Legislator Case Law & Legislation
721/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal on unpaid overtime coercion claim but dismisses vague contract modification argument.

Case Number 721/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the employer unilaterally worsened contract terms and withheld overtime pay to force resignation, while the employer was absent from the hearing. The court rejected the vague claim regarding contract modifications due to lack of specific evidence but accepted the serious allegation of malicious non-payment of overtime, ordering the employer to pay the claimed amount and legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure; Articles 580(1)-(3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may proceed to debate in the absence of a defendant if they were lawfully and timely summoned, and it must annul a lower court decision if it failed to consider a serious allegation of malicious non-payment of wages presented in the appeal.

Keywords

AI generated
Labor Law Appeal Malicious Non-Payment Contract Modification Overtime Wages Forced Resignation Civil Procedure Code Dismissal of Vague Claims

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 580(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 721/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ε. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καψόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ... Α.Ε. που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 623/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5714/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 13/3/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 5714/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το πρώτο σκέλος του και την απόρριψη των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.

Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν 3364/20 Ιουνίου 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Βασιλείου Παπαγιαννούλα προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση από 24ης Οκτωβρίου 2013 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της πράξεως της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 27ης Μαρτίου 2018 και βεβαίωση της Γραμματέως του Τμήματος περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από της προαναφερομένης δικασίμου, προκειμένου να συζητηθεί κατά την ενεστώσα δικάσιμο της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία της αναιρεσειούσης στην αναιρεσίβλητη, καλουμένη να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως.

Κατά την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ενεφανίσθη η αναιρεσίβλητη, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτής. Επειδή, με την υπό κρίση από 24ης Οκτωβρίου 2013 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 5714/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αρχικώς η αναιρεσείουσα, επικαλουμένη ότι είχε απασχοληθεί υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση της αναιρεσιβλήτου, άσκησε την από 27ης Δεκεμβρίου 2007 αγωγή, με την οποία εζήτησε την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημιώσεως απολύσεως. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 623/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως απολύσεως, ενώ έγινε εν μέρει δεκτό το αίτημα επιδικάσεως δεδουλευμένων αποδοχών.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη άσκησαν τις από 19ης Ιουνίου 2009 και 14ης Ιουλίου 2009 εφέσεις αντιστοίχως, μετά συνεκδίκαση των οποίων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθησαν οι εφέσεις, εν συνεχεία δε η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ' ο μέρος αφορά το αίτημα της αποζημιώσεως απολύσεως.

Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 7 εδ. α' Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες αντιστοίχως "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι πάσα μονομερής μεταβολή από τον εργοδότη των όρων της εργασιακής σχέσεως παρέχει στον εργαζόμενο, εάν υφίσταται συνεπεία της μεταβολής υλική ή ηθική βλάβη, το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω μεταβολή ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως.

Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν υφίσταται όμως έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις και αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφ' όσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, οπότε, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ως πλήττων την μη αναιρετικώς ελεγκτή κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Με την από 25.9.1974 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης και της ενάγουσας, η τελευταία προσλήφθηκε από την εναγομένη ως υπάλληλος γραφείου παροχής υπηρεσιών στην ….., οδός ..., όπου η έδρα της εταιρείας, για 5ήμερη απασχόληση (Δευτέρα - Παρασκευή) και με ωράριο από 8 πρωινή μέχρι 4 απόγευμα. Λόγω των συνθηκών που διαμορφώθηκαν σταδιακά στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (αύξηση κίνησης και εγκληματικότητας) η εναγόμενη έκρινε επιβεβλημένο το 2004 να μεταφέρει την έδρα της στο ..., σε ιδιόκτητο χώρο. Η ενάγουσα παρέμεινε στο γραφείο της εναγομένης στο κέντρο της ….ς αρχικά μέχρι την οριστική παύση της λειτουργίας του, προκειμένου κυρίως να ενημερώνει την πελατεία της για την μεταφορά της έδρας, εν συνεχεία μετατέθηκε στον …. επί της οδού ..., για τους ίδιους λόγους και εν τελεί αποφασίστηκε να εργάζεται και αυτή στη νέα έδρα της εταιρείας στο .... Η μετακίνησή της αυτή ήταν απαραίτητη ύστερα από την οριστική μεταφορά της έδρας της εναγομένης και ήταν υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενούς της.

Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτικό το γεγονός της μετακίνησής της, αφού η εναγόμενη δεν μετέθεσε αυτήν αποκλειστικά για λόγους που αφορούσαν την μεταξύ τους σχέση. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο νέος διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Σ. Χ. είχε υβριστική και προσβλητική συμπεριφορά απέναντι στην ενάγουσα με σκοπό να την εξαναγκάσει σε παραίτηση αφού κανένας από τους μάρτυρες που κατέθεσαν δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε επιβεβαίωσαν τη συχνότητα μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ακόμη δε δεν αποδείχθηκε ότι και αν έλαβε χώρα κάποια προσβλητική ή εξυβριστική συμπεριφορά μέσα στα πλαίσια της έντασης της εργασίας υπό το νέο καθεστώς διεύθυνσης, ήταν απόρροια κάποιου σχεδίου της εναγομένης να εξαναγκάσει την εργαζόμενη σε οικειοθελή παραίτηση ώστε να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής της.

Αντίθετα προέκυψε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε στις 18.10.2007 τη σύμβαση εργασίας αφού κοινοποίησε στην επί 33 χρόνια εργοδότριά της την από 17.10.2007 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση αναφέροντας ότι θεωρεί την επίδικη σύμβαση εργασίας καταγγελθείσα από mv επίδοση του εξωδίκου της. Το γεγονός τούτο συνάγεται εκ του ότι 15 ημέρες μετά την ως άνω κοινοποίηση του εξωδίκου εργαζόταν ήδη σε άλλο εργοδότη (βλ.

τον λογαριασμό ασφαλισμένου στο ΙΚΑ της εργαζόμενης που προσκομίζει η ίδια) σε εργασία που προφανώς την διευκόλυνε περισσότερο στις μετακινήσεις της, λόγος που ήταν σημαντικός γι' αυτήν, αφού διαμαρτυρόταν για την μετάθεσή της στο ... καθώς αναφέρει και η ίδια, στην εναγομένη και την ώθησε να εγκαταλείψει οικειοθελώς την εργασία της στην τελευταία".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο ότι η εργοδότις εταιρία δεν προέβη σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσειούσης, καθ' όσον δεν μετέβαλε μονομερώς τον τόπο εργασίας αυτής, ούτε η συμπεριφορά του διευθύνοντος συμβούλου Σ. Χ. υπήρξε υβριστική, με σκοπό να εξαναγκασθεί η αναιρεσείουσα σε παραίτηση, απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως αυτής κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Διέλαβε δε το Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ η αιτίαση της αναιρεσειούσης εστιαζομένη στο αποδεικτικό υλικό και κυρίως τον ακριβή χαρακτήρα της από 17ης Οκτωβρίου 2007 δηλώσεως διαμαρτυρίας αυτής προς την αναιρεσίβλητη αφορά την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και την υπ' αριθμόν 858/2009 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Από την εν λόγω μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχεται και η αξιολόγηση ότι, αναφορικώς με την κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης εσκεμμένη υβριστική και προσβλητική έναντι αυτής συμπεριφορά του διευθύνοντος συμβούλου της εργοδότιδος εταιρίας, συνιστώσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, "κανένας από τους μάρτυρες που κατέθεσαν δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε επιβεβαίωσαν τη συχνότητα μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ακόμη δε δεν αποδείχθηκε ότι και αν έλαβε χώρα κάποια προσβλητική ή εξυβριστική συμπεριφορά μέσα στα πλαίσια της έντασης της εργασίας...ήταν απόρροια κάποιου σχεδίου της εναγομένης να εξαναγκάσει την εργαζομένη σε οικειοθελή παραίτηση", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αλλά απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινομένου από την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, ο σχετικός, εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Εφετείο τα προαναφερόμενα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, αφορώντα τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό περί εσκεμμένης υβριστικής και προσβλητικής συμπεριφοράς του διευθύνοντος συμβούλου της εργοδότιδος εταιρίας έναντι της αναιρεσειούσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, τον οποίον δεν έλαβε υπ' όψιν το δικαστήριο της ουσίας, και να παρατίθενται τα θεμελιώνοντα αυτόν στοιχεία.

Αφ' ετέρου, η καθυστέρηση των δεδουλευμένων αποδοχών, εάν γίνεται δολίως, προκειμένου να εξαναγκασθεί ο εργαζόμενος να αποχωρήσει, χωρίς να καταγγείλει ο εργοδότης την σύμβαση εργασίας αυτού και υποχρεωθεί στην καταβολή αποζημιώσεως, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας παρέχουσα στον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω μεταβολή ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως.

Ο εν λόγω ισχυρισμός περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής συνιστά πράγμα κατά την προαναφερομένη έννοια.

Εν προκειμένω, με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσειούσης κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε κριθεί ότι η εργοδότις αναιρεσίβλητη εταιρία δεν είχε προβεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας αυτής και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο αποζημιώσεως απολύσεως, χωρίς να λάβει υπ' όψιν και τους προταθέντας δια του εν λόγω λόγου και ασκούντας ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς ότι η εργοδότις εταιρία μετέβαλε δυσμενώς τις συνθήκες εργασίας της αναιρεσειούσης ως προς το αντικείμενο αυτής και ότι δεν κατέβαλλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της από την υπερωριακή της απασχόληση δολίως, προκειμένου να την εξαναγκάσει σε παραίτηση.

Ό ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' ο μέρος αφορά τον ισχυρισμό περί δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών εργασίας της αναιρεσειούσης ως προς το αντικείμενο αυτής, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν παρατίθενται επί μέρους στοιχεία θεμελιώνοντα τον ισχυρισμό αυτόν, ενώ καθ' ο μέρος αφορά τον ισχυρισμό περί δολίας μη καταβολής των δεδουλευμένων υπερωριακών αμοιβών της αναιρεσειούσης, ο ως άνω λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, ενώ το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα παρείχε καθ' όλο το διάστημα από 1ης Ιουλίου 2002 μέχρι 31ης Ιανουαρίου 2017 υπερωριακή εργασία τριών ωρών εβδομαδιαίως κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει το σχετικό κονδύλιο, εν τούτοις, από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον εν λόγω ισχυρισμό, περί δολίας μη καταβολής των υπερωριακών αμοιβών, προς εξαναγκασμό σε παραίτηση ο οποίος συμφώνως προς τα ανωτέρω αποτελεί πράγμα, προταθείς δε με την αγωγή, της οποίας στηρίζει αυτοτελώς το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως απολύσεως, εν συνεχεία επανεφέρθη παραδεκτώς με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ' ο μέρος δεν ελήφθη υπ' όψιν ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους Δικαστές εκτός των εκδωσάντων την εν λόγω απόφαση.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 5714/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους Δικαστές εκτός των εκδωσάντων την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ