Legislator Case Law & Legislation
721/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive errors regarding will interpretation and inheritance claims.

Case Number 721/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on inheritance matters. The appellant argued procedural defects due to absent defendants and substantive errors in interpreting the will and calculating property shares. The court rejected these claims, noting the absent parties were properly notified and the lower court correctly applied inheritance laws without exceeding the appellant's original request.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559 nos. 1 and 9, 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear after proper notice, and grounds for appeal regarding procedural errors or exceeding the claim are unfounded if the lower court acted within the scope of the request.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility inheritance law will interpretation court costs proper notification exceeding claim

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1262/2008
Supreme Court 865/2006
Supreme Court 1665/2000
Supreme Court 1005/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 721/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καπρέλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι 2η, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1996 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2000 μη οριστική, 99/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ..., ... και .../13-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-1-2010, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ψ2, Ψ3 και Ψ4, αντίστοιχα.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω τρεις αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1710-1715 ΑΚ προκύπτει το δικαίωμα του προσώπου να καθορίσει, για το μετά το θάνατό του χρόνο, (μέσα στα όρια που διαγράφονται από το νόμο) τα της τύχης του συνόλου ή, έστω, μέρους της περιουσίας του, δηλαδή των εννόμων αυτού σχέσεων που είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και επομένως είναι κληρονομητές (ΑΠ 538/2003).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με αυτή σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί στοιχείου της κληρονομίας που καθορίζεται ειδικά, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη να καταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο εκείνου επί του δήλου πράγματος, δηλαδή ως καθολικό διάδοχο σε όλη την κληρονομία του, ενεργητική και παθητική, ή σε ποσοστό αυτής.

Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, αν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμώμενου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλο πράγμα θεωρείται κληροδόχος (ΑΠ 768/2008, ΑΠ 970/2005). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1800, 1813 παρ.1, 1820 παρ. 1, 1825, 1827 και 1829 ΑΚ, η εγκατάσταση αναγκαίου κληρονόμου (μεριδούχου), όπως είναι και το γνήσιο τέκνο, σε μόνη την επικαρπία ή σε μόνη την ψιλή κυριότητα ορισμένου κληρονομιαίου ακινήτου, ενώ η ψιλή κυριότητα ή η επικαρπία αυτού αντίστοιχα καταλείφθηκε σε άλλους, αποτελεί περιορισμό αυτού, ο οποίος θεωρείται σα να μη έχει γραφεί όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα.

Συνεπώς ο μεριδούχος θα λάβει το καταλειφθέν ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, το οποίο είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, το αυτό δε ποσοστό θα λάβει και σε κάθε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο, επί πλέον δε και την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα αντίστοιχα του ως άνω ακινήτου, στην οποία εγκαταστάθηκε, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη (σοκίνειος ρήτρα) στη διαθήκη του διαθέτη.

Αφού δε ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό από κάθε κληρονομιαίο στοιχείο δεν παρίσταται ανάγκη εκτίμησης και σύγκρισης της αξίας της όλης κληρονομίας και του καταλειφθέντος (ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 948/2008, ΑΠ 1820/1988). Περαιτέρω, η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας μπορεί να γίνει και με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα, όταν προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε εγκατάσταση του μεριδούχου ως κληρονόμου, με καταλογισμό των δήλων πραγμάτων στη μερίδα του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που η εγκατάσταση επί δήλου πράγματος ή ποσού δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος είναι αυτοδικαίως συγκληρονόμος στα κληρονομιαία, αποκτώντας έτσι εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανάλογο ποσοστό σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη περί κλήρου αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-4-1989, πέθανε ο πατέρας του ενάγοντος (ΑΑ) στην ..., όπου και κατοικούσε και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς τα δύο τέκνα του, ήτοι τον ενάγοντα και την πρώτη εναγόμενη.

Ο αποβιώσας, κατά τον χρόνο του θανάτου του, ήταν νομέας και κάτοχος των εξής ακινήτων στην πόλη της ...: 1) διαμερίσματος εμβαδού 61,66 τ.μ. (κατά νεότερη καταμέτρηση) που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής, επί της οδού ... 23, αξίας 6.166.000 δρχ. (61,66 χ 100.000), 2) διαμερίσματος, εμβαδού 25,98 τ.μ. (κατά νεότερη καταμέτρηση) που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο οικοδομής, επί της οδού ... 11, αξίας 1.558.800 δρχ. (25,98 χ 60.000), 3) αποθήκης, εμβαδού 23,82 τ.μ., που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο οικοδομής, στην 1η πάροδο της οδού ..., αξίας 1.905.600 δρχ. (23,82 χ 80.000), 4) ισογείου καταστήματος, εμβαδού 45,62 (κατά νεότερη καταμέτρηση), που βρίσκεται επί της οδού ...

και ..., αξίας 15.054.600 δρχ. (45,62 χ 330.000) και 5) διαμερίσματος, εμβαδού 24,04 τ.μ. (κατά νεότερη καταμέτρηση), που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο οικοδομής, επί της οδού ... 11, αξίας 1.682.800 δρχ. (24,04 χ 70.000). Δηλαδή, η συνολική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν 26.367.800 δρχ. και μετ' αφαίρεση των εξόδων κηδείας (401.627 δρχ) και χρεών (13.567 δρχ.

προς την Ιονική Τράπεζα και 6.200 δρχ. για δαπάνες απογραφής της κληρονομιάς) απομένει καθαρό υπόλοιπο 25.946.406 δρχ. Ακολούθως, προέκυψε ότι, ο τελευταίος (διαθέτης) με τη δημόσια διαθήκη του .../1988 που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βραδή και δημοσιεύτηκε με τα πρακτικά 65/1989 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, εγκατέστησε ως κληρονόμος του, τους διαδίκους "επί δήλων" περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή, στα προαναφερόμενα ακίνητα, ως εξής:

ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: α) στην ψιλή κυριότητα του δευτέρου ακινήτου, την δε επικαρπία κατέλιπε στην ΒΒ. Η τελευταία, όμως, πέθανε στις 3-1-1989 (δηλαδή, πριν από τον διαθέτη) και συνεπώς, το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα και β) στην επικαρπία, σε ποσοστό 1/3, του πρώτου ακινήτου. ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ:

α) στο τέταρτο ακίνητο, σε ποσοστό 3Α, κατά πλήρη κυριότητα και β) στο τρίτο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ (εγγονή) στην ψιλή κυριότητα και στα 2/3 της επικαρπίας του πρώτου ακινήτου, ΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ (εγγονό) στο 1Α του τετάρτου ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα και ΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ (ήδη αναιρεσείοντα) στην ψιλή κυριότητα του πέμπτου ακινήτου, την δε επικαρπία στη ΒΒ.

Η τελευταία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, πέθανε στις 3-1-1989 (δηλαδή, πριν από το διαθέτη) και συνεπώς, το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον τέταρτο εναγόμενο. Σε σχέση με το τελευταίο ακίνητο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι καταλείφθηκε τούτο στον τέταρτο εναγόμενο, λόγω οφειλής του διαθέτη προς τον πατέρα του τετάρτου εναγομένου (οφειλή από δάνειο), πράγμα το οποίο ο διαθέτης μνημονεύει σε προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη, που συνέταξε στις 31-12-1979 και δεν δημοσιεύθηκε.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η καταληφθείσα στον ενάγοντα κληρονομιαία περιουσία και δη η εγκατάστασή του επί του προαναφερομένου "δήλου" περιουσιακού στοιχείου (δεύτερου ακινήτου), δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του (25%) και συνεπώς, κατά το ελλείπον, ο ενάγων (μεριδούχος) είναι συγκληρονόμος επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων.

Η εγκατάσταση δε τούτου και στην επικαρπία (1/3) ετέρου περιουσιακού στοιχείου (πρώτου ακινήτου), αποτελεί, περιορισμό της νόμιμης μοίρας του, η οποία θεωρείται μη γεγραμμένη καθό μέρος βαρύνεται η νόμιμη μοίρα του. Πιο συγκεκριμένα, η καταληφθείσα στον ενάγοντα κληρονομιά, είχε 1.558.800 δρχ. δηλαδή, όση και η αξία του δευτέρου ακινήτου (διαμερίσματος), ενώ, η συνολική αξία της καθαρής κληρονομιάς περιουσίας ήταν 25.946.406 δρχ.

Επομένως, ο ενάγων εγκαταστάθηκε κληρονόμος σε ποσοστό 6% της κληρονομιαίας περιουσίας και κατ' ακολουθία δεν καλύπτεται η νόμιμη μοίρα του (25%), δηλαδή, το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδος του, που είναι 50%, ενόψει του γεγονότος ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς και νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος, ήταν, μόνο αυτός και η πρώτη εναγόμενη (τέκνα) ως κατιόντες τούτου.

Συνεπώς, κατά το ελλείπον ποσοστό 19% (25% - 6%) είναι ακυρωτέα η διαθήκη και συντρέχει ο μεριδούχος ενάγων ως συγκληρονόμος επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος και όχι ως κληροδόχος, καθώς και ότι ο ενάγων εγκαταστάθηκε κληρονόμος σε ποσοστό μόνο 6% της κληρονομιαίας περιουσίας και έτσι δεν καλύπτεται η νόμιμη μοίρα του που ανέρχεται σε ποσοστό 25% και ότι κατά το ελλείπον ποσοστό 19% είναι ακυρωτέα η διαθήκη και ο μεριδούχος ενάγων συντρέχει ως συγκληρονόμος επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων, ενώ επιπλέον πρέπει να αναγνωριστεί και αποδοθεί το δικαίωμα επικαρπίας (1/3) στο αναφερόμενο ακίνητο, κατόπιν δε τούτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

Ειδικότερα, δέχτηκε ανελέγκτως το Εφετείο, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να εγκατασταθεί και ο αναιρεσείων κληρονόμος επί δήλου πράγματος και όχι ως κληροδόχος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1714 και 1800 παρ. 2 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 865/2006, ΑΠ 1665/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, διότι κατά την ερμηνεία της επίμαχης δημόσιας διαθήκης δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ο οποίος διαθέτης κατ' αυτόν τον εγκατέστησε κληροδόχο και όχι κληρονόμο του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αναλυτικά το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η δήλωση του διαθέτη περί εγκαταστάσεως των διαδίκων και συνακόλουθα και του αναιρεσείοντος ως κληρονόμους του "επί δήλων" περιουσιακών στοιχείων, είναι σαφής και πλήρης, ήτοι χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, από όλο δε το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ούτε έμμεσα δέχθηκε τέτοια κενά και αμφίβολα σημεία ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς των διαθηκών κανόνες.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.

Έτσι, η λέξη "ζητήθηκαν" στη δεύτερη περίπτωση της ως άνω διάταξης αναφέρεται σε κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1005/1987). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, καίτοι ο ενάγων "στην αγωγή του περιγράφει το καταλειφθέν σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) διαμέρισμα ως έχον εμβαδόν συνολικά 20,24 τ.μ.

και επί τούτου ζητεί την αναγνώριση και απόδοση του αναφερόμενου ποσοστού 21,97% προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του", το Εφετείο επιδίκασε το εις αυτήν ποσοστό επί μείζονος ακινήτου και δη ως εμβαδού 24.04 τ.μ. και έτσι επιδίκασε στον ενάγοντα περισσότερο από όσο ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο ενάγων με την αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναφερόμενο ακίνητο, το οποίο κατά τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου κατόπιν νεότερης καταμέτρησης έχει εμβαδόν 24,04 τ.μ.

και συνακόλουθα το Εφετείο δεν επιδίκασε περισσότερο από όσο ζητήθηκε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2006 αίτηση του X για αναίρεση της 198/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ