Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, upholding lower court's decision based on statutory interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court violated constitutional rights by allowing the employer to terminate the contract, claiming it infringed upon freedom of contract and property rights. The court rejected these claims, ruling that the statutory provisions governing labor contract termination do not violate constitutional principles and that the employer's action was lawful under the specific legal framework.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, and Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; The termination of an indefinite-term labor contract is a unilateral and unfettered act of the employer or employee, and its exercise does not violate constitutional freedoms or property rights when exercised within legal boundaries.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 721/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ.- Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πάτρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 439/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 3395/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 3-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-7-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 3395/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 439/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 4-12-2008 (με αριθμό κατάθεσης .../8-12-2008) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να τη δικαιολογήσει.
Αντίθετα, ο εργαζόμενος, προβάλλοντας ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Η καταγγελία δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης εργασίας.
Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1461/2017, ΑΠ 769/2016).
3. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, συνεπώς, υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/ 1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 765/2014, ΑΠ 2267/2013).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3395/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγομένη υποθηκοφύλακα (ήδη αναιρεσείουσα), την 1-10-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος, στο Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας, αντί μηνιαίων αποδοχών καθοριζόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των αμίσθων υποθηκοφυλακείων της χώρας.
Ότι, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην εναγομένη αρχικά υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως μέχρι την 31-12-2004, στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-9-2005, κατά πλήρες ωράριο επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως και ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 17-10-2008, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, υπό καθεστώς και πάλι μερικής απασχόλησης επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως.
Ότι η εναγομένη, προκειμένου να διερευνήσει υπόνοιες κακοδιαχείρισης από υπαλλήλους του Υποθηκοφυλακείου, οι οποίοι είτε εκτελούσαν καθήκοντα ταμία είτε είχαν στο πλαίσιο της εργασίας τους ενασχόληση με ταμειακές εργασίες, προσέλαβε την 2-1-2006 τον λογιστή Κ. Α. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας αρχικά μέχρι την 31-3-2006, η οποία ανανεώθηκε μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, για να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, προκειμένου να διαπιστώσει την ορθότητα ή μη της οικονομικής διαχείρισης αυτού.
Ότι την ίδια χρονική περίοδο, η εναγομένη προσέλαβε, ως ανθρώπους της εμπιστοσύνης της, την Α. Κ., σύζυγο του πιο πάνω λογιστή, και τον Δ. Κ., για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι. Ότι ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης, των καταστάσεων εσόδων και αποδόσεων των δικαιωμάτων του Υποθηκοφυλακείου, για τα έτη 1996 έως και 2006 περατώθηκε περί τα τέλη Ιουλίου 2007.
Ότι, σύμφωνα με το προσαγόμενο από 25-7-2007 πόρισμα, που συνέταξε ο πιο πάνω λογιστής και κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, διαπιστώθηκαν παρατυπίες στη διαχείριση των δικαιωμάτων του Υποθηκοφυλακείου, οι οποίες έχρηζαν περαιτέρω έρευνας και ελέγχου, πλην όμως ο οικονομικός ελεγκτής δεν τις απέδωσε σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Ότι η αναφορά συγκεκριμένων ονομάτων, μεταξύ των οποίων και αυτό της ενάγουσας, στο συμπέρασμα του συνταχθέντος πορίσματος οικονομικού ελέγχου, δεν έχει, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναφοράς, την έννοια της απόδοσης ευθυνών στους υπαλλήλους του Υποθηκοφυλακείου για τις διαπιστωθείσες παραλείψεις και παρατυπίες εν γένει, αλλά της επισήμανσης των εγγράφων και δικαιολογητικών, στα οποία διαπιστώθηκαν εσφαλμένες ή ανακριβείς εγγραφές και σε τι αφορούσαν αυτές, ώστε να διενεργηθεί περαιτέρω έρευνα και να βρεθούν οι υπεύθυνοι των ανωτέρω ενεργειών.
Ότι οι σχέσεις μεταξύ του ανωτέρω λογιστή και της εναγομένης εξελίχθηκαν άσχημα, κυρίως λόγω των διαφωνιών που ανέκυψαν σχετικά με τον τρόπο διατύπωσης του αποτελέσματος και των συμπερασμάτων στο εν λόγω πόρισμα, αφού με αυτό ο λογιστής δεν απέδωσε τις παρατυπίες που προέκυψαν σε υπαιτιότητα συγκεκριμένων υπαλλήλων που εργάζονταν στο Υποθηκοφυλακείο.
Ότι κατόπιν αυτού η εναγομένη, μετά την κατάθεση του επίμαχου πορίσματος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λογιστή Κ. Α.. Ότι ο τελευταίος άσκησε κατά της εναγομένης την από 14-12-2007 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28-9-2007 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών, δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1049/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Ότι μετά την άσκηση έφεσης κατ’ αυτής, εκδόθηκε η 1776/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η αγωγή.
Ότι το Νοέμβριο του 2007, είχαν κινηθεί δικαστικά εναντίον της εναγομένης και οι υπάλληλοι του Υποθηκοφυλακείου Α. Κ. (σύζυγος του λογιστή) και Δ. Κ., των οποίων είχαν καταγγελθεί οι συμβάσεις εργασίας. Ότι, ειδικότερα, η πρώτη εξ αυτών είχε ασκήσει την από 12-11-2007 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1-10-2007 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αφενός λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και αφετέρου ως καταχρηστική, διότι έγινε από διάθεση εκδίκησης της εναγομένης, να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ότι επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 753/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη. Ότι, μετά από άσκηση εφέσεων κατ’ αυτής από αμφότερα τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η 545/ 2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκεί ενάγουσας ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας.
Ότι κατά της πιο πάνω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 899/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κονδύλιο του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ότι ο δεύτερος των ως άνω υπαλλήλων, Δ. Κ. είχε ασκήσει κατά της εναγομένης την από 12-11-2007 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29-10-2007 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας και για τις εκεί αναφερόμενες λοιπές αιτίες, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ότι επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 2493/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και, μετά από άσκηση εφέσεων κατ’ αυτής από αμφότερα τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η 5034/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ (πρωτοδίκως είχε επιδικασθεί το ποσό των 3.000 ευρώ), προσέτι δε αντικαταστάθηκαν οι αιτιολογίες της εκεί εκκαλουμένης απόφασης και ως προς τα πραγματικά περιστατικά της θεμελίωσης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με την παραδοχή ότι η εναγομένη κινήθηκε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του για τους εκεί αναφερόμενους λόγους.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα ανωτέρω στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη, επιδιώκοντας να αποτρέψει την ενάγουσα (και άλλους υπαλλήλους της) να εξετασθεί ενόρκως ως μάρτυρας υπέρ των ως άνω πρώην υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου κατά την εκδίκαση των σε βάρος της εκκρεμουσών τότε αγωγών τους, την 27-2-2008, δηλαδή τρεις περίπου μήνες πριν από την εκδίκαση των αγωγών των Α.
Κ. και Δ. Κ. (δικάσιμοι 26-5-2008 και 22-5-2008, αντίστοιχα), έθεσε την ενάγουσα καθώς και τους συναδέλφους της Ε. Τ., Α. Τ., Ι. Κ., Κ. Ν. και Α. Μ. σε αναγκαστική άδεια, διάρκειας δεκαπέντε (15) ημερών. Ότι το εν λόγω πόρισμα πράγματι έγινε αιτία "καταιγιστικών εξελίξεων" στο Υποθηκοφυλακείο, διότι επακολούθησε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας πολλών υπαλλήλων, όμως δεν ώθησε αυτό την εναγομένη στη χορήγηση της προαναφερόμενης αναγκαστικής άδειας.
Ότι στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο εκ του γεγονότος ότι το επίμαχο πόρισμα είχε ολοκληρωθεί ήδη από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007 (ημερομηνία πορίσματος 25-7-2007), οπότε και έλαβε γνώση η εναγομένη, χωρίς κατά το χρόνο εκείνο να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά των πιο πάνω υπαλλήλων. Ότι μετά την ανωτέρω κίνηση της εναγομένης, η ενάγουσα και οι προαναφερόμενοι συνάδελφοί της προσέφυγαν την επόμενη ημέρα (28-2-2008) στην Επιθεώρηση Εργασίας Καλλιθέας και κατέθεσαν αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, αναφέροντας ότι η εναγομένη τους έθεσε σε αναγκαστική άδεια και ότι αρνήθηκε να τους χορηγήσει έγγραφη άδεια, παρά το γεγονός ότι υπέβαλαν σχετικό αίτημα, ενώ παράλληλα υπέβαλαν και έγγραφη αναφορά στην εισαγγελική αρχή.
Ότι η συζήτηση της εργατικής διαφοράς ορίστηκε για την 13-3-2008, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκαν οι ενδιαφερόμενοι και ματαιώθηκε, αφού η ενάγουσα είχε ήδη επανέλθει στην εργασία της. Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχθηκε ότι την 20-5-2008 και 23-5-2008, η ενάγουσα εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Χ., συνταχθέντων σχετικώς των .../2008 ενόρκων βεβαιώσεων, αντίστοιχα, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά τη συζήτηση των ανωτέρω αγωγών των Α. Κ. και Δ. Κ.. Ότι στις βεβαιώσεις αυτές πράγματι η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη επιδεικνύει διαρκώς στους υπαλλήλους του Υποθηκοφυλακείου ανάρμοστη συμπεριφορά, ότι τους ασκεί πιέσεις, ενώ αναφέρει και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς επίρρωση των σχετικών ισχυρισμών της.
Ότι αμέσως μετά την εκδίκαση των πιο πάνω αγωγών, η εναγομένη κατέθεσε, την 3-6-2008, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 2-6-2008 έγκλησή της κατά της ενάγουσας και των συναδέλφων της Α. Μ., Α. Β. και Μ. Μ., με την οποία τους καταμήνυσε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ’ εξακολούθηση, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και της εξύβρισης (διαπραχθείσες με τις υποβληθείσες αναφορές τους τον Φεβρουάριο και Απρίλιο 2008 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), ενώ την 1-8-2008 η εναγομένη κατέθεσε την από 30-7-2008 μήνυσή της σε βάρος της ενάγουσας για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα, διαπραχθείσες με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Ότι για τις καταγγελλόμενες ως άνω πράξεις, η ενάγουσα και οι λοιποί υπάλληλοι παραπέμφθηκαν να δικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την 9335/2014 απόφασή του, κήρυξε την ακυρότητα του επιδοθέντος στους κατηγορουμένους κλητήριου θεσπίσματος και στη συνέχεια έπαυσε οριστικά την εναντίον τους ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
Ότι μετά την άσκηση αναίρεσης κατ’ αυτής από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η 1304/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης. Ότι σε βάρος των πιο πάνω υπαλλήλων η εναγομένη είχε ασκήσει και την από 7-5-2008 έγκλησή της για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Ότι η ένταση στην εργασιακή σχέση των διαδίκων σταδιακά κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα η εναγομένη, την 17-10-2008, να προβεί σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία με δικαστικό επιμελητή αυθημερόν, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ότι η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 30-10-2008 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, με την οποία δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ότι θεωρεί αυτή μη νόμιμη και συνακόλουθα άκυρη και ότι θα εξακολουθήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της, σε περίπτωση δε άρνησης της εναγομένης να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της και να αποδεχθεί την εργασία της, θα κινηθεί δικαστικά σε βάρος της για τη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων της.
Ότι έκτοτε ουδέποτε επανήλθε στην εργασία της. Ότι από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν απόρροια εκδικητικότητας και εμπάθειας της εναγομένης προς το πρόσωπό της, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς και των ενεργειών της ενάγουσας να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προάσπιση των εργασιακών συμφερόντων της και τη διασφάλιση της θέσης εργασίας της, των εγγράφων αναφορών που υπέβαλε στις εισαγγελικές αρχές και κυρίως των ενόρκων βεβαιώσεων που έδωσε η ενάγουσα, υποστηρίζοντας τις θέσεις των συναδέλφων της περί πιέσεων και αυταρχικής και ανάρμοστης εναντίον τους συμπεριφοράς της εναγομένης στη μεταξύ αυτών δικαστική διένεξη.
Ότι στην καταγγελία της σύμβασης η εναγομένη προέβη δύο (2) μόλις ημέρες μετά την έκδοση της 2493/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της αγωγής "του Κ." (ορθόν: του Κ.), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του, κατά τα ανωτέρω (η πρώτη από αυτές που εκκρεμούσαν σε βάρος της). Ότι σε βάρος της εναγομένης είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας παράνομης βίας κατά συρροή, για την οποία εκδόθηκε η 35096/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή κρίθηκε αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας, λόγω αμφιβολιών.
Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 21-8-2007 έως και το Δεκέμβριο του 2008, προχώρησε στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των περισσοτέρων υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας και δη την 21-8-2007 της Α. Κ., την 28-9-2007 του Κ. Α., την 29-10-2007 του Δ. Κ., ενώ ακολούθησαν την 24-3-2008 του Δ. Σ., την 31-10-2008 της Α. Β.- Μ.
και την 15-12-2008 της Α. Μ., με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί κλίμα ανασφάλειας στους εργαζομένους, πολλοί εκ των οποίων εργάζονταν στο εν λόγω Υποθηκοφυλακείο επί πολλά έτη. Ότι η έμπρακτη συναδελφική αλληλεγγύη που επέδειξε η ενάγουσα, η οποία θεώρησε ότι έπρεπε να υποστηρίξει τη θέση των απολυθέντων συναδέλφων της, δίδοντας τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, δημιούργησε αισθήματα εχθρότητας στην εναγομένη, η οποία, κατά το χρονικό διάστημα 2007-2008, ενεπλάκη σε δίκες με όλους σχεδόν τους υπαλλήλους της, τους οποίους απέλυσε χωρίς την καταβολή αποζημίωσης ή με μειωμένη αποζημίωση, αφού μάλιστα η πρώτη εκ των αποφάσεων, που εκδόθηκε, ήταν ευνοϊκή για τον εργαζόμενο Δ.
Κ.. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας όχι από λόγους εχθρότητας, αλλά επειδή προηγουμένως είχε υποβάλει εναντίον της τις προαναφερόμενες μηνύσεις, τυγχάνει ουσία αβάσιμος, καθόσον η υποβολή των επικαλούμενων μηνύσεων έλαβε χώρα σε πολύ προγενέστερο διάστημα, την 3-6-2008 και 1-8-2008, ενώ το μεσοδιάστημα την απασχολούσε κανονικά.
Ότι καίτοι ο νόμος δεν θέτει προθεσμία για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος, επιβάλλεται όμως η καταγγελία να γίνει μέσα στον εύλογο χρόνο από την υποβολή της μήνυσης, ώστε να συνάγεται ότι βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αξιόποινη πράξη, που έχει διαπραχθεί, διαφορετικά η γενόμενη απόλυση θεωρείται άκυρη.
Ότι στην προκειμένη περίπτωση η πάροδος πέντε (5) μηνών από την πρώτη μήνυση και τριών (3) σχεδόν μηνών από τη δεύτερη μήνυση, δεν μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεωρηθεί εύλογος χρόνος.
5. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπό της, για τους προαναφερθέντες λόγους και ως εκ τούτου είναι άκυρη, ως υπερβαίνουσα, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε απέρριψε τους συναφείς λόγους της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους παραπονιόταν κατά της εκεί εκκαλουμένης 439/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ομοίως και αφού δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, μεταξύ των άλλων, αναγνώρισε ότι ήταν άκυρη η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της ενάγουσας και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, ως υπαλλήλου γραφείου, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης στην ανωτέρω υποχρέωσή της.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς την ενάγουσα και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, αναφέρονται κυρίως στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, όπως και σε επιχειρήματα αυτής που, κατά την κρίση της, οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, τα οποία όμως δεν ελέγχονται αναιρετικά, διότι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με τον ισχυρισμό ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. 6.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι, ενώ η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 2112/1920 προϋποθέτει για την αζήμια απόλυση απλώς την υποβολή μήνυσης και δεν θέτει καμία συγκεκριμένη προθεσμία για την άσκηση εκ μέρους του εργοδότη του δικαιώματος της καταγγελίας, άγεται στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η πάροδος πέντε (5) μηνών από την πρώτη μήνυση και τριών (3) σχεδόν μηνών από τη δεύτερη, δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογος χρόνος, χωρίς να περιέχει συλλογισμό, από τον οποίο να προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πάροδος του ανωτέρω χρόνου οδήγησε αυτόματα στην έκλειψη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των μηνύσεων και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ότι έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 5 παρ.1 του ν. 2112/1920.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών παραδοχών, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον έγινε δεκτό ότι η καταγγελία υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και διάθεση εκδίκησης και όχι λόγω της υποβολής της μήνυσης. Το ίδιο ισχύει και ως προς το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των ως άνω άρθρων 281 ΑΚ και 5 παρ.1 του ν. 2112/1920.
Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ή/και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι αφήνει εντελώς αναξιολόγητες, για τη διατύπωση της κρίσης του, τις παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη και οι λοιποί υπάλληλοι δεν αθωώθηκαν για τις πράξεις που περιλαμβάνονταν στις μηνύσεις της, αλλά έπαψε η δίωξη κατ’ αυτών για τυπικούς λόγους και ότι η ίδια αθωώθηκε, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη της απόπειρας παράνομης βίας, για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος της ποινική δίωξη, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
7. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα δημιούργησε, χωρίς να έχει προβληθεί από αυτή, τον ισχυρισμό ότι δήθεν υποστήριξε ότι η έκθεση- πόρισμα του οικονομικού ελεγκτή απέδιδε ποινικές ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλαδή και στην ενάγουσα, ενώ αυτή είχε υποστηρίξει ότι ο ελεγκτής ενήργησε ως οιονεί πραγματογνώμονας και δεν ήταν αρμόδιος να αποδώσει στην έκθεσή του πρόθεση ή δόλο στους εκεί αναφερόμενους υπαλλήλους, που προέβησαν σε διαχειριστικά λάθη και παραλείψεις.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς.
8. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε το από Ιουλίου 2007 έγγραφο- πόρισμα του λογιστή Κ. Α., το περιεχόμενο του οποίου ελήφθη υπόψη για να συναχθεί η καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν και με τις παραδοχές της η απόφαση αναγνωρίζει ότι στο πόρισμα διαπιστώθηκαν παρατυπίες στη διαχείριση του Υποθηκοφυλακείου, οι οποίες έχρηζαν περαιτέρω έρευνας και ελέγχου, στη συνέχεια δέχεται ότι ο ελεγκτής δεν τις απέδωσε σε ορισμένα πρόσωπα και ότι η αναφορά συγκεκριμένων ονομάτων δεν είχε την έννοια της απόδοσης ευθυνών για τις διαπιστωθείσες παραλείψεις και παρατυπίες εν γένει στους υπαλλήλους, ούτε με το πόρισμα του ελεγκτή αποδίδονται ευθύνες και υπαιτιότητα σε συγκεκριμένα πρόσωπα- υπαλλήλους για την οικονομική διαχείριση των εσόδων του Υποθηκοφυλακείου, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό.
Με βάση της παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (αρ.4), το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 25-7-2007 εγγράφου- πορίσματος του πιο πάνω λογιστή, διότι δεν δέχθηκε κάτι περισσότερο από τα αναγραφόμενα σε αυτό. Αντίθετα, συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που αναφέρθηκε, στη συνέχεια δε υπήγαγε ορθώς το πόρισμα αυτό στην ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
9. Κατά το άρθρο 656 εδ. α’ ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 και, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα (ΟλΑΠ 9/2011), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνώρισης της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 769/2016, ΑΠ 424/2016). 10.
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα.
Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και το χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας (ΟλΣτΕ 2205/2010).
Περαιτέρω, στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.
Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.
Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υπόχρεου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.
Η αρχή της αναλογικότητας συνδυάζει τον έλεγχο μέσων- σκοπών με την ισορρόπηση των συγκρουόμενων συμφερόντων και παρέχει αδιαμφισβήτητα εχέγγυα για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ 370/2018).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται, αφενός μεν ότι έχουν κατοχυρωθεί το δικαίωμα των πολιτών στην ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, καθώς και η αρχή του κοινωνικού κράτους, αφετέρου δε το κράτος είναι υποχρεωμένο να φροντίζει για τη διασφάλιση ενός επιπέδου διαβίωσης, που να ανταποκρίνεται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, το οποίο περιλαμβάνει και το δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22 παρ.1 Σ).
Στην ως άνω υποχρέωση στοιχεί το δικαίωμα των πολιτών να ζητούν από το κράτος την πραγμάτωσή της. Η υποχρέωση, όμως, αυτή υπόκειται, για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν, αμέσως ή εμμέσως, στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της εργασίας, ενώ σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι, σε σχέση προς αυτόν (ΣτΕ 866/2017).
11. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη, το Εφετείο δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της πρώτης να διαταχθεί η εκ νέου πρόσληψη και πραγματική απασχόληση αυτής από τη δεύτερη, με απειλή χρηματικής ποινής, χωρίς την επίκληση και απόδειξη πρόσθετων πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες εκ μέρους της ενάγουσας υπηρεσίες γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ ή συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς της ή την ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή προσβάλλουν το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς της και στη συμμετοχή της στην οικονομική ζωή.
Τέτοια περιστατικά πράγματι, μετά την τροποποίηση του άρθρου 656 εδ. α’ ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και στην παρούσα εκκρεμή κατά την έναρξη της ισχύος της υπόθεση, δεν ήταν αναγκαία. Επομένως, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε την ισχύουσα ως άνω διάταξη, με ειδική αναφορά στην τροποποίηση και την αναδρομικότητα της ισχύος της, ο δε όγδοος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος (επικουρικό), η αναιρεσείουσα προσάπτει την αναιρετική πλημμέλεια από την πιο πάνω διάταξη (ΚΠολΔ 559 αρ.1), ισχυριζόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, με την ισχύουσα διατύπωση, στο μέτρο που γίνεται δεκτό ότι παρεμβαίνει και ανατρέπει τις προγενέστερες νομολογιακές θέσεις (δηλαδή την εργοδοτική υποχρέωση περί αποδοχής των υπηρεσιών μόνο στην περίπτωση που θίγονται εύλογα συμφέροντα αυτού, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 57 ή και 281 ΑΚ), μεταβάλλει ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προσδίδοντας σε αυτή δομικά στοιχεία ασύμβατα με την ελευθερία των συμβάσεων, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της οικονομικής ελευθερίας, που θεμελιώνεται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος και ανατρέπει την οικονομική ισορροπία της συμβατικής σχέσης, αφού μετατρέπει αναίτια μία συμβατική υποχρέωση του μισθωτού σε ex lege δικαίωμά του και δημιουργεί ταυτόχρονα, ερήμην των μερών, μία αντίστροφη εργοδοτική υποχρέωση, μη συντρέχοντος κανενός λόγου προστασίας του γενικότερου ή του δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί νομοθετικές παρεμβάσεις στη σφαίρα του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη την επαναπρόσληψη της ενάγουσας, χωρίς τη συνδρομή ειδικών συνθηκών για την προστασία της προσωπικότητας αυτής, παραβίασε το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτό αρχές της ελευθερίας των συμβάσεων και της επιχειρηματικής ελευθερίας, καθώς και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αλλά και αυτή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 Σ).
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (αρ.10), είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, με τη ρύθμιση της οποίας δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται η επαγγελματική ελευθερία, ούτε η αρχή της αναλογικότητας, αλλά ούτε και αυτή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, όπως αβάσιμα προβάλλεται.
Ειδικότερα, στο δικαίωμα της επαγγελματικής ελευθερίας ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, είτε με τη μορφή αρνητικών όρων και απαγορεύσεων, είτε με τη μορφή θετικών υποχρεώσεων προς ενέργεια, οι δε όροι και προϋποθέσεις που τάσσονται, είναι συνταγματικά ανεκτοί, όταν ορίζονται γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, όπως εν προκειμένω, αφού ο νομοθέτης προέκρινε την προστασία της προσωπικότητας του εργαζομένου και το δικαίωμα στην εργασία, που αποτελεί βασικό στόχο του κοινωνικού κράτους και με τη ρύθμιση αυτή δεν περιορίζεται δυσανάλογα και υπέρμετρα το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της οικονομικής ελευθερίας.
Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, έστω και αν θίγονται με αυτές υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό και να εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως εν προκειμένω.
12. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-7-2017 αίτηση για αναίρεση της 3395/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ