Legislator Case Law & Legislation
721/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on compensation timing but dismisses claim for interest due to procedural inadmissibility.

Case Number 721/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding forced expropriation compensation. The Court found the lower court violated constitutional property rights by setting the compensation deadline incorrectly but rejected the claim for overdue interest because it was filed too late in the proceedings. Consequently, the case was remanded for retrial only on the specific issue of compensation timing for remaining property sections.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 para. 2 of the 1975 Constitution; Art. 223 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that while the determination of compensation timing must comply with constitutional guarantees of full compensation, claims for interest filed via summons rather than a separate initiating document are inadmissible as they unduly expand the main claim.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation constitutional property rights procedural inadmissibility interest on overdue payment remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 para. 2 of the 1975 Constitution
Art. 1 of the First Protocol to the ECHR
Art. 13 para. 1, subpara. b of Law 2882/2001
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 223 of the Code of Civil Procedure
Art. 18 para. 1 subpara. b of Law 2882/2001
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Arts. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 566/2005
AP 1343/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 721/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ΑΕΒΕ με την επωνυμία "ΑΝΕΣΤΗΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ Ανώνυμη Μεταλλουργική Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στη ......, νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία CAO HELLAS "Μακεδονική Ασβεστοποιϊα ΑΕΒΕ", που εδρεύει στη ......, πρώην "Μακεδονική Ασβεστοποιϊα ΤΙΤΑΝ ΑΕΒΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/1/1999 και 3/5/1999 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3181/2000 προδικαστική και 2354/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 15/1/2003 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 996/2003 απόφαση του Τμήματος τούτου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 11/2004 απόφαση με την οποία αναίρεσε τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις και ανέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο τμήμα τούτο. Εκδόθηκε η 1330/2005 απόφαση του Τμήματος τούτου, η οποία αναίρεσε τις 3181/2000 και 2354/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη τους και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα άνω μέρη για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1436/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/10/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 20/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 περ.1 και 14 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απ' ευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των Συνταγματικών διατάξεων που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα Ζ' της Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της συζήτησης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που ισχύει από 6-5-2001 με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13. Κατά δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδ. α' και β' του τελευταίου ως άνω Ν. 2882/2001, "Απαλλοτριώσεις που κηρύχτηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.

Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για απαλλοτριώσεις, που έχουν κηρυχθεί από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση είχε ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του εδ.

β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 ή και πριν από τη θέση σε ισχύ του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος (ΑΠ. 402/2007). Περαιτέρω η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ 1 Κ.Πολ.Δ, ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από τη απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα οπότε συναναιρούνται (ΑΠ. 404/2007). Κατά συνέπεια, για τον οριστικό καθορισμό αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που γίνεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του αναθεωρημένου Συντάγματος και των άρθρων 13 παρ. 4 και 29 παρ. 2 του ν. 2882/2001, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της μετ αναίρεση συζήτησης στο Εφετείο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα παρακάτω: Με την υπ' αρίθμ. 102960/1644/ 0010/2-4-1998 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση-διαπλάτυνση του ανισόπεδου κόμβου ... της Ανατολικής περιφερειακής ......

με την οδό ...... έκταση συνολικού εμβαδού 246.537 τ.μ.. Στην απαλλοτρίωση αυτή περιλαμβάνονται και τα ακίνητα των αναιρεσειουσών με αριθμούς Κ.Π. ... της πρώτης και ... (... και ...) της δεύτερης. Με τις από 25-1-1999 και 3-5-1999 αιτήσεις τους ενώπιον του Εφετείου Θεσ/κης οι αναιρεσείουσες ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών τους, ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματά τους μετά την απαλλοτρίωση και την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας για την ιδιοκτησία με αρίθμ.

Κ.Π. ... . Με τις με αρίθμ. 3281/2000 και 2354/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θεσ/κης έγιναν μερικά δεκτές οι ως άνω αιτήσεις . Οι αποφάσεις αυτές αναιρέθηκαν με την υπ αρίθμ. 11/2004 απόφαση της Ολ. του ΑΠ, με την οποία έγινε δεκτό ότι το Εφετείο που δικάζει αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης έχει αρμοδιότητα να δικάσει και το αίτημα περί άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας του παρόδιου ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου προς διάνοιξη εθνικής οδού και με την υπ' αρίθμ. 1330/2005 του Δ' Τμήματος του ΑΠ ως προς τις διατάξεις της ως άνω υπ αρίθμ. 2354/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/κης με τις οποίες είχαν απορριφθεί τα αιτήματα των αναιρεσειουσών περί αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των με αρίθμ Κ.Π. ..., ...

και ... ιδιοκτησιών τους και περί άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας για την με αρίθμ. Κ.Π. ... ιδιοκτησία. Με την από 6-2-2006 κλήση τους οι αναιρεσείουσες επανέφεραν για συζήτηση την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκαν οι ως άνω αποφάσεις. Με την ίδια κλήση ζητούσαν να καθοριστεί η αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους για μεν την με αρίθμ. ...

ιδιοκτησία σε 300 ευρώ ανά μ.2, για δε τις ιδιοκτησίες με αρίθμ. ... και ... σε 380 ευρώ ανά μ.2 με κρίσιμο χρόνο εκείνο της μετ' αναίρεση συζήτησης της αίτησης. Επιπλέον ζητούσαν με νέα αιτήματά τους, τα οποία περιέλαβαν στην κλήση, τη δαπάνη για μεταφορά και μετεγκατάσταση μηχανημάτων, δαπάνη για την καταγγελία σύμβασης προσωπικού, διαφυγόντα κέρδη, επιστροφή ωφέλειας προηγούμενης απαλλοτρίωσης, αναγκαίες δαπάνες λειτουργίας της εναπομείνασας επιχείρησης της Κ.Π. ..., απώλεια εισοδημάτων και καταψήφιση καταβολής της αποζημίωσης, νομιμοτόκως κατά το κοινό ποσοστό υπερημερίας.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε, ότι το αίτημα των αναιρεσειουσών για καθορισμό της αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων κατά το ποσόν πέραν εκείνου που είχαν ζητήσει με τις αιτήσεις τους ήταν απαράδεκτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ., και καθόρισε την εν λόγω αποζημίωση στα ποσά που είχαν δεχτεί οι αναιρεθείσες αποφάσεις με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζήτησης των αιτήσεων για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Δεδομένου, όμως, ότι από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσδιορισμό της προσωρινής αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που όπως δέχεται το Εφετείο, έλαβε χώρα το έτος 1998, έως τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, στις 8-5-2006 παρήλθε έτος και πλέον, ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των αναιρεσειουσών για τα εναπομείναντα τμήματα, των ιδιοκτησιών τους είναι εκείνος ενώπιον του Εφετείου κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση στις 8-5-2006, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, με βάση και το αίτημα που υποβλήθηκε με την κλήση.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο του καθορισμού της αποζημίωσης των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειουσών παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ.1, 4 εδ.

β του ν. 2882/2001 κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της αναίρεσης.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 223 Κ.Πολ.Δ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 εδ. β του ν. 2882/2001, προκύπτει, ότι μετά την άσκηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριουμένου η υποβολή αιτήματος για την καταψήφιση της αποζημιώσεως και καταβολής τόκων επ' αυτής, είναι ανεπίτρεπτη αν δεν γίνεται με ιδιαίτερο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αλλά με τις προτάσεις ή με την κλήση, με τη οποία εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση, η οποία δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο και δεν εφαρμόζονται γι' αυτήν οι περί ασκήσεως της αγωγής διατάξεις, διότι έτσι διευρύνεται απαραδέκτως το κύριο αίτημα της αίτησης για τον καθορισμό της αποζημίωσης, αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφόρου είδους (Α.Π. 566/2005, 1343/1998). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ως απαράδεκτο διότι για πρώτη φορά υποβλήθηκε με την κλήση προς συζήτηση της αίτησης μετά την αναίρεση, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες και ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης εναπομείνοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους, ήτοι, των με αριθμούς Κ.Π. ... της πρώτης αναιρεσείουσας και ... (... και ...) της δεύτερης αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεσης, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1436/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθέση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ως άνω αποφάσεως, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ