Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to apply good faith rule in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court erred in finding the respondent acted in good faith despite knowing the property belonged to the appellant since 1990. The Court held that the respondent's continuous possession ceased when the appellant clearly asserted ownership in 1994, breaking the required thirty-year period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1)(b) of Law 3127/2003; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The court must examine whether the possessor acted in good faith at the time of acquisition, and continuous possession is interrupted if the true owner clearly asserts their rights, thereby negating the good faith requirement for acquisitive prescription.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 721/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Χ., ο οποίος απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 22/1/2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καλούντες: 1) Ε. χήρα Σ. Σ., το γένος Γ. Ν., 2) Χ. Σ. του Σ., και 3) Γ. Σ. του Σ., ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22/12/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2237/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλούν Ελληνικό Δημόσιο με την από 22/1/2015 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 23/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, ο αρχικώς αναιρεσίβλητος Σ. Σ., απεβίωσε στις 6/10/2011 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε. Σ. και τα τέκνα του Χ. και Γ. Σ.. Ο θάνατος του αρχικώς αναιρεσιβλήτου επήλθε μετά την άσκηση της φερόμενης προς κρίση από 22/12/2008 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 55/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας που δίκασε ως Εφετείο.
Η συζήτηση της ένδικης αίτησης ορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 3/11/2010, κατά την οποία αυτή ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε με την από 3/2/2014 κλήση του αναιρεσείοντος στη δικάσιμο της 1/10/2014, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκαν οι πιο πάνω κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δε κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης με την 2237/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγω μη νομότυπης επανάληψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της βιαίως διακοπείσας δίκης που επήλθε εξαιτίας του θανάτου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Σ.
Σ.. Ήδη το αναιρεσείον επαναφέρει για συζήτηση την υπόθεση με την από 22/1/2015 κλήση του για (αναγκαστική) επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης που στρέφεται κατά των προαναφερθέντων νόμιμων κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσιβλήτου, ακριβές δε αντίγραφο αυτής με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6/5/2015) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς αυτούς με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 3203, 3204 και 3205/25.2.2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Έδεσσας ... .
Επίσης, όπως προκύπτει από τις 3183, 3182 και 3181/13.5.2014 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 1/10/2014 επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος προς τους καθ' ων η κλήση-κληρονόμους του αρχικώς αναιρεσιβλήτου.
Ωστόσο, οι τελευταίοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6/5/2015) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (ΦΕΚ Α 135/05.06.2003) ορίζεται ότι: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1946, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη...Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας.
εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται μία σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητα τους το Ελληνικό Δημόσιο και αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσης κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, υπό τους ειδικούς όρους του ως άνω άρθρου, με διαφοροποίηση όμως, από το άρθρο 1045 Α.Κ.
ότι πρέπει να συντρέχει κατά την κτήση της νομής το στοιχείο της καλής πίστης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 'Ό ενάγων είναι κύριος του υπ' αρ. Β.Κ. 483 οικοπέδου, εμβαδού 66,50 τμ και μετά από νεότερη καταμέτρηση 57,96 τμ, που βρίσκεται εντός του συνοικισμού ...
του Δήμου ... και το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά 12,30 μέτρων με οικόπεδο Α. Λ., νότια σε πλευρά 12,30 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ανατολικά σε πλευρά 5,20 μέτρων με κοινοτικό δρόμο και δυτικά σε πλευρά 3,95 μέτρων με οικόπεδο Θ. Λ.. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Χ.
Σ. του Χ. που πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 1970 και έκτοτε και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2004) ο ενάγων νεμόταν και κατείχε το εν λόγω ακίνητο χρησιμοποιώντας αυτό ως χώρο αποθήκευσης ξυλείας και ως χώρο στάθμευσης των αγροτικών μηχανημάτων, του καθόσον το ακίνητο αυτό εφάπτεται στην νότια πλευρά του με άλλο οικόπεδο του ενάγοντος, όπου υφίσταται η οικία του τελευταίου.
Το ανωτέρω ακίνητο χρησιμοποιούσε ως αποθηκευτικό χώρο και ως προέκταση του ως άνω όμορου ακινήτου του από το έτος 1946 περίπου, ο πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος είχε καταλάβει το εν λόγω ακίνητο έχοντας την πεποίθηση, σε συνδυασμό και με την ανυπαρξία έγγραφων τίτλων κυριότητας, ότι δεν ανήκε σε κανέναν, τόσο λόγω της μικρής έκτασης του, όσο και λόγω του ότι αυτό αποτελούσε προέκταση του δικού του όμορου ακινήτου.
Η πεποίθηση αυτή του Χ. Σ. εδραιώθηκε με την πάροδο του χρόνου, αφού κανένας δεν αμφισβήτησε τη νομή του επί του ως άνω ακινήτου και ως εκ τούτου, όταν δώρησε ατύπως αυτό στον ενάγοντα το έτος 1970, θεώρησε ότι μεταβίβαζε δικό του ακίνητο, γεγονός που πίστευε και ο ενάγων ο οποίος συνέχισε αδιατάρακτα τη νομή του δικαιοπαρόχου του.
Ωστόσο, κατά το έτος 1990 περίπου, ο ενάγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του εναγομένου μετά από τη δήμευση της περιουσίας του Γ. Τ. του Χ. (στην κυριότητα του οποίου ανήκε κατά το απώτατο παρελθόν το ακίνητο), δυνάμει της υπ' αριθμό 55/1945 απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης και ότι είχε καταληφθεί από το εναγόμενο, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 4/1964 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Έδεσσας.
Ακολούθως, όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε τα παραπάνω περιστατικά υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Νομού Πέλλας, με την οποία ζήτησε την παραχώρηση του ως άνω ακινήτου, πλην όμως, η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 34/1994 απόφαση της ανωτέρω επιτροπής, ενώ στη συνέχεια και με την υπ' αριθμό 3/1995 απόφαση της Α' Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Νομού Πέλλας απορρίφθηκε και η ένσταση που υπέβαλε ο ενάγων κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμό 34/1994 απόφασης της ανωτέρω επιτροπής, με συνέπεια το ακίνητο να χαρακτηρίζεται ως ανήκον στο εναγόμενο και συγκεκριμένα υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του προπεριγραφέντος ακινήτου, βάσει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β' του Ν. 3127/2003, αφού νεμήθηκε ο ίδιος συνεχώς και αδιατάρακτα με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών και ειδικότερα από το έτος 1970 μέχρι και το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν. 3127/2003 (2003).
Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν βρισκόταν σε κακή πίστη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 περ. β' του Ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ, επειδή χωρίς βαριά αμέλεια του είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, αφού το ακίνητο αυτό νεμόταν ο πατέρας του Χ. Σ. από το 1946 τουλάχιστον χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανέναν και ως εκ τούτου εύλογα είχε δημιουργηθεί στον ενάγοντα η πεποίθηση, τουλάχιστον κατά το χρόνο κτήσης από αυτόν της νομής του ακινήτου, ότι αποκτούσε ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα του πατέρα του.
Το εναγόμενο, αμφισβητώντας την καλή πίστη του ενάγοντος, ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου, επειδή ζήτησε με αίτηση του προς την αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων να του παραχωρηθεί το εν λόγω ακίνητο, πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να απορριφθεί κατά κύριο λόγο ως αλυσιτελής, επειδή η επικαλούμενη κακή πίστη του ενάγοντος φέρεται ότι προέκυψε μετά το έτος 1990 (όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι το επίδικο ακίνητο χαρακτηριζόταν ως ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου και ζήτησε την παραχώρηση του), παρά το ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει καλόπιστα τη νομή του ακινήτου από το έτος 1970, γεγονός που αρκεί για να θεμελιώσει την καλή πίστη του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 περ.
β' του Ν. 3127/2003, βάσει της οποίας ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη ή μη της καλής πίστης του νομέα είναι αυτός της κτήσης της νομής. Τέλος, αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, εφόσον προβάλει δικό του δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται προφανές το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του στο επίδικο ακίνητο είναι νόμω και ουσία βάσιμη και, στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση του τελευταίου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη (με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων δεν δικαιολογούσε την καλή πίστη του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επίδικου ακινήτου).
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 εδ.β' του ν. 3127/2003, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απόκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, ασκώντας τη νομή αυτού συνεχώς και αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών (1970-2003), χωρίς να βρίσκεται σε κακή πίστη, παρόλο που σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης του δέχθηκε ότι από το έτος 1990 ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος (μετά από δήμευση της περιουσίας του δοσίλογου Γ.
Τ.) και γι' αυτό υπέβαλε αίτηση στην επιτροπή απαλλοτριώσεων του Νομού Πέλλας, ζητώντας την παραχώρηση του ακινήτου σε αυτόν, η οποία (αίτηση) απορρίφθηκε κατά το έτος 1994, όπως συνέβη και με την ένσταση του κατά της σχετικής (απορριπτικής) απόφασης της πιο πάνω επιτροπής, το έτος 1995, και συνεπώς έκτοτε (δηλαδή πριν συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των 30 ετών) η νομή του αναιρεσιβλήτου έπαυσε να είναι συνεχής και αδιατάρακτη, αφού το αναιρεσείον εκδήλωσε με κατηγορηματικό τρόπο τη βούληση του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας, και συνακόλουθα, της νομής του στο επίδικο ακίνητο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 55/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Πολυμελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους καθ' ων η κλήση στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσείοντος-καλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ