Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of late Article 300 AC objection and excess of power claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an inheritance dispute. The appellants argued that the lower court erred in admitting a late objection under Article 300 of the Civil Code and failed to specify the exact value of shares. The court ruled that the objection was inadmissible because it was raised only after the evidence phase concluded, violating procedural rules, and that the lower court did not exceed its mandate by awarding a sum within the requested range. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellants, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 and 269 of the Code of Civil Procedure; An objection under Article 300 of the Civil Code is inadmissible if raised after the evidence phase concludes without justified cause, and a lower court does not exceed its mandate if the awarded sum falls within the scope of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 721/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Θ. του Ι., 2) Χ. Θ. του Δ., 3) Β. Θ. του Δ., ως κληρονόμου του Δ. Θ. του Ι., 4) Μ. Θ. του Δ., ως κληρονόμου του Δ. Θ. του Ι., 5) Ι. Θ. του Δ., ως κληρονόμου του Δ. Θ. του Ι., 6) Ε. Σ. Α., το γένος Ι. Θ., 7) Γ. Γ. το γένος Ι. Θ., 8) Μ. Μ. το γένος Ι. Θ., κατοίκων ..., 9) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ....
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Βουλγαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο 9 αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χασκή και κατέθεσε προτάσεις.
Η υπό στοιχείο 6 αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Θ. του Λ., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 2) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 3) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Γ. Κ. του Κ., 4) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Γ. Κ. του Κ., 5) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Γ. Κ. του Κ., 6) Μ. Θ. του Π., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 7) Σ. συζύγου Μ. Θ., το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., διαμένουσας στην Γερμανία, 8) Α. Ε. του Α., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 9) Ε. συζύγου Α. Ε., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., διαμένουσας στην Γερμανία, 10) Δ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 11) Π. συζύγου Δ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., διαμένουσας στην Γερμανία, 12) Π. Ο. του Θ., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Γερμανία, 13) Κ. συζύγου Π. Ο., το γένος Β. Χ., κατοίκου ..., διαμένουσας στην Γερμανία.
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 6, 7, 8, 9, 12, 13 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρπάτση και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 3, 4, 5, 10, 11 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 6 αναιρεσείουσας είναι "Α." και όχι "Σ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Ακολούθως, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 6 αναιρεσείουσα, Ε. Α., το γένος Ι. Θ., απεβίωσε στις 2/2/2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό 8/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Δ. Α. του Σ., β) Σ. Α. του Γ., γ) Ε. Α. του Γ., κάτοικοι ..., εκ των οποίων οι υπό στοιχεία α) και γ) οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις και ο υπό στοιχείο β) παραστάθηκε μετά του ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15361/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2358/2002 και 63/2007 μη οριστικές και η 843/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/11/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος, 3ος, 6ος, κατά το πρώτο σκέλος του, 9ος, 10ος, 13ος και 15ος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 843/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να απορριφθούν οι λοιποί 2ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος, 11ος, 12ος και 14ος, λόγοι της αίτησης αυτής.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από του διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά της συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, από δε τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι τρίτη, τέταρτος, πέμπτη, δέκατος και ενδέκατη εξ αυτών, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
και επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 § 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι η έκτη των αναιρεσειόντων Ε. Α., το γένος Ι. Θ., απεβίωσε στις 2-2-2015, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Δ.
Α. του Σ., β) Ε. Α. του Γ. και γ) Σ. Α. του Γ., κάτοικοι ..., οι οποίοι και παραστάθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 843/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 17-7-2001 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 15361/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 26-5-1997 αγωγή των τελευταίων.
Ειδικότερα, με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής, απορρίφθηκε η κύρια βάση της ως αόριστη ως προς τον δεύτερο αναιρεσιβλήτων - ενάγοντα, Ά. Τ., ενώ, αφού κρίθηκε νόμιμη ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, ως στηριζομένη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, απορρίφθηκε, ακολούθως, κατ’ αποδοχή συναφούς ενστάσεως των αναιρεσειόντων, για το λόγο ότι η ένδικη απαίτηση τους υπέκυψε στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 § 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 17-7-2001 έφεση των ηττηθέντων διαδίκων, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2358/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού επικυρώθηκε η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί του μη νομίμου της επικουρικής, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσης της ένδικης αγωγής, κρίθηκε, εν συνεχεία, νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 516, 362, 380, 382, 480, 481, 345 και 346 του Α.Κ.
και όχι σε αυτές των άρθρων 914 επ., όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ανέβαλε, εν συνεχεία, την επί της υποθέσεως οριστική κρίση του και διέταξε τη διενέργεια αποδείξεων. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 63/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 756/2007 απόφαση του, η οποία, διέταξε πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διεξαγωγή της οποίας, εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωση τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής, δήθεν, αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν, κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010).
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το αρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα αρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 192/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α’ , 516, 518, 535, 543, 550 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337, 362, 382 ΑΚ, συνάγεται, ότι, με τη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα και έχοντος τις συμφωνημένες ιδιότητες.
Ως νομικό ελάττωμα του πράγματος νοείται κάθε επ’ αυτού δικαίωμα τρίτου, ως έλλειψη δε συμφωνημένης ιδιότητας νοείται και η κατ’ εμβαδόν έλλειψη του πωληθέντος, ανεξαρτήτως τυχόν δικαιώματος τρίτου. Αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα, κατά την προαναφερόμενη έννοια ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής δικαιούται, εκτός των άλλων, κατ’ επιλογή, να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της συμβάσεως και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση.
Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθετήσεως της προαναφερόμενης υποχρεώσεως του πωλητή, συνίσταται δε η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασης του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί, αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ’ αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας και εκείνης που υπάρχει εξ αιτίας της μη εκπλήρωσης, εν όλω ή εν μέρει της, της υποχρεώσεως του πωλητή, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και, επομένως, περιλαμβάνει την αξία της μη εκπληρωθείσας παροχής (οφειλή αξίας), που μπορεί να είναι ανώτερη του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής.
Στην περίπτωση αυτή, για την αποτίμηση της ζημίας του αγοραστή και τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης, δεν έχει σημασία η τυχόν υποτίμηση του νομίσματος από του χρόνου υπερημερίας του πωλητή μέχρι εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ώστε να επιβάλλεται η αναπροσαρμογή της παροχής του οφειλέτη πωλητή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, διότι, κατά τον χρόνο αποτίμησης της παροχής αυτής, ο δανειστής (αγοραστής) δεν βλάπτεται από την τυχόν υποτίμηση του νομίσματος, αφού η οφειλόμενη παροχή (πράγμα χωρίς νομικό ελάττωμα ή με τη συμφωνημένη ιδιότητα) δεν είναι χρηματική, αλλά απλώς αποτιμάται σε χρήμα για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης.
Η ευθύνη του πωλητή για το νομικό ελάττωμα είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια αυτού περί της υπάρξεώς του. Μόνο η θετική γνώση του αγοραστή για το νομικό ελάττωμα, κατά τον χρόνο της συνάψεως της πωλήσεως, επιφέρει, κατά το άρθρο 515 εδ. α’ ΑΚ, απαλλαγή του πωλητή από την εν λόγω ευθύνη του, ενώ δεν αρκεί ούτε η έστω και υπαίτια άγνοια του αγοραστή (ΑΠ 1100/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμά, κατ’ άρθρο 561 § 2 του ΚΙΊολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, οι αναιρεσίβλητοι, οι 3η, 4ος και 5η των οποίων είναι κληρονόμοι του αποβιώσαντος ενάγοντος Γ. Κ., ανέφεραν ότι όλοι, πλην του δευτέρου εξ αυτών, Α.
Τ., αγόρασαν, αντί ολοσχερώς εξοφληθέντος τιμήματος, ύψους 4.050.000 δραχμών, από τους 1°, 6η, 7η και 8η των αναιρεσειόντων και τον αρχικά εναγόμενο Δ. Θ., ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και κληρονομήθηκε από τους κληρονόμους του 2*1, 3η, 4η και 5° των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ότι ο 2ος των αναιρεσιβλήτων αγόρασε, αντί ολοσχερώς εξοφληθέντος τιμήματος, ύψους 400.000 δραχμών, από τον 9° των αναιρεσειόντων δυνάμει των υπ’ αριθμ. ...1981 και .../1984 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων αντίστοιχα, τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ιδανικά μερίδια επί του λεπτομερώς στην αγωγή περιγραφομένου ακινήτου.
Ότι επί του αγορασθέντος ακινήτου ανήγειραν οκτώ ανεξάρτητες και αυτοτελείς ισόγειες κατοικίες. Ότι, μολονότι οι αντίδικοι τους πωλητές εγγυήθηκαν τα πωληθέντα ιδανικά μερίδια ελεύθερα παντός βάρους, χρέους, υποθήκης, διεκδικήσεως τρίτου και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος, εν τούτοις, με την υπ’ αριθμ. 2166/1988 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκαν ως αληθείς κύριοι αυτών τρίτοι, οι οποίοι στις 27-7-1993 προχώρησαν σε εκτέλεση της απόφασης αυτής και στην εκ τούτων αποβολή τους και ότι συνεπεία της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς των αντιδίκων τους υπέστησαν ζημία ίση με το πραγματικό, και ανταποκρινόμενο στην αγοραία αξία τους, τίμημα που κατέβαλαν για την επαναγορά των άνω μεριδίων τους από τους αληθείς πλέον συγκυρίους, ανερχομένη εν συνόλω στο ποσόν των 61.700.000 δραχμών.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησαν να υποχρεωθούν αυτοί, σε ολόκληρο ο καθένας, να τους καταβάλουν κυρίως για την προαναφερθείσα αιτία, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το συνολικό ποσό των 61.700.000 δραχμών και συγκεκριμένα σε καθένα από αυτούς το αντιστοιχούν στο ιδανικό μερίδιο ενός εκάστου ποσό, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αιτητικό νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Εν έτει 1981 έκαστος των πέντε πρώτων καλούμενων - εναγομένων, που είναι αδέλφια, δηλονότι των Α. Θ., Δ. Θ., Ε. Σ. - Θ., Γ. Γ. - Θ. και Μ. Μ. - Θ., εφέρετο να έχει, από κληρονομιά του πατέρα τους, ποσοστό συγκυριότητος 3/20 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού, επιφάνειας 6.169,39 Μ2, κειμένου στη θέση "..." του αγροκτήματος ...
Θεσσαλονίκης, ενώ το υπόλοιπο, εκ 5/20, ποσοστό συγκυριότητος επί του ίδιου αγρού εφέρετο να έχει, εκ κληρονομιάς του συζύγου της και πατέρα των προαναφερομένων, η μητέρα τους, Β. χήρα Ι. Θ. το γένος Χ. Π.. Άπαντες οι προαναφερόμενοι, δηλονότι οι πέντε πρώτοι καλούμενοι - εναγόμενοι και η μητέρα τους, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...9-11-1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γ.
Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον ... και υπ’ αύξ. ... των οικείων βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά, επώλησαν, μεταξύ άλλων, και στους καλούντες - ενάγοντες, πλην του δευτέρου εξ αυτών, Α. Τ., ιδανικά μερίδια του άνω αγρού, αντί ολοσχερώς εξοφληθέντος τιμήματος που ορίσθηκε για το σύνολο των αγοραστών στο ύψος των 4.500.000 δραχμών.
Ειδικότερα, σε καθένα εκ των εναγόντων,. Γ. Θ. του Λ., Γ. Κ. του Κ., Π. Ο. του Θ. και Κ. σύζυγο Π. Ο. το γένος Χ., που εκπροσωπήθηκαν κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου από τον Ε. Κ. του Ι., έχοντα ειδική προς τούτο εντολή τους και πληρεξουσιότητα, μεταβίβασαν ποσοστό 8,33% εξ αδιαιρέτου του άνω αγρού, ενώ σε καθένα των λοιπών καλούντων - εναγόντων, Μ.
Θ. του Π., Σ. σύζυγο Μ. Θ. το γένος Ζ., Α. Ε. του Α., Ε. σύζυγο Α. Ε. το γένος Π., Δ. Κ. του Τ. και Π. σύζυγο Δ. Κ. το γένος Α., που εκπροσωπήθηκαν κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου από τον προαναφερόμενο, Ε. Κ. του Ι., έχοντα ειδική προς τούτο εντολή τους και πληρεξουσιότητα, μεταβίβασαν ποσοστό 4/17% εξ αδιαιρέτου του άνω αγρού.
Εξάλλου, δια του ίδιου συμβολαίου ο έκτος των καλουμένων - εναγομένων, Α. Κ. του Χ., αγόρασε από τους προαναφερόμενους ποσοστό 8,34% εξ αδιαιρέτου του ιδίου αγρού, μέρος δε αυτού και δη ποσοστό 3,24% επώλησε ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../16-7-1984 συμβολαίου του ιδίου, ως άνω, συμβολαιογράφου, στον δεύτερο των καλούντων - εναγόντων, Ά.
Τ. του Χ., αντί ολοσχερώς εξοφληθέντος τιμήματος 400.000 δραχμών. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι ήδη από του έτους 1974 εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διεκδικητική αγωγή του άνω αγρού, ιδανικά μερίδια του οποίου επωλήθησαν στους ενάγοντες, εγερθείσα παρά των Κ. χήρας Β. Κ., Α. Κ., Α.
Τ. - Κ. και Σ. Κ. - Κ., επί της οποίας εκδόθηκε, τελικά, η υπ’ αριθμ. 2166/1988 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 450/1992 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, της κατ’ αυτής αναιρέσεως, με την οποία οι προαναφερόμενοι - αναγνωρίσθηκαν ως αληθείς μόνοι συγκύριοι του κατά τα άνω αγρού σε επιφάνεια του τεσσάρων στρεμμάτων.
Η κατά τα άνω αγωγή στράφηκε μόνο κατά του πρώτου των εναγόμενων, Α. Θ., ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. 2166/1988 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εκμεταλλευόμενος προδήλως την παραδρομή, από εσφαλμένη υπόδειξη των ορίων, της παρά της Διευθύνσεως Γεωργίας γενομένης αποτυπώσεως των ακινήτων της περιοχής, βάσει της οποίας ο ένδικος αγρός φέρεται λανθασμένα ως ιδιοκτησία "αδελφών Θ.", δηλονότι της ευρυτέρας οικογενείας .
του, ήταν ο εμφανώς επιχειρών αυθαίρετες πράξεις διακατοχής επί του άνω αγρού, φερομένου, μετά ταύτα, ως οικογενειακή περιουσία, πρόσχημα υπό το οποίο και τα λοιπά, ως άνω, μέλη της οικογένειας του (δεύτερος έως και πέμπτος των καλουμένων - εναγόμενων μαζί και με τη μητέρα τους) εμφανίσθηκαν ως πωλητές του προς τους ενάγοντες, μολονότι δικαιώματα συγκυριότητος δεν είχαν επ’ αυτού αποκτήσει σε κανένα χρονικό σημείο.
Εδώ να σημειωθεί ότι κατέστη απολύτως σαφές εκ της όλης διαδρομής των γεγονότων ότι οι προαναφερόμενοι, κληρονόμοι Β. Κ., ήταν οι αληθείς συγκύριοι του όλου, εκ 6.169,39 Μ2, ενδίκου αγρού, άσκησαν όμως την κατά τα άνω αγωγή τους διεκδικούντες από τον αντίδικο τους μέρος μόνο της επιφάνειας του και δη τμήμα του τεσσάρων στρεμμάτων, για το λόγο ότι μόνο επί του τμήματος αυτού προήρχετο σε εμφανείς αυθαίρετες διακατοχικές πράξεις ο αντίδικος τους, ο οποίος, τελικά, με τη σύμπραξη των συνεναγομένων αδελφών του και της μητέρας τους ενεφάνισαν το όλο ακίνητο ως πατρική τους περιουσία και επώλησαν τα κατά τα άνω μερίδια του στους ενάγοντες, πράξη για την οποία και οδηγήθηκαν κατηγορούμενοι ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, όπου και καταδικάσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 2502/1988 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση επτά (7) μηνών έκαστος για την πράξη της απάτης σε βάρος των εναγόντων.
Εν όψει τούτων δεν μεταβάλλει τα πράγματα, όπως αβασίμως οι εναγόμενοι διατείνονται, το γεγονός ότι η κατά τα άνω απόφαση αναφέρεται στο τμήμα αυτό των τεσσάρων στρεμμάτων του ενδίκου αγρού, αφού αληθώς αυτός ανήκε αδιαμφισβητήτως και καθ’ όλη την έκταση των 6.169,39Μ2 στους ιδίους, ως άνω, αληθείς συγκυρίους του, γεγονός επικυρωθέν και από την, ως κατωτέρω, υπ’ αριθμ. 81/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, που διέταξε την αποβολή των εναγόντων από ολόκληρο τον αγρό και βάσει της οποίας αποβλήθηκαν αυτοί βιαίως εξ αυτού.
Υπό τις περιστάσεις αυτές θα ήταν προδήλως ματαία οποιαδήποτε, παρά των εναγόντων αμφισβήτηση της συγκυριότητας των προαναφερομένων, δικαστικώς δικαιωθέντων στην αντιδικία τους με τον πρώτο εναγόμενο ως αληθών συγκυριών του ενδίκου αγρού, εκ του λόγου και μόνο ότι δεν υπήρξαν άπαντες οι δικαιοπάροχοι τους διάδικοι στην κατά τα άνω δίκη ή εκ του λόγου ότι η άνω απόφαση αναφέρετο μόνο στην επιφάνεια των τεσσάρων στρεμμάτων του.
Αυτοί, πάντως, δεν αδράνησαν και αντέδρασαν δι’ ανακοπής και αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της ενεργηθεισης σε βάρος τους, βάσει της κατά τα άνω αποφάσεως, εκτελεστικής διαδικασίας αποβολής τους εκ του ενδίκου αγρού, πλην όμως, τελικώς, ηττήθηκαν στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής, που κινήθηκε μετά από αίτηση των κατά τα άνω αληθών συγκυριών του ενδίκου αγρού, κατ’ ακολουθίαν της οποίας εκδόθηκε σε βάρος τους η προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 81/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, σε εκτέλεση της οποίας και απεβλήθησαν βιαίως από του ενδίκου αγρού, συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. ...- 7-1993 εκθέσεως βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Δ.
Σ.. Μετά ταύτα, και αφού, εν όψει των προεκτεθέντων, τα ένδικα αγορασθέντα από τους ενάγοντες ιδανικά μερίδια επί του ενδίκου αγρού απωλέσθησαν οριστικώς γι’ αυτούς, χωρίς να υφίσταται ποσώς πεδίο διεκδικήσεώς τους, αναγκάσθηκαν οι περισσότεροι εκ τούτων να επαναγοράσουν νέα τοιαύτα, σε αρκετές περιπτώσεις διαφόρου, μεγαλυτέρου, μεγέθους, μη ταυτιζομένου προς τα αρχικώς παρ’ αυτών αγορασθέντα, από τους αληθείς, τη φορά αυτή, κυρίους του ενδίκου ακινήτου.
Συνακολούθως, με βάση την όλη, κατά τα άνω, διαδρομή των γεγονότων και όσα στην εν αρχή παρατιθεμένη νομική σκέψη αναφέρονται, οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεως, ισουμένης προς την κατά το χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής αγοραία αξία των μεριδίων του ενδίκου ακινήτου, που οι εναγόμενοι επώλησαν προς αυτούς, χωρίς να έχουν και το δικαίωμα διαθέσεως τους, ως μη έχοντες την επ’ αυτών κυριότητα, δηλονότι αποζημιώσεως, δια της οποίας θα καθίστατο δυνατή η επαναγορά των ιδίων μεριδίων από τους αληθείς συγκυρίους ή η αγορά ιδίων μεριδίων επί άλλου ομοίου ακινήτου.
Ο επιχειρούμενος να εδρασθεί στη διάταξη του άρθρου 515 του Α. Κ. ισχυρισμός των τελευταίων ότι οι ενάγοντες γνώριζαν, κατά την κατάρτιση της μεταξύ των μερών συμβάσεως πωλήσεως, το προαναφερόμενο νομικό ελάττωμα των πωληθέντων, όντες σε γνώση της κατά τα άνω διεκδικητικής αγωγής, αλυσιτελώς, σύμφωνα με όσα συναφώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται, προβάλλεται, αφού σε αμφότερα τα ένδικα εν προκειμένω πωλητήρια συμβόλαια ήτοι τα υπ’ αριθμ. ...1981 και .../1984 τοιαύτα του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γ.
Χ., περιελήφθη δήλωση των εναγομένων - πωλητών, ότι υπόσχονται τα πωλούμενα ελεύθερα παντός βάρους, χρέους, υποθήκης, διεκδικήσεώς τρίτου και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος. Σε σχέση με το κρίσιμο, μετά ταύτα, ζήτημα της κατά τον ως άνω χρόνο αξίας του ενδίκου αγρού, ως βάσεως για τον υπολογισμό της αξίας των καθ’ έκαστον μεριδίων του, που άνευ δικαιώματος οι εναγόμενοι επώλησαν στους ενάγοντες, προέκυψαν, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία τα ακόλουθα.
Ο ένδικος αγρός ευρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε, στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης, η οποία κείται σε κοντινή, σχετικά, απόσταση από τη Θεσσαλονίκη και αποτελεί, από ετών, παραθεριστικό κέντρο. Πλέον ειδικότερα το ένδικο ακίνητο ευρίσκεται στην επέκταση του παλαιού οικισμού της άνω κωμοπόλεως, προς την πλαγιά του άνωθεν αυτού όρους και σε απόσταση από μεν τη θάλασσα περί τα οκτακόσια (800) μέτρα, από δε την κεντρική οδό του οικισμού περί τα πεντακόσια (500) μέτρα.
Η εκεί περιοχή περιελάμβανε αποκλειστικά αγρούς, οι οποίοι όμως, με τη μεγάλη ζήτηση που, κατά τις παρελθούσες δεκαετίες, υπήρξε για παραθεριστική κατοικία, άρχισαν να πωλούνται, με τιμές πολύ υψηλές μεν για αγροτεμάχια, ανάλογες όμως για τη χρήση που προορίζοντο, ως εκτός σχεδίου οικόπεδα, επί των οποίων οικοδομήθηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, αυθαίρετες εξοχικές κατοικίες.
Ήδη το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τ’ ανωτέρω και συνεκτιμώντας πάντα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και, ιδία, τις επί του ζητήματος αυτού καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιλαμβάνονται στην προμνησθείσα εισηγητική έκθεση και οι οποίες, πάντως, περιέχουν ακραίες για την, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του ενδίκου αγροτεμαχίου, των μεν διατεινομένων ότι αυτή δεν υπολείπετο των 15.000 δραχμών, των δε υποστηριζόντων ότι αυτή δεν υπερέβαινε το ποσόν των 1.500 έως 1.600 δραχμών, καθώς και τα πορίσματα της προς τούτο διαταχθείσης, κατά τα άνω, τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία η κατά τον αυτό χρόνο αξία του ενδίκου αγροτεμαχίου κυμαίνετο μεταξύ 25 έως 35 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, απολήγει στο συμπέρασμα ότι η κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ήτοι αυτόν της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής (27-5-1997), ανά τετραγωνικό μέτρο αγοραία αξία του ενδίκου αγροτεμαχίου ανήρχετο στο ποσόν των τριάντα (30) ευρώ.
Κατ’ ακολουθίαν της παραδοχής αυτής η κατά τον αυτό χρόνο αξία των ιδανικών μεριδίων που οι ενάγοντες αγόρασαν ακύρως από τους εναγόμενους και με το ποσόν της οποίας θα μπορούσαν να προέλθουν σε επαναγορά τους από τους αληθείς κυρίους ή σε αγορά αντιστοίχων μεριδίων σε άλλο όμοιο ακίνητο, ανήρχετο: Α) Του ενάγοντος, Α.
Τ., στο ποσόν των (6.169,39Μ2 Χ 3,24%= 199,89 Μ2 Χ 30 ευρώ=) 5.996,70 ευρώ-, το οποίο, αντιστοιχούν, κατά τα άνω, στην ένδικη αυτού ζημία, υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, ο εναγόμενος πωλητής του μεριδίου αυτού, έκτος των καλουμένων - εναγομένων, Α. Κ. Β) Καθενός εκ των εναγόντων, Γ. Θ. του Λ., Γ.
Κ. του Κ., Π. Ο. του Θ. και Κ. συζύγου Π. Ο. το γένος Χ., στο ποσόν των (6.169,39 Μ2 Χ 8,33%= 513,91 Μ2 Χ 30 ευρώ=) 15.417,30 ευρώ και καθενός εκ των εναγόντων, Μ. Θ. του Π., Σ. συζύγου Μ. Θ., το γένος Ζ., Α. Ε. του Α., Ε. συζύγου Α. Ε. το γένος Π., Δ. Κ. του Τ. και Π. συζύγου Δ. Κ. το γένος Α., στο ποσόν των (6.169,39 Μ2 Χ 4,17%= 257,26 Μ2 Χ 30 ευρώ=) 7.717,80 ευρώ, που αντιστοιχεί, κατά τα άνω, στην ένδικη εκάστου ζημία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 480 και 481 του Α.Κ, σύμφωνα με τις οποίες, εφ’ όσον περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή, όπως είναι η χρηματική και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 926 Α.Κ. ούτε υπάρχει συμφωνία για ενοχή σε ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ), έχει εφαρμογή ο από το άρθρο 480 του ιδίου Κώδικα καθιερούμενος κανόνας, συνάγεται ότι όταν ενάγονται ορισμένοι από τους περισσοτέρους συνοφειλέτες προς εκπλήρωση, χωρίς να συντρέχει νόμιμη περίπτωση οφειλής σε ολόκληρο (από το νόμο ή από σύμβαση), τότε η καταψήφιση των εναγομένων περιορίζεται στο μέρος που αναλογεί στο πρόσωπο εκάστου, σε σχέση με τους λοιπούς συνοφειλέτες.
Στην περίπτωση αυτή δεν πάσχει έλλειμμα η αγωγή, επαγόμενο αοριστία του δικογράφου της (άρθρο 216 ΚΠολΔ), αν δεν προσδιορίζεται το ποσοστό (μερίδιο) της υποχρεώσεως κάθε οφειλέτη, αφού το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν διατυπώνεται επικουρική αίτηση για σύμμετρη ή ανάλογη, προκύπτουσα εκ της σχέσεως, καταδίκη εκάστου των εναγομένων, δεχόμενο την αγωγή θα υποχρεώσει καθένα των εναγομένων σε ίση ή ανάλογη, προκύπτουσα εκ της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως, προς τον νικώντα ενάγοντα καταβολή...
Εν προκειμένω παρατηρείται συναφώς: α) Ότι η ένδικη χρηματική απαίτηση των προαναφερομένων (υπό Β’ ) εναγόντων αγοραστών έναντι των εναγομένων πωλητών τους είναι προδήλως διαιρετή ως μη συντρεχούσης νομίμου περιπτώσεως οφειλής σε ολόκληρο, β) Ότι αυτοί δεν ενήγαγαν το σύνολο των εν προκειμένω συνοφειλετών τους, παραλείψαντες την νόμιμη εναγωγή της εκ των πωλητών τους, Β. , Ι.
Θ., το γένος Χ. Π. (ή των κληρονόμων της σε περίπτωση θανάτου της) και γ) ότι το αγωγικό αίτημα, κατευθυνόμενο αποκλειστικά στην καταψήφιση των εναγομένων, σε ολόκληρο, δεν δημιουργεί ακυρότητα του ενδίκου αγωγικού δικογράφου, όπως αβασίμως οι εναγόμενοι διατείνονται και, κατά τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο θα ενεργήσει κατά τα εκεί ειδικότερον σημειούμενα.
Κατ’ ακολουθίαν πάντων τούτων, εκ των, ως άνω, χρηματικών ποσών, αντιστοιχούντων στην ένδικη ζημία των προαναφερομένων εναγόντων, έκαστος των πωλητών τους - πρώτος έως και πέμπτος των καλουμένων - εναγομένων (για τον ήδη θανόντα Δ. Θ. του Ι., οι συνεχίζοντες τη δίκη αναγκαίοι αυτού κληρονόμοι και κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδος) πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε, καθένα των αντιδίκων του μερικότερο κονδύλιο, ανάλογο του ποσοστού κατά το οποίο υπήρξε πωλητής του.
Ειδικότερα, μετά ταύτα, έκαστος των προαναφερομένων εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα εκ των εναγόντων, Γ. Θ. του Λ., Γ. Κ. του Κ. (ήδη στους συνεχίζοντες τη δίκη αναγκαίους του κληρονόμους και κατά το λόγο της κληρονομικής εκάστου μερίδος), Π. Ο. του Θ. και Κ., σύζυγο Π. Ο. το γένος Χ., το ποσόν των (15.417,30 Χ 3/20=) 2.312, 60 ευρώ, σε καθένα δε εκ των εναγόντων, Μ.
Θ. του Π., Σ. σύζυγο Μ. Θ., το γένος Ζ., Α. Ε. του Α., Ε. σύζυγο Α. Ε. το γένος Π., Δ. Κ. του Τ. και Π. σύζυγο Δ. Κ. το γένος Α., το ποσόν των (7.717,80 Χ 3/20=) 1.157, 67 ευρώ. Ο εκ των εναγομένων, Α. Κ., ισχυρίζεται, με τις προτάσεις του στην παρούσα συζήτηση, ότι με τον αντίδικο του, Ά. Τ., αλλά και με τους περισσοτέρους εκ των εναγόντων διατηρούσε φιλικές σχέσεις από τη συνεργασία τους στη Γερμανία, όπου υπηρετούσε ως υπάλληλος της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, ότι και ο ίδιος, ως αγοραστής μεριδίου του ενδίκου αγρού, εκ του οποίου μέρος μεταβίβασε στον αντίδικο του, υπέστη ανάλογη με αυτούς ζημία, αφού απώλεσε το μερίδιο του, επί του οποίου είχε ανεγείρει μάλιστα δύο κατοικίες, αποβληθείς και αυτός μαζί τους από το όλο κτήμα, ότι αληθώς κατά τη συναλλαγή του με τον αντίδικο του δεν υπήρξε χρηματικό αντάλλαγμα, αλλά ανταλλαγή του πωληθέντος μεριδίου του με αντίστοιχο μερίδιο του αντιδίκου του σε άλλο ακίνητο, και ότι, τελικά, δεν είχε καμία δολία προαίρεση να βλάψει αυτόν, αφού ο ίδιος αλλά και όλοι οι άλλοι, πίστευαν ότι η διεκδίκηση του ενδίκου αγρού παρά των τελικώς αναγνωρισθέντων ως αληθώς, κατά τα άνω, κυρίων του, ήταν προσχηματική, υπό την επίκληση δε των περιστατικών αυτών προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής, από πλευράς του ενάγοντος αντιδίκου του, ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του.
Η ένσταση όμως αυτή, παρεκτός του ότι δεν συνιστά νόμιμη, εκ της συναφούς διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., τοιαύτη, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα περιστατικά δεν μπορούν να τη θεμελιώσουν και ν’ αναδείξουν το ένδικο δικαίωμα του αντιδίκου του, Α. Τ., ως ασκούμενο καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος του, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού φέρεται να προβάλλεται το πρώτον στην παρούσα, περαιτέρω συζήτηση της ενδίκου εφέσεως, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση από μέρους του ότι προβλήθηκε σε προγενέστερο στάδιο της δίκης, ούτε προσκομίζονται οι κατά την πρωτόδικη δίκη προτάσεις του, ούτε αυτές των συζητήσεων που προηγήθηκαν της παρούσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ εξ ουδενός άλλου στοιχείου προκύπτει η παραδεκτή προγενέστερα υποβολή του, παραλλήλως δε δεν γίνεται επίκληση νομίμου λόγου δικαιολογούντος (άρθρο 269 ΚΠολΔ.) την εμφανιζόμενη ως καθυστερημένη προβολή του.
Ομοίως για τον αυτό, προεχόντως, λόγο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και η περαιτέρω, από τον ίδιο εναγόμενο, προβαλλόμενη με τις προτάσεις του στην παρούσα συζήτηση έναντι του αντιδίκου του, Α. Τ., ένταση εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ. περί συντρέχοντος πταίσματος του στο ύφος της ζημίας του. Σε κάθε περίπτωση η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα και δη, κατά μεν το σκέλος της, που στηρίζεται στον ισχυρισμό του ενισταμένου ότι ο αντίδικος του αποχώρησε από το ένδικο ακίνητο χωρίς δικαστικό αγώνα και μετά "δήθεν αποβολή του", ως αβάσιμος, αφού, κατά τα λεπτομερώς ανωτέρω αναφερόμενα, ο ενάγων - αντίδικος του ενισταμένου αποβλήθηκε βιαίως από το ένδικο ακίνητο, σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, όπως και οι λοιποί ενάγοντες, πράγμα άλλωστε που, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, ομολογεί και ο ίδιος ο ενιστάμενος, που είχε την αυτή με τον αντίδικο του τύχη, αποβληθείς βιαίως από το μερίδιο του στο ίδιο ακίνητο και απωλέσας τούτο, επί του οποίου μάλιστα είχε κτίσει, όπως ανωτέρω ισχυρίζεται, δύο κατοικίες, κατά δε το σκέλος της, που στηρίζεται στον ισχυρισμό του ενισταμένου ότι ο αντίδικος του αβασίμως επιζητεί αποζημίωση ισουμένη προς ποσοστό 11,57% του ενδίκου ακινήτου, την στιγμή που ο ίδιος του επώλησε μερίδιο αυτού ύψους μόλις 3,24%, γιατί αποτελεί περιεχόμενο εκτενώς προβληθέντος αρνητικού ισχυρισμού του, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εγένετο αποδεκτός από το Δικαστήριο.
Την εκ της αυτής, του άρθρου 300 του Α.Κ., διατάξεως ένσταση, την οποία και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν προβάλει, επαναφέρουν και οι λοιποί εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι επί λέξει τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της" αφού έχτισαν παράνομα χωρίς να εκδώσουν οικοδομικές άδειες από την πολεοδομία γιατί η περιοχή ήταν εκτός σχεδίου πόλεως και έκαναν νέες συμφωνίες για αγορά 2.169, 39 τ.
μ που τους είχαν πωληθεί νόμιμα και των αυθαίρετων κατοικιών τις οποίες είχαν κτίσει οι ίδιοι και δεν έπρεπε να καταβάλλουν χρήματα, για επαναγορά". Υπό το τοιούτο όμως περιεχόμενο της η ένσταση αυτή, η οποία για να ληφθεί υπ’ όψιν και εκτιμηθεί από το Δικαστήριο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο ενιστάμενο με σαφήνεια και πληρότητα..., παρίσταται απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν είναι δυνατόν να διακριβωθεί με ποιο τρόπο τα επικαλούμενα περιστατικά συνάπτονται με την κατά των ενισταμένων απαίτηση των εναγόντων, όπως, κατά τα άνω, εκτιμήθηκε και, γενικά, με το αντικείμενο της εν προκειμένω δίκης, περιεχόμενο της οποίας δεν αποτέλεσε ποσώς η ύπαρξη, το είδος και η αξία των κτισμάτων που ανήγειραν επί του ενδίκου αγρού οι ενάγοντες.
Τέλος ο επαναφερόμενος υπό πάντων των εναγομένων ισχυρισμός περί του ότι η απαίτηση των εναγόντων έχει υποκύψει στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. πενταετή παραγραφή, άλλως στην εκ της διατάξεως του άρθρου 554 του Α.Κ. πενταετή, επίσης, τοιαύτη, είναι απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η ένδικη αγωγή κρίθηκε ότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 513, 514 και 516 του Α.Κ.
και όχι στις περί αδικοπραξιών τοιαύτες του ιδίου Κώδικα, κατά δε το δεύτερο σκέλος της γιατί στη σύντομη παραγραφή, που προβλέπει η επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 554 του Α.Κ., υπάγεται μόνο η αγωγή αποζημιώσεως που ασκεί ο αγοραστής στην περίπτωση υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως συμφωνημένης ιδιότητος του αγορασθέντος πράγματος και όχι η αγωγή που εγείρει ένας από τους συμβαλλομένους στην πώληση και ζητεί αποζημίωση λόγω μη εκπληρώσεως ή μη προσηκούσης εκπληρώσεως της συμβάσεως, όπως είναι και η προκειμένη αγωγή ένεκα νομικού ελαττώματος των ενδίκων πωληθέντων μεριδίων, συνισταμένου στην έλλειψη της επ’ αυτών κυριότητος των εναγομένων - ενισταμένων πωλητών...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως οι πρώτος, δέκατος, δέκατος τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του και δέκατος πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Ο τελευταίος αυτός (15ος) αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1β’ ΚΠολΔ αιτίαση, ήτοι την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης στους ενάγοντες αποζημίωσης και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση του δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) και στα δύο πωλητήρια συμβόλαια ήτοι τα υπ’ αριθμ. ...1981 και .../1984 του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γ. Χ., περιελήφθη δήλωση των εναγομένων - πωλητών, ότι υπόσχονται τα πωλούμενα ελεύθερα παντός βάρους, χρέους, υποθήκης, διεκδικήσεως τρίτου και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος, β) ήδη από του έτους 1974 εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διεκδικητική αγωγή για το πωληθέν ακίνητο, ιδανικά μερίδια του οποίου επωλήθησαν στους ενάγοντες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2166/1988 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 450/1992 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, της ασκηθείσας αναίρεσης, με την οποία αναγνωρίσθηκαν ως αληθείς μόνοι συγκύριοι του συγκεκριμένου ακινήτου τρίτοι, γ) οι εναγόμενοι πωλητές, οι οποίοι εμφάνισαν το όλο ακίνητο ως πατρική τους περιουσία, καταδικάστηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 2502/1988 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση επτά (7) μηνών ο καθένας για την πράξη της απάτης σε βάρος των εναγόντων - αγοραστών και δ) οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να επαναγοράσουν από τους αληθείς, τη φορά αυτή, κυρίους του ενδίκου ακινήτου ιδανικά μερίδια του προαναφερομένου ακινήτου, σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις διαφόρου, μεγαλυτέρου, μεγέθους, μη ταυτιζομένου προς εκείνα που είχαν αγοράσει.
Κατόπιν τούτων οι τρίτος, έκτος, κατά το πρώτο σκέλος του, ένατος και δέκατος τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά την εκτίμηση των εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή πραγματικών περιστατικών, εξέλαβε εσφαλμένα ότι οι ενάγοντες ζήτησαν αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης, ενώ εκείνοι, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που εκτίμησε το Εφετείο, ζήτησαν αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας.
Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σε αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1487/2005).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση.
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 845/2011), Αντιθέτως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της ζημίας των εναγόντων εκείνον της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ενώ οι ίδιοι ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή ότι στις 20-4-1994, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, δυνάμει του οποίου αγόρασαν από τους αληθείς κυρίους το επίμαχο ακίνητο, κατέβαλαν σ’ αυτούς το ποσό των 61.700.000 δραχμών, το οποίο και ζήτησαν ως αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της προεκτεθείσας διατάξεως, αλλά απλό επιχείρημα για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας, ενώ το κρίσιμο γεγονός το θεμελιωτικό της προς αποζημίωση αξίωσης των εναγόντων ήταν η πώληση σ’ αυτούς από τους εναγομένους ακινήτου, το οποίο δεν ανήκε σ’ αυτούς αλλά σε τρίτους.
Με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο στο επίδικο ακίνητο υπήρχαν κτισμένες αυθαίρετες κατοικίες, που κατ’ ανάγκη οδηγούσαν σε αύξηση της αγοραστικής του αξίας.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αντικείμενο της δίκης δεν είχε σχέση με την ύπαρξη κτισμάτων.
Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα το ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων "...στο δικόγραφο της εφέσεως του δεν αναφέρει κανέναν λόγο εφέσεως...και ως παράπονο της πρωτοδίκου αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή του ως αόριστη...".
Όπως, προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης έφεσης (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) και με τους τρεις λόγους αυτής οι τότε εκκαλούντες παραπονέθηκαν για την απόρριψη της αγωγής τους και κατά συνέπεια, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το πρώτο σκέλος του δωδέκατου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση , ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η όλη έκταση του ακινήτου ανήκε σε τρίτους, χωρίς κάτι τέτοιο να αναφέρεται στην αγωγή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, αφού το επικαλούμενο περιστατικό δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο.
δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη "ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά". Η τελευταία αυτή περίπτωση αναιρετικού λόγου, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για ουσιώδη πράγματα που έλαβε υπόψη, καταργήθηκε, ως άνευ αντικειμένου πλέον, με τον Ν. 2915/2001 (άρθρο 17 § 2), με τον οποίο (αρθρ. 14 § 1) καταργήθηκε μεταξύ των άλλων και το άρθρο 341 του ΚΠολΔ, το οποίο καθιέρωνε υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις με προδικαστική (παρεμπίπτουσα) απόφαση του.
Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ισχύει, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου Ν. 2915/2001, και για τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2002 (όπως ορίστηκε με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001) υποθέσεις, των οποίων η (πρώτη) συζήτηση είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή (1-1-2002) και για τις οποίες επομένως εξακολουθεί να ισχύει ο ανωτέρω καταργηθείς αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1826/2012).
Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 10 πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη για την αγοραία αξία των ιδανικών μεριδίων των εναγόντων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 2358/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε απόδειξη και για το συγκεκριμένο θέμα.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του δωδέκατου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το ίδιο ως άνω άρθρο αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη "για το εάν πράγματι ο Α. Θ. νεμόταν το ακίνητο για όλους... ή για τον εαυτό του, ώστε να δεσμευόμαστε και οι λοιποί ή όχι από το δεδικασμένο μίας διεκδικητικής αγωγής εναντίον του, και για το πώς, ενώ οι πράξεις αυτές, παρότι αφορούσαν τέσσερα στρέμματα εδαφικού τμήματος, οδήγησαν στην αποβολή εκ του όλου τμήματος των 6.169,39 τ.μ.
όλων ημών των εναγομένων - αναιρεσειόντων...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δεν είναι ουσιώδη και αναγκαία για τη στήριξη της ένδικης αξίωσης, αφού το κρίσιμο γεγονός το θεμελιωτικό της προς αποζημίωση αξίωσης των εναγόντων ήταν η πώληση σ’ αυτούς από τους εναγομένους ακινήτου, το οηοιο δεν ανήκε σ’ αυτούς αλλά σε τρίτους.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 795/2004).
Με το τρίτο σκέλος του δέκατου τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 300 ΑΚ, κατά την οποία οι ενάγοντες με το να κτίσουν αυθαίρετες κατοικίες στο επίδικο ακίνητο και να επέλθει με τον τρόπο αυτό αύξηση της αξίας του, συνετέλεσαν στην έκταση της ζημίας.
Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού δέχθηκε ότι "...δεν είναι δυνατόν να διακριβωθεί με ποιο τρόπο τα επικαλούμενα περιστατικά συνάπτονται με την κατά των ενισταμένων απαίτηση των εναγόντων, όπως, κατά τα άνω, εκτιμήθηκε και, γενικά, με το αντικείμενο της εν προκειμένω δίκης, περιεχόμενο της οποίας δεν αποτέλεσε ποσώς η ύπαρξη, το είδος και η αξία των κτισμάτων που ανήγειραν επί του ενδίκου αγρού οι ενάγοντες......
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και πρέπει ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και, επομένως, παραδεκτή) η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 986/2008, ΑΠ 902/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο ένατος των αναιρεσειόντων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση του, μολονότι προβλήθηκε παραδεκτά, καθόσον ναι μεν δικάστηκε ερήμην κατά τη δικάσιμο της 5-4-2002, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2358/2002 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό του.
Από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει ότι ο ένατος των αναιρεσειόντων προέβαλε το πρώτον την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ δεν προσκομίζει, ούτε προσεκόμισε στο Εφετείο τις προτάσεις που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου είχε παρασταθεί.
Η με τον τρόπο αυτό προβληθείσα ένσταση είναι απαράδεκτη, ενώ δεν γίνεται επίκληση λόγου που να δικαιολογεί την μη προβολή της από δικαιολογημένη αιτία (ΚΠολΔ 269 παρ. 2).
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και πρέπει ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους περισσότερα από όσα ζήτησαν και ειδικότερα δεν καθόρισε, όπως έπρεπε, "...την αξία των ποσοστών του καθενός επί του συνολικού ποσού των 61.700.000 δραχμών και ήδη 181.071,16 ευρώ και όχι επί ποσού 185.081,70 ευρώ που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των 30 ευρώ ανά τ.μ.
επί 6.169,39 τ.μ....". Με την ένδικη από 26-5-1007 αγωγή τους,, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 61.700.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 181.071,16 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στο αιτητικό της εκτιθέμενα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και το δικαστήριο υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 83.378,8 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες και πρέπει ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-77-2012 αίτηση των 1) Α. Θ., 2) Χ. Θ., ως κληρονόμου του Δ. Θ., 3) Β. Θ., ως κληρονόμου του Δ. Θ., 4) Μ. Θ., ως κληρονόμου του Δ. Θ., 5) Ι. Θ. του Δ., ως κληρονόμου του Δ. Θ., 6) Ε. Σ. Α., 7) Γ. Γ., 8) Μ. Μ., και 9) Α. Κ., προς αναίρεση της 843/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ