Appeal dismissed; withdrawal of claim against some defendants leaves appeal against others rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by striking down the trial regarding seven specific defendants who had withdrawn their claims. The court rejected the appeal against the remaining defendants, noting the lower court properly evaluated all evidence including witness testimonies. Consequently, the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299, 495, 559, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of a claim against specific defendants terminates the appeal against them, while the appeal against remaining defendants is judged on its merits based on the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 721/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Τσίχλη και Ιωάννη Γκριμπαβιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ζ. του Λ., έως και 47) Εργατικού Κέντρου Άρτας (ΕΚΑ), που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 19ος, 21ος, 22ος, 26ος, 45ος και 47ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Λουβερδή. Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2007 αγωγή των ήδη σαράντα έξι (46) πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 47ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-9-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας δήλωσαν ότι παραιτούνται του δικογράφου της αναίρεσης ως προς τους 17ο, 18ο, 23ο, 31ο, 34ο, 39ο, 41ο και 42ο των αναιρεσιβλήτων και ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως.
Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Στην υπό κρίση διαφορά, η από 10-9-2009 αίτηση της Πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 98/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, στρέφεται κατά 46 ατόμων και του Εργατικού Κέντρου Άρτας (ΕΚΑ).
Από τους 47 αυτούς αναιρεσιβλήτους παρέστησαν, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, οι 2ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 19ος, 21ος, 22ος, 26ος, 45ος και 47ο των αναιρεσιβλήτων. Η αναιρεσείουσα, με δήλωση των πληρεξουσίων της δικηγόρων, που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τους 17ο, 18ο, 23ο, 31ο, 34ο, 39ο, 41ο και 42ο των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, με επακόλουθο να επέρχεται κατάργηση της δίκης ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους.
Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 6323β'/28-12-2010, 6276β'/23-12-2010, 6292β'/23-12-2010, 6297β'/24-12-2010, 6283β'/23-12-2010, 6278β'/23-12-2010, 6295β'/24-12-2010, 6340β'/29-12-2010, 6290β'/23-12-2010, 6291β'/23-12-2010, 6282β'/23-12-2010, 6281β'/23-12-2010, 6279β'/23-12-2010, 6352β'/30-12-2010, 6325β'/28-12-2010, 6280β'/23-12-2010 και 6331β'/28-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας ..., τις υπ' αριθμ. 1464ΣΤ'/22-12-2010, 1485ΣΤ'/23-12-2010, 1486ΣΤ'/23-12-2010 και 1484ΣΤ'/23-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...
και τις υπ' αριθμ. 1001Γ'/28-12-2010, 1004Γ'/28-12-2010, 1002Γ'/28-12-2010, 1003Γ'/28-12-2010 και 1000Γ'/28-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την δικάσιμο της 1-3-2011, για την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
πρωτ. 220/30-9-2010 Βεβαίωση Αναβολής της γραμματέας του Τμήματος Πολιτικού και Αρχείου του Αρείου Πάγου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-9-2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση, στους υπόλοιπους 26 αναιρεσιβλήτους (1ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 13ο, 16ο, 20ο, 24ο, 25ο, 27ο, 28ο, 29ο, 30ο, 32ο, 33ο, 35ο, 36ο, 37ο, 38ο, 40ο, 43ο, 44ο και 46ο).
Κατά την δικάσιμο της 1-3-2011, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 58/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, μετά από αίτημα των αναιρεσιβλήτων (και των 47), εκπροσωπηθέντων όλων από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Λουβερδή, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (20-9-2011).
Όπως αποδεικνύεται, όμως, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 20-9-2011, οι ως άνω 26 αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως και ενόψει του ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, η οποία, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, δεν απαιτείται νέα κλήση για εμφάνιση των απολειπομένων 26 αναιρεσιβλήτων κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο (20-9-2011), αφού αυτοί είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την δικάσιμο της 1-3-2011, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και οι αναιρεσίβλητοι αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή, υπέρ τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στον μισθωτό κατά την διάρκεια της σχέσης εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του.
Με την αποδοχή της παραπάνω παροχής καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός αν αυτός επιφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεώς της ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν ή να εξυπηρετούνται από τον μισθωτό.
Αν η πρόσθετη παροχή διακοπεί από τον εργοδότη, χωρίς την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων, αφού κατέστη συμβατική κατά τα προεκτεθέντα, ήτοι μετά την τακτική και ανελλιπή καταβολή της επί μακρό χρονικό διάστημα, πρόκειται για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη (άρθρο 7 του Ν. 2112/1920) και ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει την μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε να αποκρούσει την μεταβολή και να απαιτήσει την τήρηση των όρων της συμβάσεώς του, αξιώνοντας την καταβολή της πρόσθετης παροχής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει: 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί, για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία και παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Ειδικότερα δε, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από έγκυρη σύμβαση εργασίας, εκτός από τα άλλα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της εργασίας, οι όροι παροχής αυτής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται οι αξιούμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες παροχές.
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη από 10-1-2007 αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους στην Άρτα, κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή για τον καθένα εξ αυτών χρόνο, προκειμένου να εργασθούν ως οδηγοί φορτηγού αυτοκινήτου - ψυγείου στην έδρα της εναγομένης στην Γαβριά της Άρτας, αμειβόμενοι, κατά τα συμφωνηθέντα, με τον προβλεπόμενο από την ισχύουσα, κάθε φορά, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" μηνιαίο μισθό.
Ότι από της προσλήψεώς τους και συνεχώς έκτοτε έως και τον μήνα Δεκέμβριο του 2005, η εναγομένη, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της, κατέβαλλε οικειοθελώς στον καθένα εξ αυτών, πλέον του μισθού τους, τακτικώς και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας τους, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο έτσι είχε καθιερωθεί πλέον ως μισθός και αποτελούσε μέρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους και ότι παρ' όλα αυτά η εναγομένη, η οποία ποτέ δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως της παροχής αυτής (επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας), προέβη από 1-1-2006 αυθαίρετα, μονομερώς και χωρίς την συγκατάθεσή τους στην περικοπή του τμήματος αυτού του μισθού τους, που αντιστοιχούσε στο καταβαλλόμενο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, με αποτέλεσμα να επέλθει, κατ' αυτόν τον τρόπο, μείωση στις αποδοχές τους και μονομερής βλαπτική μεταβολή σε βάρος τους των όρων της συμβάσεώς τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή τους, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει να καταβάλλει σ' αυτούς το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, που θα ελάμβανε ο καθένας εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006.
Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, για την θεμελίωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων από την επικαλούμενη μονομερή βλαπτική γι' αυτούς μεταβολή των όρων της συμβάσεώς τους από την αναιρεσείουσα εργοδότρια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση.
Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα περιστατικά αρκούν για την γένεση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να απαιτήσουν την εκπλήρωση της ανωτέρω οικειοθελούς εκ μέρους της αναιρεσείουσας παροχής, που είχε καθιερωθεί ως μισθός, το οποίο (ασκούμενο δικαίωμα) πηγάζει από την ως άνω μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας τους, δεν ήταν δε αναγκαίο, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, λόγω ακριβώς της φύσεως και του είδους του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, να αναφέρονται στο δικόγραφο της τελευταίας οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., τις οποίες, άλλωστε, το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την εφαρμογή τους, ούτε, συνακόλουθα, ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι οι διάδικοι τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τις εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., όπως αλυσιτελώς ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Επομένως, η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία και το Εφετείο που την έκρινε ορισμένη δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 και 7 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, μη περιεχόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου αυτού νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και την θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, ενώ η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προεκτιθέμενα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και 3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, το οποίο αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Και τούτο διότι, αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των παραπάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου, ο οποίος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ", η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 1541/1985 και Ν. 2169/1993 και άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 2810/2000) και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που αφορούν την πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η δε σύμβαση μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου, παρά το ότι, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων της υπ' αριθμ. 27346/17-10-1990 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 700/7-11-1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, του άρθρου 46 του Ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις" και του άρθρου 38 του Ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 17 του Ν. 3147/2003, το έκτακτο προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσλαμβάνεται μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 816/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν στην Άρτα, η εναγομένη - αναιρεσείουσα πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση προσέλαβε τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους ως έκτακτους υπαλλήλους, για να προσφέρουν σ' αυτήν τις υπηρεσίες τους ως οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων της, αμειβόμενοι με τις προβλεπόμενες από τις Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" αποδοχές.
Ο 1ος ενάγων προσλήφθηκε στις 5-12-1989, ο 2ος στις 6-5-1991, ο 3ος στις 11-7-1997, ο 4ος στις 24-7-1989, ο 5ος στις 8-10-1987, ο 6ος στις 20-4-1992, ο 7ος στις 15-7-1997, ο 8ος στις 10-1-1997, ο 9ος την 1-7-1985, ο 10ος στις 5-4-1984, ο 11ος στις 15-6-1990, ο 12ος στις 29-4-1992, ο 13ος στις 17-10-1988, ο 14ος στις 10-1-1994, ο 15ος στις 15-11-1996, ο 16ος στις 25-11-1987, ο 17ος στις 13-5-1996, ο 18ος στις 9-5-1996, ο 19ος στις 6-4-1995, ο 20ος στις 17-7-1995, ο 21ος στις 2-6-1995, ο 22ος στις 24-8-1995, ο 23ος στις 21-7-2003, ο 24ος στις 30-1-1995, ο 25ος στις 5-10-1999, ο 26ος την 1-9-2000, ο 27ος στις 14-8-2001, ο 28ος στις 16-10-2001, ο 29ος στις 27-8-2001, ο 30ος στις 20-7-1998, ο 31ος στις 20-2-2002, ο 32ος στις 15-7-2004, ο 33ος στις 7-7-2003, ο 34ος στις 20-9-2004, ο 35ος στις 10-1-2003, ο 36ος στις 20-11-2005, ο 37ος στις 16-5-2005, ο 38ος στις 3-6-2005, ο 39ος στις 10-5-2005, ο 40ος την 1-7-2005, ο 41ος στις 3-10-2005, ο 42ος στις 10-5-2005, ο 43ος στις 10-5-2005, ο 44ος στις 2-10-2005, ο 45ος στις 12-5-2005 και ο 46ος στις 27-6-2002.
Μολονότι - όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν ορισμένου χρόνου, δωδεκάμηνης διάρκειας, καθόσον η νομοθεσία περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων επιτρέπει την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού με σύμβαση ορισμένου και μόνο χρόνου, εντούτοις οι ενάγοντες εξακολούθησαν και μετά την λήξη της αρχικής συμβάσεως αυτών να προσφέρουν την συμφωνηθείσα εργασία τους στην αναιρεσείουσα συνεχώς, χωρίς καμία διακοπή, από της προσλήψεώς τους μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (18-1-2007), με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες.
Ενόψει δε του ότι - συνεχίζει το Εφετείο - οι ενάγοντες, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, καλύπτουν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχειρήσεώς της, οι ανανεώσεις αυτές των συμβάσεών τους δεν δικαιολογούνται από κανένα αντικειμενικό λόγο και ως εκ τούτου δεν ήταν επιτρεπτές, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδάφ.
α' του ΠΔ 81/2003, γι' αυτό και - καταλήγει το Εφετείο - η σύμβαση που συνδέει τον καθένα από τους ενάγοντες με την εναγομένη έχει μετατραπεί σε μία ενιαία έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκτός από τους υπ' αριθμ. 36, 41 και 44 των εναγόντων (Γ. Μ., Γ. Α. και Κ. Μ.), οι οποίοι, προσληφθέντες στις 20-11-2005, στις 3-10-2005 και στις 2-10-2005 αντίστοιχα, συνδέονταν με την εναγομένη, κατά τον επίδικο χρόνο (1-1-2006 έως 31-12-2006), με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Έτσι το Εφετείο επικύρωσε, με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως της εναγομένης, την πρωτόδικη απόφαση (95/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας), που είχε αποφανθεί ομοίως όσον αφορά τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, κατέληξε συμπέρασμα.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του άνω Ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" (ΦΕΚ Α' 61/9-3-2000), το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά την διοίκηση του συνεταιρισμού, την διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και την επιδίωξη του σκοπού του.
Οι αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου καθορίζονται στο καταστατικό. Κατά δε το άρθρο 20 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 18 του Ν. 3147/2003 (ΦΕΚ Α' 135/5-6-2003), οι Α.Σ.Ο. τηρούν τα βιβλία που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και τα παρακάτω βιβλία, θεωρημένα από το Ειρηνοδικείο της έδρας τους:
α) Βιβλίο Μητρώου Μελών. β) Βιβλίο Πρακτικών των Γενικών Συνελεύσεων και του Διοικητικού Συμβουλίου. γ) Κάθε άλλο βιβλίο που προβλέπεται από το καταστατικό. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον κανόνα αυτό έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα ακόλουθα: Με βάση τις Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού αποκλειστικά στους εργαζόμενους, των οποίων η απασχόληση είναι καθ' εαυτή ανθυγιεινή, βρίσκονται σε άμεση επαφή με τον ανθυγιεινό χώρο και υφίστανται τις ανθυγιεινές συνέπειες του.
Συνομολογείται - όπως δέχεται το Εφετείο - ότι οι ενάγοντες οδηγοί δεν δικαιούνται, με βάση τις άνω Σ.Σ.Ε., το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, η εναγομένη όμως καταβάλλει το επίδομα αυτό, ως οικειοθελή παροχή, από το έτος 1978, κατά τον μάρτυρα αποδείξεως, κατά δε τον μάρτυρα ανταποδείξεως από το έτος 1980 ή το 1990, σε όλους τους εργαζόμενους σ' αυτήν που απασχολούνται ως οδηγοί.
Ειδικότερα δε - συνεχίζει το Εφετείο - συνομολογείται από την εναγομένη ότι κατέβαλλε στους ενάγοντες το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ανελλιπώς, από της προσλήψεώς τους έως την 31-12-2005, ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, υπήρχε δε και σχετική εγγραφή στις αποδείξεις καταβολής του μηνιαίου μισθού τους.
Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι οπωσδήποτε η καταβολή του εν λόγω επιδόματος γινόταν μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, ήτοι του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, και ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν προσκομίζεται τέτοια γραπτή απόφαση, αφού ήταν αρκετή και η προφορική απόφαση για το νόμιμο της καταβολής του επιδόματος αυτού, άλλωστε δε η εναγομένη, που θα μπορούσε, ως κάτοχος των αρχείων του Διοικητικού Συμβουλίου, να προσκομίσει την σχετική απόφαση δεν έχει συμφέρον να το πράξει.
Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι για την οικειοθελή αυτή παροχή δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε διατυπώσει επιφύλαξη όσον αφορά την δυνατότητα διακοπής της. Ο ισχυρισμός της εναγομένης - είπε το Εφετείο - ότι η καταβολή της συγκεκριμένης παροχής γινόταν από λάθος των υπαλλήλων της και εν αγνοία της διοικήσεώς της είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, για την καταβολή αυτή υπήρχε σχετική εγγραφή στις αποδείξεις μισθοδοσίας των εναγόντων, η παραδοχή δε του ισχυρισμού αυτού της εναγομένης, αναφορικά με την επικαλούμενη άγνοια των διοικήσεών της, προϋποθέτει την διαχρονική, δηλαδή επί διάστημα άνω των 25 ετών, σύμπραξη, στην εξαπάτηση των μελών των διοικήσεων της εναγομένης, των κατά καιρούς διευθυντών και των υπαλλήλων του λογιστηρίου της, πράγμα που δεν υποστηρίζει ούτε η εναγομένη.
Αλλά και η εκδοχή - συνεχίζει το Εφετείο - ότι από σφάλμα των αρμοδίων υπαλλήλων του λογιστηρίου καταβαλλόταν το επίδικο επίδομα, επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, στους ενάγοντες, δεν αντέχει στην κοινή λογική και έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κυρίως, διότι κάθε έτος καταρτίζεται νέα Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" και γίνεται μελέτη και εφαρμογή των ορισμών της Συμβάσεως.
Έτσι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι κάποια χρονιά από λάθος στην εφαρμογή της Σ.Σ.Ε. καταβλήθηκε, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση, το επίδικο επίδομα στους ενάγοντες, το λάθος αυτό ήταν εύκολο να διαπιστωθεί την επόμενη ή έστω την μεθεπόμενη χρονιά και να διακοπεί η καταβολή του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι η καταβολή του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους είχε καταστεί μέρος των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών τους και ότι η διακοπή της παροχής αυτής από την εναγομένη - αναιρεσείουσα από 1-1-2006 συνιστά μονομερή βλαπτική για τους αναιρεσίβλητους μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας τους, η οποία θεμελιώνει υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και κατά το επίδικο, από 1-1-2006 έως 31-12-2006, χρονικό διάστημα, επικυρώνοντας έτσι (με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως της εναγομένης) την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Με τον πέμπτο (τελευταίο), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι "ήταν αρκετή και η προφορική απόφαση για το νόμιμο της καταβολής του επιδόματος αυτού (ανθυγιεινής εργασίας)" παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 20 περ.
β' του Ν. 2810/2000. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, αφού, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, η παροχή του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας είχε χορηγηθεί στους αναιρεσίβλητους νόμιμα, ήτοι μετά από απόφαση του κατά τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας αρμοδίου να αποφασίζει την χορήγηση μισθολογικών παροχών Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και η χορήγησή του (επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας) ανελλιπώς, επί μακρό χρονικό διάστημα, κατέστη συμβατική, ώστε να θεμελιώνει υποχρέωση της αναιρεσείουσας να συνεχίσει την καταβολή του ως μέρος των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και το υπ' αριθμ. 782/2-5-2006 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, από το οποίο προκύπτει ότι επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή στον μόνιμο υπάλληλο της μισθοδοσίας Δ.
Τ. για την λανθασμένη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε εργαζόμενους που δεν το εδικαιούντο, καθώς και το υπ' αριθμ. 785/24-5-2006 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, από το οποίο προκύπτει ότι επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή στον Προϊστάμενο του Λογιστηρίου για μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων της Σ.Σ.Ε.
του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και δη τις αιτιολογίες αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα παραπάνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι τα φερόμενα ως "πράγματα", κατ' επίφαση φέρονται ως τέτοια, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ενόψει όλων των εκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα Πρωτοβάθμια Αγροτική Συνεταιριστική Οργάνωση "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ", ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη των νόμιμα παριστάμενων και ως εκ τούτου κατ' αντιμωλία δικαζόμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).
Ζήτημα επιδικάσεως ή μη δικαστικής δαπάνης υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν (ερημοδίκησαν), δεν τίθεται, διότι δεν υποβλήθηκε από αυτούς σχετικό αίτημα, ούτε, άλλωστε, λόγω της ερημοδικίας τους, υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη ως προς τους 17ο (Ε. Κ.), 18ο (Α. Μ.), 23ο (Α. Μ.), 31ο (Δ. Σ.), 34ο (Θ. Λ.), 39ο (Ι. Φ.), 41ο (Γ. Α.) και 42ο (Δ. Λ.) των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 10-9-2009 αίτηση της Πρωτοβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 98/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων 2ου (Κ. Π.), 9ου (Γ. Ζ.), 10ου (Χ. Σ.), 11ου (Λ. Τ.), 12ου (Σ. Μ.), 14ου (Β. Σ.), 15ου (Δ. Σ.), 19ου (Α. Λ.), 21ου (Σ. Θ.), 22ου (Ν. Χ.), 26ου (Κ. Π.), 45ου (Κ. Β.) και 47ου (Εργατικού Κέντρου Άρτας), την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ