Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling evidence was properly considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of a will. The appellants argued the lower court failed to consider an out-of-court confession, but the court found the confession was explicitly referenced and evaluated in the contested judgment. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's reasoning was not arbitrary or clearly erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718 and 1719 of the Civil Code; An appeal regarding the invalidity of a will due to lack of capacity is inadmissible if the lower court explicitly considered and evaluated the evidence adduced by the appellant, as the appellate court cannot substitute its own assessment for the first instance judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 721/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. συζύγου Α. Μ., και 2)Α. Θ. Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Στεφόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ.-Α., συμβολαιογράφου, κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Γιαμπουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-5-2010, και 26-5-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3764/2012 μη οριστική, 764/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 299/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2015 αίτησή τους και τους από 23-6-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2015 κλήση τους επανέφεραν, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών την υπόθεση προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 του ίδιου κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι .....
όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο αυτό από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ.
μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νού και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Ως Ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα ορμές ή επιρροές τρίτων.
Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμμία έννομη επιρροή. Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική η διανοητική διαταραχή κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή περίπου της σύνταξης της διαθήκης "όχι ακριβώς και κατά το χρόνο συντάξεώς της" έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.
Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νού, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. ‘ Ελλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.
Περαιτέρω τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως από 20-5-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για ακύρωση της από 12-6-2008 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας στις 23-5-2009 Α.
χας Ι. Δ., το γένος Σ. Μ.-Μ., λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 1719 αρ. 3 ΑΚ. "Στις 23-5-2009 απεβίωσε η Α. χήρα Ι. Δ., κάτοικος ... κατά τη διάρκεια της ζωής της, στο "...", μετά από διήμερη νοσηλεία, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών. Η πιο πάνω θανούσα, πριν από το θάνατο της, συνέταξε τρεις ιδιόγραφες διαθήκες, με χρονολογίες 1-7-2001, 16-3-2008 και 12-6-2008, αντίστοιχα.
Με την πρώτη, από 1-7-2001, ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε, ...... η παραπάνω διαθέτις εγκατέστησε κληρονόμους της, αφενός μεν την ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, στα αναφερόμενα στη διαθήκη αυτή ακίνητα περιουσιακά της στοιχεία που βρίσκονται στην Αθήνα ..... Με τη δεύτερη, από 16-3-2008 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε, η παραπάνω διαθέτις εγκατέστησε κληρονόμους, σε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία της, τις θυγατέρες της ενάγουσας.
Τέλος, με την τρίτη, από 12-6-2008, ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε ......η, ως άνω, διαθέτις ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και εγκατέστησε κληρονόμους, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, τη Χ. συζ. Α. Μ. και Α. Μ., πρώτη και δεύτερο των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ..., κατά το χρόνο σύνταξης της από 12-6-2008 ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, ήταν ανίκανη προς σύνταξη διαθήκης, δεδομένου ότι δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, καθώς έπασχε από πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από "άνοια ατροφικού τύπου, οφειλόμενη σε έντονες αγγειακές διαταραχές μη ανατάξιμες...", συνεπεία της οποίας αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της.
Για το ζήτημα αυτό διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωσύνης με την 3764/2012, μη οριστική, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία διενεργήθηκε από τον ιατρό Σ. Κ., νευρολόγο - ψυχίατρο. Ο παραπάνω πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του το ιατρικό ιστορικό της διαθέτιδος, όπως προέκυπτε από τα ιατρικά πιστοποιητικά, εργαστηριακές εξετάσεις και αξονική τομογραφία, που έθεσαν στη διάθεση του οι διάδικοι, καθώς και όσες πληροφορίες άντλησε ο ίδιος για την κατάσταση της υγείας αυτής από την προσωπική επαφή που είχε, τόσο με το Δ/ντή της Παθολογικής Κλινικής της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών, στην οποία είχε νοσηλευθεί επανειλημμένα η ..., όσο και με την φαρμακοποιό Ε.
Π., από το φαρμακείο της οποίας, η διαθέτις προμηθευόταν τα φάρμακα της. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα εξής: Από ετών, η ..., άρχισε να εμφανίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα, στις 25-2-1993 ο ιατρός καρδιολόγος Α. Χ. διέγνωσε ότι έπασχε από μυοκαρδιοπάθεια, υπερχοληστερινοπάθεια, σπαστική κολίτιδα και αιμορροΐδες.
Στις 9-9-1997 εξετάστηκε για άτυπα προκάρδια άλγη και ίλιγγο και στις 12-12-1997, λόγω του ότι παραπονείτο για εύκολη κόπωση, της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με ..., για τη βελτίωση της κυκλοφορίας. Στις 27-7-1993, ο ιατρός καρδιολόγος Κ. που την εξέτασε διαπίστωσε ότι έπασχε από καρδιοπάθεια (έμφραγμα) και της χορήγησε θεραπεία .....
Επίσης, για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας του αίματος λάμβανε και άλλα φάρμακα .....Επίσης, έπασχε και από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II. Την 1-11-2001 διαγνώστηκε ότι έπασχε από μικροαγγειοπάθεια του εγκεφάλου και άρχισε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για άνοια .... Στις 14-1-2003 ο ιατρός παθολόγος Σ. Α., με διάγνωση "άνοια επί εδάφους ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας" της χορήγησε αντιανοϊκή αγωγή με το φάρμακο ......
ο ίδιος ιατρός, με γνωμάτευση "ίλιγγος επί ανοϊκής διαταραχής", της χορήγησε αντιανοϊκή αγωγή με τα φάρμακα ......και στις 3-6-2003 ο ίδιος ιατρός, με γνωμάτευση "αρρυθμία - άνοια", της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή με το φάρμακο ........Στις 9-12-2003 εξετάστηκε από τον ιατρό καρδιολόγο Ν. Π., ο οποίος, με γνωμάτευση "ανοϊκή συνδρομή", της χορήγησε αυξημένη αντιανοϊκή αγωγή με τα φάρμακα .....Τα πιο πάνω αντιανοϊκά φάρμακα, με την αυξημένη δοσολογία, η διαθέτις τα ελάμβανε συνεχώς μέχρι το τέλος της ζωής της, μετά από συνταγογραφία τους που γινόταν από διάφορους ιατρούς του "...", στο οποίο ήταν ασφαλισμένη.
Στις 26-4-2005, μετά από επίμονο ίλιγγο, προλιποθυμικό επεισόδιο και εγκεφαλικές διαταραχές, η ... εισήχθη στην "... Αθηνών" και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 3-5-2005. Την ημέρα εισαγωγής της, 26-4-2005, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η δε ιατρός ακτινολόγος Μ. Α. που υπογράφει τη σχετική έκθεση, αναφέρει σ’ αυτήν τα εξής: "ελέγχονται υπόπυκνες εστίες, α) στην περικοιλιακή και υπερκοιλιακή λευκή ουσία των ημισφαιρίων στα πλαίσια ισχαιμικού τύπου λευκοπάθειας, β) υπόπυκνη απεικονίζεται η κεντρική λευκή ουσία πέριξ των ινιακών και μετωπιαίων κεράτων στα πλαίσια λευκοπάθειας ισχαιμικού μάλλον τύπου, γ) διεύρυνση των υπαραχνοειδών χώρων και των φλοιωδών αυλακών στα πλαίσια φλοιώδους εγκεφαλικής ατροφίας συμβατής με την ηλικία της εξεταζόμενης".
Ακολούθως, στις 9-12-2005, η διαθέτις εισήχθη στο "..." και υποβλήθηκε σε εξετάσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε η ύπαρξη συμπαγούς μορφώματος στον αριστερό μαστό της και κατόπιν αυτού υποβλήθηκε σε ριζική μαστεκτομή αριστερού μαστού από τον χειρουργό ιατρό Π. Κ.. Επίσης, στις 30-5-2008 η διαθέτις προσήλθε στο ακτινοδιαγνωστικό κέντρο "..." και υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος και μεσοθωρακίου, αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και αξονική τομογραφία εγκεφάλου.
Η τελευταία αυτή εξέταση διενεργήθηκε από τον ιατρό ακτινοδιαγνώστη Γ. Β., ο οποίος, στη σχετική ιατρική βεβαίωση που συνέταξε για την πιο πάνω εξέταση, αναφέρει ότι διαπίστωσε "αλλοιώσεις διάχυτης ισχαιμικής λευκοεγκεφαλοπάθειας στην υποφλοιώδη και περικοιλιακή λευκή ουσία αμφοτέρων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων.
Αλλοιώσεις εγκεφαλικής και παρεγκεφαλικής ατροφίας". Στις 29-6-2008 εισήχθη στο Παθολογικό τμήμα του "...", με ένδειξη εισαγωγής "καταβολή", από το οποίο εξήλθε την 1-7-2008 αυτοβούλως, ύστερα από ενυπόγραφη άρνηση να υποβληθεί σε περαιτέρω ιατρικό έλεγχο ή θεραπεία. Τέλος, εισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο στις 21-5-2009, στο οποίο νοσηλεύτηκε μέχρι 23-5-2009, οπότε και αποβίωσε με τη διάγνωση: "Καρδιοαναπνευστική ανακοπή-Αναπνευστική ανεπάρκεια-Λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος-Κολπική μαρμαρυγή", ενώ στο ατομικό φύλλο νοσηλείας της αναφέρεται ότι κατά την κλινική εξέταση παρουσίαζε όψη βαρέως πάσχοντος και κατά το αναφερόμενο ιστορικό ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II, κολπική μαρμαρυγή, υποθυρεοειδισμό και άνοια και ότι ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή με τα φάρμακα ....
Με βάση τα ανωτέρω, ο πραγματογνώμονας συνέταξε την από 20-5-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, .... Με αυτήν, αφού διατύπωσε την επιστημονική άποψη ότι η εξέλιξη της άνοιας αγγειακής αιτιολογίας, από την οποία έπασχε η ..., από το αρχικό στο τελικό στάδιο (φυτικό) γίνεται μέσα σε χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών περίπου, γνωμοδότησε ότι η διαθέτης, η οποία την 1-11-2001 είχε διαγνωστεί ότι πάσχει από άνοια και από τότε ελάμβανε αντιανοϊκή θεραπεία, "το διάστημα που έγραψε τις επίδικες ιδιόχειρες διαθήκες ευρισκόταν στο τελικό (φυτικό) στάδιο της άνοιας.
Είχε περιοριστεί στο δωμάτιο της και εκινείτο μέχρι το απέναντι διαμέρισμα του κ. Μ.. Ήταν ένα απόλυτα εξαρτημένο και υποβόλιμο άτομο. Δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, χρειαζόταν φροντίδα και μέριμνα επί 24ώρου. Οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες μνήμης, κρίσης, αντίληψης και βούλησης ήταν εκτός λειτουργίας.
Πιθανότατα καθ’ υπαγόρευση να μπορούσε να γράψει. Η διανοητική της κατάσταση περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησης, της κριτικής ικανότητας και κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών της, στις 16-3-2008 και 12-6-2008, δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν ήταν σε θέση να δικαιοπρακτεί". Επίσης, ο ιατρός νευρολόγος - ψυχίατρος, Ν.
Μ., με την από 5-2-2010 ιατρική γνωμάτευση του, την οποία συνέταξε, κατ’ εντολή της ενάγουσας, ύστερα από μελέτη των εργαστηριακών εξετάσεων, του ιατρικού ιστορικού και της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου της διαθέτιδος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ... πρέπει να έπασχε "από κατ’ εξοχήν αγγειακού τύπου άνοια", λόγω: 1) των εξεσημασμένων ισχαιμικών βλαβών που απεικονίζει η υπάρχουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου, 2) του σακχαρώδους διαβήτου, 3) της κολπικής μαρμαρυγής, 4) της μεγάλης ηλικίας η οποία επιφέρει τέτοιου τύπου βλάβες, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί και η συνύπαρξη της νόσου Alzheimer".
Ακόμη, ο τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας Σ. Β., ιατρός ψυχίατρος, με την από 3-1-2011 ιατρική γνωμάτευση, που συνέταξε κατόπιν μελέτης των αναφερόμενων σ’ αυτή ιατρικών πιστοποιητικών, γνωματεύσεων, ιατρικών εξετάσεων και αξονικής τομογραφίας της διαθέτιδος, γνωμοδότησε ότι αυτή "...έπασχε από ανοϊκή συνδρομή τουλάχιστον από το 2005 και έκτοτε.
Όσον αφορά στον τύπο της άνοιας προφανώς υπερισχύει η διάγνωση της αγγειακής άνοιας, καθόσον η θανούσα έπασχε από κολπική μαρμαρυγή και σακχαρώδη διαβήτη, η δε αξονική τομογραφία εγκεφάλου απεικόνιζε διάχυτες ισχαιμικές αλλοιώσεις αμφοτέρων των ημισφαιρίων χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η άνοια τύπου Alzheimer.
Ως εκ τούτου, θεωρώντας ότι η θανούσα έπασχε από ανοϊκή συνδρομή από το 2005 τουλάχιστον, με δεδομένη την εξελικτική πορεία της νόσου, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα 2008 - 2009, θεωρείται αδύνατον να ήταν σε θέση να διαχειριστεί προσωπικές υποθέσεις ή να ασκήσει δικαιοπραξία". Αντιθέτως, ο τεχνικός σύμβουλος της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων Χ.
Τ., ιατρός ψυχίατρος, με την από 11-4-2013 ψυχιατρική γνωμοδότηση, την οποία συνέταξε μετά από μελέτη των αναφερόμενων σ’ αυτήν εγγράφων και ιατρικών πιστοποιητικών, γνωματεύσεων και εξετάσεων της διαθέτιδος, αντιλέγει, τόσο στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Χ. Κ., όσο και τις γνωμοδοτήσεις των άλλων δύο ψυχιάτρων, Ν.
Μ. και Σ. Β.. Ειδικότερα, ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος αναφέρει ότι τα δεδομένα για την διαπίστωση της ψυχοδιανοητικής κατάστασης της θανούσας δεν είναι επαρκή από ιατρικής πλευράς, καθώς όλες οι πληροφορίες προέρχονται από παθολόγους ή καρδιολόγους ιατρούς, χωρίς διάγνωση άνοιας αυτής από νευρολόγο ή ψυχίατρο.
Ότι το μοναδικό ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τη χρονική περίοδο 2003 - 2005 και αναφέρεται σε "έντονες εγκεφαλικές διαταραχές, συγχυτικοδιεγερτικές κρίσεις οφειλόμενες σε εγκεφαλικές αλλοιώσεις (υπόπυκνες εστίες στην περικοιλιακή και υπερκοιλιακή λευκή ουσία των εγκεφαλικών ημισφαιρίων) στα πλαίσια ισχαιμικού τύπο λευκοπάθειας" της διαθέτιδος, προέρχεται από ιατρό παθολόγο, οι κρίσεις του οποίου μπορούν να δικαιολογηθούν στο πλαίσιο ασθενειών, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου II και ο υποθυρεοειδισμός, από τις οποίες έπασχε η διαθέτις και να εκληφθούν ως οργανικό ψυχοσύνδρομο προσωρινού χαρακτήρα, το οποίο παρουσιάστηκε την πιο πάνω χρονική περίοδο και παρήλθε μετά την αντιμετώπιση του οργανικού αιτίου, με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής.
Για τη γνωμάτευση του ιατρού ακτινοδιαγνώστη Γ. Β., που έγινε στην από 30-5-2008 αξονική τομογραφία εγκεφάλου της διαθέτιδος (στην οποία, όπως προκτέθηκε, ο τελευταίος διαπιστώνει "αλλοιώσεις διάχυτης ισχαιμικής λευκοεγκεφαλοπάθειας στην υποφλοιώδη και περικοιλιακή λευκή ουσία αμφοτέρων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων.
Αλλοιώσεις εγκεφαλικής και παρεγκεφαλικής ατροφίας"), αναφέρει ότι δεν είναι γνωστός ο ιατρός που παρήγγειλε την αξονική τομογραφία, ενώ δεν υπάρχει κλινική συνεκτίμηση, όπως συνέστησε ο ακτινολόγος, που να βεβαιώνει την ύπαρξη άνοιας της διαθέτιδος, δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζει, η νόσος αυτή δεν διαγιγνώσκεται με απεικονιστικές εξετάσεις, αλλά με κλινική εξέταση του ασθενούς.
Επίσης, ο παραπάνω ψυχίατρος αναφέρει ότι, σε αντίθεση με το ελλιπές ιατρικό υλικό, υπάρχει πλήθος προσωπικών επαφών της διαθέτιδος σε δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και πρόσωπα, από τις οποίες προκύπτει πλήρης νοητική επάρκεια αυτής προς διαχείριση των υποθέσεων της. Τέλος, ο εν λόγω ψυχίατρος αναφέρει ότι η διαθέτις, μετά τις κρίσεις που είχε το 2005, λάμβανε, εκ του περισσού, αντιανοϊκή αγωγή για να προφυλάξει τον εαυτό της, ότι αυτή η φαρμακευτική αγωγή ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε απώλεια της νοητικής της ικανότητας, καθώς είχε τη δυνατότητα να γράφει, να θυμάται φίλους και γνωστούς να επικοινωνεί μαζί τους, να εκφράζει και να επιβάλει τη βούληση της, να οργανώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την καθημερινή της ζωή και να διαχειρίζεται την περιουσία της.
Η γνωμοδότηση του παραπάνω ψυχιάτρου Χ. Τ. δεν κρίνεται πειστική, δεδομένου ότι αυτός αμφισβητεί, αβασίμως, όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές βεβαιώσεις που αφορούν την υγεία της Α. Δ., λόγω του ότι προέρχονται από ιατρούς παθολόγους και καρδιολόγους, εκτιμά αυθαιρέτως ότι η διαθέτις λάμβανε την αντιανοϊκή αγωγή προληπτικά και ότι είναι πιθανό να έπασχε κατά το έτος 2005 από οξύ οργανικό ψυχοσύνδρομο, το οποίο παρήλθε, ενώ αποδίδει βαρύνουσα σημασία σε συναλλαγές της με δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και τρίτους, χωρίς να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν αυτές οι συναλλαγές και από αυτές συνάγει το συμπέρασμα ότι η διαθέτις δεν έπασχε από άνοια και ότι, κατά την κρίσιμη περίοδο (Μάρτιο έως Ιούνιο του 2008), ήταν πλήρως ικανή για κάθε δικαιοπραξία.
Ωστόσο, αν η ... δεν έπασχε από άνοια, αλλά η πάθηση της αποτελούσε ένα "οργανικό ψυχοσύνδρομο προσωρινού χαρακτήρα", όπως υποστηρίζει ο πιο πάνω ψυχίατρος Χ. Τ., δεν θα υπήρχε ανάγκη να λαμβάνει συνεχώς μέχρι το θάνατο της την προαναφερόμενη αντιανοϊκή αγωγή και μάλιστα σε αυξημένη δοσολογία, ούτε θα της συνταγογραφούσαν προληπτικά τέτοια αυξημένη αντιανοϊκή αγωγή οι διάφοροι ιατροί παθολόγοι του ασφαλιστικού της ταμείου, αναλαμβάνοντας έτσι και την ευθύνη για τις συνέπειες που θα είχε στην υγεία της η επί μακρόν χορήγηση μη αναγκαίας φαρμακευτικής αγωγής.
Άλλωστε, η εξέλιξη της άνοιας είναι αναπότρεπτη και η αντιανοϊκή φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν οι ασθενείς που πάσχουν από αυτή, όπως η ..., χορηγείται για να επιβραδύνει τη φθίνουσα πορεία της ασθένειας, χωρίς όμως να αποκαθιστά τις γνωστικές λειτουργίες του ασθενούς στα προ της νόσου επίπεδα, όπως επισημαίνει και ο τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας Σ.
Β. στην από 29-10-2013 συμπληρωματική ψυχιατρική γνωμάτευση του. Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερόμενης ασθένειας από την οποία έπασχε η ..., δηλαδή της άνοιας αγγειακού τύπου, σε συνδυασμό με τη γενικότερη επιβάρυνση της υγείας της από τις άλλες σοβαρές ασθένειες της (σακχαρώδη διαβήτη τύπου II, καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμό) και το προχωρημένο της ηλικίας της, η γενική κατάσταση της υγείας της ήταν βαριά και επιδεινούμενη.
Ειδικότερα, η ασθένεια αυτή (άνοια αγγειακού τύπου), για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 2001 λάμβανε φαρμακευτική αντιανοϊκή αγωγή, η οποία αυξανόταν σταδιακά, δεν ήταν μια πάθηση παροδικού χαρακτήρα, αλλά συνεχής με σταδιακή επιδείνωση, η οποία από το έτος 2005 επηρέασε τη διανοητική λειτουργία της και προκάλεσε προοδευτικά κάμψη των πνευματικών της δυνάμεων, που συνεχίστηκε μέχρι το θάνατο της, συνοδευόμενη από απώλεια μνήμης, και, συνακόλουθα, από αδυναμία αναγνώρισης προσώπων.
Για την επιδείνωση της διανοητικής λειτουργίας της Α. Δ. κατέθεσε ....... (Ακολουθούν εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων των λοιπών αποδεικτικών μέσων καθώς και επιχειρήματα του δικαστηρίου υπέρ των παραπάνω παραδοχών του) ...
Στη συνέχεια δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση "η αντιανοϊκή φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν οι ασθενείς που πάσχουν από τη σχετική ασθένεια χορηγείται για να επιβραδύνει τη φθίνουσα πορεία της ασθένειας, χωρίς να επαναφέρει τις γνωστικές λειτουργίες τους στα προ της νόσου επίπεδα, όπως συνέβη και με την ..., η οποία, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο που συνέταξε την από 12-6-2008 ιδιόγραφη διαθήκη, εξαιτίας της άνοιας αγγειακού τύπου από την οποία έπασχε, είχε υποστεί διανοητική διαταραχή, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, είχε μειώσει σημαντικά την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς, με συνέπεια να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης της. Εξάλλου, με το λόγο της έφεσης με στοιχείο "
..., οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης της επίδικης διαθήκης, η διαθέτις είχε αναπτύξει δραστηριότητα, από την οποία αποδεικνύεται η ικανότητά της προς σύνταξη διαθήκης. Ωστόσο, από την εμφάνιση της διαθέτιδος, κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2008 μέχρι 11-2-2009 ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών (Αστυνομικών Τμημάτων και Κ.Ε.Π, όπου δήλωσε απώλεια της αστυνομικής της ταυτότητας και θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής της σε εξουσιοδοτήσεις, αντίστοιχα), τραπεζών (όπου έκανε τραπεζικές συναλλαγές), συμβολαιογράφων (όπου υπέγραψε τα .../2008 και .../2009 πληρεξούσια) και της Εισαγγελίας Αθηνών (όπου κατέθεσε μήνυση και υπέγραψε τη σχετική έκθεση μηνυτή), καθώς και το ότι υπέγραψε το από 9-3-2007 μισθωτήριο συμφωνητικό, την από 31-7-2008 επιστολή προς τον μισθωτή της και την από 29-12-2008 εξώδικη δήλωση προς την "...", δεν αποδεικνύεται η καλή διανοητική κατάσταση αυτής (διαθέτιδος) κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης.
Τούτο, δεδομένου ότι οι πιο πάνω συναλλαγές με το Αστυνομικό Τμήμα, το Κ.Ε.Π. και τις τράπεζες είναι απλές διαδικασίες που γίνονται με την εμφάνιση του ενδιαφερομένου και την υποβολή σχετικού αιτήματος προς τον αρμόδιο υπάλληλο κάθε υπηρεσίας και τράπεζας, αντίστοιχα, οι οποίοι αρκούνται στην υποβολή του σχετικού αιτήματος εκ μέρους του ενδιαφερομένου και στην επίδειξη των αναγκαίων εγγράφων για τη διεκπεραίωση της συναλλαγής, χωρίς να εξετάζουν την ψυχική και διανοητική κατάστασή του, για τη διαπίστωση της οποίας, άλλωστε, δεν είναι ειδικοί.
Επίσης, από το περιεχόμενο της από 29-12-2008 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας της διαθέτιδος προς την "..." και της από 10-2-2009 μήνυσης, καθίσταται πρόδηλο ότι αυτές έχουν συνταχθεί από πρόσωπο που έχει νομική κατάρτιση, προφανώς δικηγόρο, ενώ η συνεισφορά της Α. Δ. συνίσταται στην τοποθέτηση, στο τέλος των εγγράφων αυτών, της υπογραφής της με την αναγραφή του ονόματός της.
Εξάλλου, τόσο ο εισαγγελικός λειτουργός, στον οποίο κατέθεσε τη μήνυση, όσο και ο γραμματέας, στον οποίο επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενό της, προφανώς δεν εξέτασαν τη διανοητική της κατάσταση, ενώ δεν ήταν ειδικοί να την διαγνώσουν. Ακόμα, ούτε η υπογραφή της Α. Δ. στο, ως άνω, μισθωτήριο συμφωνητικό, το οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι φανερό ότι έχει συνταχθεί από πρόσωπο που διαθέτει νομική κατάρτιση και η ιδιόχειρη επιστολή της προς τον μισθωτή της, η οποία είναι γραμμένη με εμφανή τρόμο, ούτε η υπογραφή των παραπάνω συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, μαρτυρούν την καλή διανοητική κατάστασή της.
Όσον αφορά την αυτόβουλη έξοδο της διαθέτιδος από το "..." την 1-7-2008, αυτή έγινε, όχι λόγω του ότι οι ιατροί του πιο πάνω νοσοκομείου διέγνωσαν την καλή διανοητική της κατάσταση, αλλά διότι αποδείχθηκαν την επιθυμία της που δηλώθηκε εγγράφως. Τέλος, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό για τη διανοητική κατάσταση της Α.
Δ. ούτε από τα παρακάτω έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, ήτοι (α) μια ευχετήρια κάρτα του δικηγόρου Α. Κ., με την οποία εύχεται στη διαθέτιδα για τα Χριστούγεννα του 2005, (β) την από 11-10-2005 επιστολή του ίδιου δικηγόρου προς τη διαθέτιδα, με την οποία την ενημερώνει για τη μετακόμισή του σε άλλο γραφείο, (γ) το προσκλητήριο γάμου, με το οποίο ο παραπάνω δικηγόρος την προσκάλεσε στο γάμο του γιου του και στη, μετά από αυτόν, δεξίωση και (δ) την ευχαριστήρια ευχή των νεόνυμφων προς την ...
για το δώρο της στο γάμο τους.
Συνεπώς, και ο παραπάνω λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακόμα, με το λόγο της έφεσης με στοιχείο "... οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι οι σχέσεις της διαθέτιδος με την ενάγουσα είχαν διαρρηχθεί προ πολλού, ενώ, αντιθέτως, οι ίδιοι διατηρούσαν άριστες σχέσεις με αυτήν, καθώς η πρώτη εναγομένη υπήρξε συνυφάδα της διαθέτιδος και κατοικούσαν σε γειτονικά διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η τυχόν ύπαρξη καλών ή κακών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και της Α. Δ. δεν επιδρά στην εγκυρότητα της επίδικης, από 12-6-2008 διαθήκης, καθώς το κύρος της εξαρτάται από την ικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξή της κατά τον κρίσιμο χρόνο (12-6-2008), η οποία, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και εκτίθενται πιο πάνω, δεν υπήρχε, και όχι από τις προσωπικές σχέσεις της με τους τετιμημένους.
Άλλωστε, η διαθέτις, η οποία δεν είχε αποκτήσει γνήσιους κατιόντες, είχε γνωριστεί με την ενάγουσα από τριακονταπενταετίας και είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους στενή φιλική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας την εμπιστευόταν και γενικά απευθυνόταν σ’ αυτή και ζητούσε τη συνδρομή της για τη διεκπεραίωση των υποθέσεών της ενώπιον των δημόσιων υπηρεσιών.
Έτσι, σε ένδειξη εκτίμησης και ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπο της ενάγουσας, με την πρώτη, από 1-7-2001, ιδιόγραφη διαθήκη της, την εγκατέστησε κληρονόμο της στα προαναφερόμενα περιουσιακά της στοιχεία. Εξάλλου, η διάρρηξη των σχέσεων της ενάγουσας με τη διαθέτιδα, που επικαλούνται η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων, δεν αποδείχτηκε.
Περί τις αρχές Ιουνίου 2008 η ενάγουσα αναζήτησε την ... στην οικία της χωρίς αποτέλεσμα και ανησύχησε, καθώς γνώριζε τη διανοητική της κατάσταση. Κατόπιν αυτού ενημέρωσε τη φίλη της (διαθέτιδος) Ν. Β., η οποία απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και έλαβε σχετική παραγγελία για την ψυχιατρική εξέταση της διαθέτιδος, ώστε να διαπιστωθεί αν συνέτρεχε περίπτωση εγκλεισμού της σε ψυχιατρικό κατάστημα.
Πλην όμως τέτοια εξέταση της διαθέτιδος δεν έγινε, διότι, παρά τις επανειλημμένες αναζητήσεις της από Αστυνομικούς του Α.Τ. Συντάγματος, δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεσή της, όπως προκύπτει από τη σχετική εγγραφή του Βιβλίου Συμβάντων της 20-7-2008 του παραπάνω Α.Τ. Στη συνέχεια, η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η ...
είχε μετακομίσει από την οικία της και διέμενε στο διαμέρισμα της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων και επιχείρησε πολλές φορές να επικοινωνήσει μαζί της, αλλά τούτο δεν κατέστη δυνατό. Το ότι στις 8-11-2008, που η ενάγουσα μετέβη στην οικία της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων για να επισκεφτεί τη διαθέτιδα και να της ευχηθεί για την ονομαστική της εορτή και εκείνη, κατά τους ισχυρισμούς των παραπάνω εναγομένων, αρνήθηκε να την συναντήσει, δεν μαρτυρεί την ύπαρξη κακών σχέσεων μεταξύ τους, καθώς η διαθέτις κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν σε τέτοια διανοητική κατάσταση που η συμπεριφορά της ετεροπροσδιοριζόταν με βάση τις υποδείξεις των εκκαλούντων, με τους οποίους διέμενε.
Σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο της συστημένης επιστολής που απεστάλη στην ενάγουσα στις 12-11-2008, ως προερχόμενη από τη διαθέτιδα, δεν προκύπτει η διάρρηξη των σχέσεών τους, αλλά η αδυναμία της Α. Δ. να ανταποκριθεί σε κοινωνικές επισκέψεις, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας της. Επίσης, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη εχθρικών σχέσεων μεταξύ τους ούτε η αποστολή προς την ενάγουσα της από 6-3-2009 εξώδικης δήλωσης της Α.
Δ., που πάντως δεν έχει συνταχθεί από την ίδια, αλλά από άτομο με νομική κατάρτιση, με την οποία την καλεί να μεταγράψει την .../19-9-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της αδελφής της (διαθέτιδος) Μ. Μ. Μ., δηλαδή μιας πράξης που συντάχθηκε εννέα χρόνια πριν και που η μεταγραφή της οποίας μπορούσε να επιδιωχθεί, τόσο από την ίδια τη διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξής της (2001) που ήταν υγιής, όσο και από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος, κατά το χρόνο αποστολής της εξώδικης δήλωσης, είχε την εξουσία προς τούτο, με βάση τα προαναφερόμενα πληρεξούσια.
Εξάλλου, με την απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο Αθηνών από 31-3-2009 αγωγή, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο Μ. Κ., η διαθέτις ζήτησε από τη μισθώτρια Μ. Ν. την απόδοση της χρήσης του μίσθιου διαμερίσματός της, επί της οδού ..., λόγω λήξεως του χρόνου μίσθωσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της διαθέτιδος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της άνω αγωγής και εκδόθηκε η 1272/2009 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που θεώρησε αυτήν ως μη ασκηθείσα.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής εκείνης έγινε από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο της διαθέτιδος, λόγω του ότι η μισθώτρια, με την από 27-4-2009 εξώδικη δήλωσή της, προσκάλεσε τη διαθέτιδα να παραλάβει το μίσθιο και, κατόπιν αυτού, δεν υπήρχε ανάγκη να συζητηθεί η αγωγή, και όχι, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, εξαιτίας του ότι τη μισθώτρια εκπροσωπούσε η δικηγόρος Α.
Τ., η οποία υπογράφει και την παραπάνω εξώδικη δήλωση της μισθώτριας και την οποία στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει, κατόπιν σύστασης της ενάγουσας, και η διαθέτις ως πληρεξούσια δικηγόρο για τη σύνταξη μισθωτηρίων συμφωνητικών. Επίσης, από την αποστολή της εξώδικης αυτής δήλωσης, την οποία υπογράφει η δικηγόρος Α.
Τ., δεν αποδεικνύεται ότι η δικηγόρος αυτή, καθώς και η ενάγουσα που ήταν φίλη της, θεωρούσαν τη διαθέτιδα ως άτομο με πλήρη πνευματική διαύγεια, όπως δεν αποτελεί τέτοια απόδειξη ούτε η κατάθεση της ενάγουσας ως μάρτυρος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 27-11-2009, κατά τη συζήτηση της αίτησης, που υπογράφει η άνω δικηγόρος, προς δημοσίευση και κήρυξη κύριας της από 16-3-2008 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδος (της οποίας, κατά τα προαναφερθέντα, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα με την εκκαλούμενη απόφαση), καθώς η δικηγόρος αυτή υπέβαλε την αίτηση ως εντολοδόχος των τετιμημένων με την πιο πάνω διαθήκη, ενώ η μαρτυρία της ενάγουσας περιορίστηκε στην αναγνώριση της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος.
Κατ’ ακολουθία όλων αυτών, η διαθέτις ..., κατά το χρόνο που συνέταξε την από 12-6-2008 ιδιόγραφη διαθήκη, εξαιτίας της άνοιας αγγειακού τύπου από την οποία έπασχε, είχε έλλειψη συνείδησης των πράξεών της, καθώς βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, με την έννοια ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, με συνέπεια να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής και, επομένως, ήταν ανίκανη προς σύνταξη διαθήκης, με αποτέλεσμα η από 12-6-2008 ιδιόγραφη διαθήκη της να είναι άκυρη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως, σωρευομένη αγωγή περί ακυρώσεως της από 12-6-2008 ιδιόγραφης διαθήκης, της αποβιώσασας στις 23-5-2009 Α. χας Ι. Δ., δέχθηκε αυτή (αγωγή) ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω ανικανότητας της διαθέτιδος προς σύνταξη αυτής λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεών της διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, απορρίψαν κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανικανότητας της διαθέτιδος προς σύνταξη διαθήκης κατά το χρόνο της συντάξεώς της (12-6-2008), οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1719 αρ. 3 ΑΚ, το πραγματικό του οποίου πληρούν με τις παραδοχές ότι η διαθέτις κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, όχι όμως μέχρις πλήρους ελλείψεως λειτουργίας του νού, καθόσον βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή εξαιτίας άνοιας αγγειακού τύπου με την οποία είχε διαγνωσθεί (ανοϊκή συνδρομή) από 11-1-2001, η οποία διαρκώς επιδεινωνόταν και αντιμετωπιζόταν με αντιανοϊκή φαρμακευτική αγωγή (η οποία επιβραδύνει την εξελικτική πορεία της ασθένειας, χωρίς να επαναφέρει τις γνωστικές λειτουργίες στα προ της νόσου επίπεδα) μέχρι το τέλος της ζωής της (23-5-2009), η οποία (άνοια) σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα παθολογικά προβλήματα που επιβαρυνόντουσαν από το προχωρημένο της ηλικίας της, είχε περιορίσει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και είχε μειώσει σημαντικά την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, με συνέπεια κατά τον επίμαχο χρόνο (12-6-2008) να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης.
Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αποδεικτικό του πόρισμα περί ανικανότητας της διαθέτιδας δεν αναιρείται από το ότι αυτή κατά το διάστημα από 11-6-2003 μέχρι 11-2-2009, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι του χρόνου του θανάτου της, προέβη στις αναφερόμενες υλικές ενέργειες, ούτε προσέτι αναιρείται από το ότι οι γιατροί του "...", όπου νοσηλευόταν από τετραημέρου δέχθηκαν την έγγραφη επιθυμία της περί εθελουσίας εξόδου της από την κλινική.
Οι παραδοχές αυτές αποτελούν επιχείρημα προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν πλήττεται με την αναιρετική πλημμέλεια της ερευνώμενης διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και γιαυτό οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου που αφορούν στις εν λόγω παραδοχές είναι απαράδεκτες, ανεξάρτητα από ότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ αφορούν και σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων.
Οι αιτιάσεις του πρόσθετου λόγου ως προς την μη αποδοχή της γνωμοδοτήσεως του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων ψυχιάτρου Χ. Τ. είναι επίσης απαράδεκτες, γιατί η αποδοχή ή μη ενός αποδεικτικού μέσου ή απόδοση σ’ αυτό αυξημένης ή μη αξιοπιστίας σε σχέση με κάποιο άλλο, απόκειται στην κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί ελλείψεως αιτιολόγησης του δοκίμου ή μη της χορηγήσεως αντιανοϊκών φαρμάκων από παθολόγο γιατρό αφορά σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, οι οποίες (αιτιάσεις) ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορούν σε "ζήτημα", ήτοι σε αυτοτελή ισχυρισμό, δεν ιδρύουν την επίμαχη αναιρετική πλημμέλεια, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί (αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε).
Εξ ετέρου με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την ίδια διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 167, 168 και 173 ΑΚ, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη στην μαρτυρική της κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση, στις 27-11-2009, αίτησης για κήρυξη κυρίας της από 16-3-2008 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας διαθέτιδος, δέχθηκε ότι η μαρτυρία της περιοριζόταν στην αναγνώριση της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος, χωρίς να αιτιολογεί γιατί προέβη στην αναγνώριση αυτή, εφόσον δεν θεωρούσε ικανή τη διαθέτιδα προς σύνταξη διαθήκης.
Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη αφενός μεν γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες άλλωστε με βάση τις παραδοχές του, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν εφαρμοστέες, αφετέρου δε γιατί αφορά σε επιχείρημα των αναιρεσειόντων, που στηρίζεται σε πλημμελή, κατά την άποψή τους εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία (εκτίμηση) δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ενόψει τούτων οι παραπάνω λόγοι (2ος - πρόσθετος - 1ο μέρος 1ου λόγου) πρέπει να απορριφθούν. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξ ετέρου ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον αναιρετικό λόγο, ομολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την - παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά την κατάστρωση του δικανικού του συλλογισμού ως προς την ανικανότητα της διαθέτιδος για τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, που συναγόταν από την από 27-11-2009 κατάθεσή της, ως μάρτυρος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αίτησης για την κήρυξη κυρίας της από 16-3-2008 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας διαθέτιδος, περί της ικανότητας αυτής (διαθέτιδος) προς σύνταξή της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου γίνεται ρητή αναφορά (φύλλα 4α και 12α) στα περιέχοντα την επίμαχη κατάθεση πρακτικά του Μον. Πρωτ. Αθηνών, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι η κατάθεση αυτή, από την οποία κατά τους αναιρεσείοντες συνάγεται εξώδικη ομολογία λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την εξαγωγή, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος, με ρητή μάλιστα αναφορά και αξιολόγηση της κατάθεσης αυτής, η οποία κατ’ ανέλεγκτη κρίση περιορίστηκε στην αναγνώριση της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος και δεν συνήχθη από αυτήν, ως δικαστικό τεκμήριο η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία η συναγωγή ή μη της οποίας είναι, άλλωστε, ανέλεγκτη (ΑΠ 913/2014).
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της και ο πρόσθετος αυτής λόγος πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 1 3 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2015 αίτηση και τους από 23-5-2015 προσθέτους λόγους της Χ. συζ. Α. Μ. και Α. Μ. κατά της Κ. Κ.-Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 299/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ