δυσνόητες, αν όχι εντελώς ακατάληπτες και ανεπίδεκτες περαιτέρω αξιολόγησης, φανερώνοντας επί της ουσίας ακρισία, εμμένοντας ταυτόχρονα εξ ίσου στερεότυπα να συνάγει τη μη εξόγκωση των αιτημάτων των επίμαχων υποθέσεων από την παραδοχή, ότι το ποσό της αξίωσης "έθεσε η ενάγουσα επιμελώς φερόμενη" και ότι "δεν προκύπτει πως και από ποια άλλα στοιχεία θα μπορούσε η ενάγουσα, επιμελώς φερόμενη, να αντιληφθεί το προφανώς εξογκωμένο του αιτήματος" δεν συνιστούν την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχείο 6 νομική σκέψη της παρούσα και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

Ειδικότερα, η πρώτη όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, οι αναφορές του δικαστηρίου της ουσίας στις διαιτητικές αποφάσεις αποτελούν επιχειρήματα αυτού προς επίρρωση της κρίσης του επί της απόρριψης κατά ένα μέρος του ως άνω ισχυρισμού και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια και η δεύτερη, καθότι, όπως διατυπώνεται, δεν στοιχειοθετεί ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

14. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ ΑΠ 8/2018, 10/2012, ΑΠ 1248/2018, 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση.

Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 999/2019, 914/1987, 489/1976, 544/1972). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, πρότειναν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, τον οποίο επανέφεραν και ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης.

Για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους αυτού, εκθέτουν ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της καθότι: α) με την παγιωμένη θέση της να εκλαμβάνει, αλλά και να υποδηλώνει με έργα και με λόγια ότι οι εν γένει δικηγορικές υπηρεσίες, που παρείχε στην πρώτη αναιρεσείουσα, κατ' επέκταση και στα μέλη αυτής - λοιπές αναιρεσείουσες- καλύπτονται από τις με ημερομηνία 30.10.2009 συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών (συμβουλευτικής και εργολαβίας), που συνήψε με την δεύτερη από τις αναιρεσείουσες, β) με την εμμονή της στην τήρηση των ίδιων αυτών συμβάσεων είτε η στάση αυτή συνίστατο στην επί ιδιαιτέρως μακρό χρόνο εκτέλεση των ενδίκων εργασιών χωρίς την προβολή αιτήματος καταβολής αντίστοιχης ελάχιστης νόμιμης αμοιβής γι' αυτές, είτε, στην κατά τους ισχυρισμούς τους ομολογία της, στην οποία προέβη με τη με σχετική ημερομηνία 27.9.2013 και επιδοθείσα στις 2.10.2013 εξώδικη δήλωσή της ότι οι εν λόγω εργασίες της καλύπτονταν από απόψεως αμοιβής από τις ανωτέρω από 30.10.2009 δύο συμβάσεις, τους δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι, ουδέποτε θα αξιώσει την αντίστοιχη ελάχιστη αμοιβή, γ) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης θα προκαλέσει δυσθεώρητα οικονομικά βάρη στις ίδιες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής της και δ) η άσκηση της ένδικης αγωγής, συνιστά υπέρβαση των ορίων, που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος, την οποία θεμελιώνει επιπρόσθετα στο γεγονός ότι αφενός μεν η αναιρεσίβλητη δεν συνέταξε η ίδια τα δικόγραφα των προσφυγών για τις οποίες με την ένδικη αγωγή αξιώνει τις νόμιμες αμοιβές, αφετέρου δε, οι αξιώσεις της πρώτης αναιρεσείουσας, που προσβλήθηκαν με τις ασκηθείσες από την αναιρεσίβλητη προσφυγές ουδεμία προοπτική τελικής ευδοκίμησης είχαν εξ αρχής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης δεχόμενο ότι: τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά "δεν στοιχειοθετούν την επιδιωκόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης κατ' άρθρο 281 ΑΚ όχι μόνον διότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν ο εναγόμενος αρνείται το αγωγικό δικαίωμα, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία οι εναγόμενες- εκκαλούσες παρότι επικαλούνται καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση του επιδίκου δικαιώματος αυτής για αξίωση νόμιμης αμοιβής κατά τον Κώδικα των Δικηγόρων απορρέοντος από την ένδικη σύμβαση, αφού κατά τα ιστορούμενα οι επίμαχες δικηγορικές υπηρεσίες της ενάγουσας προς τις εναγόμενες καλύπτονται από άλλες συμβάσεις και ουδεμία οφειλή εκ της αιτίας αυτής έχουν προς την εφεσίβλητη, αλλά και επειδή τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται κατά νόμο να συγκροτήσουν το πραγματικό της ιδίας διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η ενάγουσα, για όσους λόγους προαναφέρθηκαν, δεν μπορούσε να στερηθεί του δικαιώματός της στη δικαστική επιδίωξη των νομίμων απαιτήσεών της από την παροχή των νομικών της υπηρεσιών.

Εφόσον, λοιπόν, δεν νοείται καταχρηστική άσκηση μη πραγματικά υφιστάμενης αξίωσης, οι παραπάνω ισχυρισμοί των εκκαλουσών δεν επιστηρίζουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και ειδικότερα αμφισβήτηση της αξίωσης της ενάγουσας για νόμιμη αμοιβή. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη της ενάγουσας επί μακρό διάστημα να προβεί στην διεκδίκηση των νόμιμων αμοιβών της και αν ακόμη δημιούργησε στις εναγόμενες την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις της, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή της, αφού η παράλειψη αυτή και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν την δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων της ενάγουσας, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει έντονη εντύπωση αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.

Για τον ίδιο λόγο, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν συνιστά εκδήλωση κακοπιστίας ούτε έλλειψη συναλλακτικής εντιμότητας, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενες, αφού από την αναφορά και μόνο των επικαλούμενων από τις εναγόμενες συμβάσεων σε εξώδικο της ενάγουσας δεν προκύπτει ότι αυτή παραιτήθηκε ποτέ από τις ένδικες αξιώσεις της καθώς δεν γίνεται επίκληση κατά θετικό τρόπο δήλωσής της προς τις εναγόμενες με οποιονδήποτε τρόπο ή και δημιουργία στις τελευταίες της πεποίθησης ότι η ενάγουσα παραιτείται από τα νόμιμα δικαιώματά της.

Με βάση δε όλα τα ιστορούμενα από τις εναγόμενες δεν μπορεί να γίνει λόγος για κακόπιστη μεταγενέστερη διεκδίκηση των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας και για αντίθεση της συμπεριφοράς της στην καλή πίστη, μόνη δε η μακροχρόνια αδράνειά της δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή τους.

Πρέπει λοιπόν η ανωτέρω ένσταση να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση των εναγόμενων, ορθώς έκρινε και, συνεπώς, ο 7ος λόγος της ένδικης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που οι εκκαλούσες επικαλούνται εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω κακής εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, χωρίς να τον ερευνήσει κατ' ουσίαν. ...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή με τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.

Τούτο δε διότι τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες πραγματικά περιστατικά συνιστούν άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος, καθότι οι επίμαχες δικηγορικές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης προς αυτές καλύπτονται, κατά τους ισχυρισμούς τους, από τις από 30.10.2009 δύο συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών και ουδεμία οφειλή από την αιτία αυτή έχουν προς την αναιρεσίβλητη, επί πλέον αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται κατά νόμο να συγκροτήσουν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η παράλειψη της αναιρεσίβλητης επί μακρό διάστημα να προβεί στη διεκδίκηση των νομίμων αμοιβών της, και αν ακόμη δημιούργησε στις αναιρεσείουσες την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις της, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της, αφού η παράλειψη αυτή και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν την δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως.

Η αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι το Εφετείο έκρινε ότι όταν υπάρχει άρνηση της αγωγής δεν μπορεί ταυτοχρόνως να προβληθεί και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι αβάσιμος καθότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Και τούτο διότι με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν μπορεί να στηρίζεται σε περιστατικά τα οποία αληθή υποτιθέμενα ανάγονται σε αμφισβήτηση της γέννησης της αξίωσης ή του δικαιώματος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο όγδοος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο ένατος λόγος της αίτησης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, καθότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο. 15.

Β. Επί της από 3.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αίτησης αναίρεσης: Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 92 § § 3-5, 91 παρ. 1 και 102 Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ίσχυε καθότι απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού των αντιδίκων της του άρθρου 102 Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ίσχυε, περί προφανούς διόγκωσης του αιτήματος της υπ' αριθ.

Β.Α.Β. 729/2010 ασκηθείσας προσφυγής, αρκούμενο στο γεγονός ότι το κονδύλιο αυτής είχε απορριφθεί ως απαράδεκτο ενώπιον του Διαιτητικού οργάνου, όπου το ενάσκησαν αργότερα οι αντίδικοί της και χωρίς να προκύπτει από πουθενά ότι ήταν αβάσιμο και ως εκ τούτου διογκωμένο και εξάρτησε το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης της νόμιμης αμοιβής από την έκβαση της δίκης και δη από την απόρριψη του κονδυλίου της προσφυγής ως αόριστου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος: Α) όσον αφορά την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 102 Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε καθότι παραπονούμενη η αναιρεσείουσα για το μη διογκωμένο του αιτήματος της ως άνω προσφυγής και συνδεόμενο τούτο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με το γεγονός ότι η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε ως αόριστη, υπό την επίφαση της παραβιάσεως της επίμαχης διατάξεως του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθεαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και Β) όσον αφορά την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 92 && 3 και 5 και 91 & 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα καθότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αμοιβή για τη διεξαγωγή των ενδίκων υποθέσεων με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής ήταν καθαρά και δεν εξαρτήθηκε υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης με βάση τις ως άνω διατάξεις. 16.

Από τα άρθρα 591 § § β και γ, 677 επ., 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016 άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), προκύπτει ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ.

ΚΠολΔ), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 1634/2017, 433/2017, 72/2016).

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) Όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών από τις αμοιβές για την παροχή εργασίας πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, 1245/2019, 105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, 493/2020, 201/2017). Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 K.Πολ.Δ.

αναιρετικό λόγο και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα από τις αντιδίκους της ένσταση του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, λόγω αοριστίας, πλημμέλεια την οποίαν είχε προτείνει παραδεκτά με την από 25.1.2017 πρωτόδικη προσθήκη της και επανέφερε νόμιμα και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ακόμη η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση του άρθρου 102 εδ. β' ΚΠολΔ, την οποίαν είχε προτείνει παραδεκτά με την από 25.1.2017 πρωτόδικη προσθήκη της και επανέφερε νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως ως άνω νομική σκέψη, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής και δη πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα την 11.12.2013, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή των ως άνω ισχυρισμών της (αοριστίας και αντέστασης) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή τους στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είχαν προβληθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου. 17.

Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 102 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 102 Κώδικα περί Δικηγόρων.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του διογκωμένου αιτήματος της ως άνω αριθ. Β.Α.Β. 729/2010 προσφυγής για την παραδοχή του οποίου κατά ένα μέρος λήφθηκε υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς (αποζημίωση για ζημία, που υπέστη, χωρίς υπαιτιότητά της κατά την εκπλήρωση της παροχής η ανάδοχος κατασκευαστικού έργου κοινοπραξία, λόγω εκτάκτων και απρόβλεπτων συνθηκών), ο αόριστος υπολογισμός της οικονομικής επιβάρυνσης, που υπέστη η ανάδοχος κοινοπραξία από την αναγκαστική θέση σε αδράνεια δύο μηχανημάτων της εξ αιτίας της καθυστερήσεως και των γενικών εξόδων, τα διδάγματα της κοινής πείρας με βάση τα οποία το αίτημα της προσφυγής τέτοιου αντικειμένου ήταν διογκωμένο και μπορούσε να αντιληφθεί η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των πραγματικών και νομικών δεδομένων και περαιτέρω υπολογισμό με βάση το κριτήριο αυτό και όχι με βάση το αίτημα της προσφυγής.

Οι λοιπές επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις, που, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο είναι κρίσιμες για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ως άνω ζήτημα, δεν είναι απαραίτητες, αλλά πλεοναστικές, για την νομική θεμελίωση αυτού και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 6 ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης και οι με ιδιαίτερο λόγο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της πρώτης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης βαρύνουν στη μεν από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 αίτηση αναίρεσης τις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στη δε από 3.2.2020 και με αριθ.

κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αίτηση αναίρεσης την αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 180 § 1, 191 § 2, 480 ΑΚ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ την υπόθεση ως προς την πέμπτη (5η) αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." της από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 και των από 10.12.2010 και με αριθ. κατάθ. 117/10.12.2020 πρόσθετων λόγων αυτής. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτή. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 και από 3.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αιτήσεις αναίρεσης καθώς και τους από 10.12.2010 και με αριθ. κατάθ. 117/10.12.2020 πρόσθετους λόγους της πρώτης κατά της υπ` αριθ. 6521/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1198/102/5.2.2020 αίτηση αναίρεσης καθώς και τους ασκηθέντες ως άνω πρόσθετους λόγους αυτής. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, συνολικά ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 1129/99/3.2.2020 αίτηση αναίρεσης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, συνολικά ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, τη 1η Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Απριλίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ