Legislator Case Law & Legislation
721/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling that seizure protocols without statutory basis are void.

Case Number 721/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision declaring seizure protocols void. The lower court held that Article 34 of Law 1539/1987 does not authorize seizure protocols for properties under Article 25 verification procedures, as such protocols lack statutory basis. The court reasoned that issuing these protocols without explicit legal authority creates an objective uncertainty threatening the private property rights of the claimants, thereby granting them standing to sue for annulment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 34 of Law 1539/1938; Art. 25 of Law 1539/1938: Administrative seizure protocols issued for properties under Article 25 verification procedures without specific statutory authorization are void, and the holder of private property rights has standing to seek their annulment in civil courts due to the resulting objective uncertainty threatening their legal interests.

Keywords

AI generated
administrative seizure protocols statutory authorization requirement void administrative act legal standing for annulment objective uncertainty private property rights Article 34 Law 1539

Cited Legislation

AI generated
Art. 34 of Law 1539/1938
Art. 25 of Law 1539/1938
Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Administrative Court Decision 7/1987
Administrative Court Decision 12/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 721 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 721/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικεί στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ............, 2) ..........., 3) ..........., 4) ............5) ..........., 6) ..........., 7) ............και 8) ............, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βαγιάνο, επί πλέον δε οι 3η, 4η, και 5η και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Καραϊσκάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και την από 24-5-2001 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Ηλιούπολης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7480/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8224/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η έκδοση από διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων καταλήψεως ακινήτων επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελούσα διοικητική πράξη (ΑΕΔ 7/1987), που, χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επιλύσεως διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος αυτογνώμονη, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ΄αρχήν απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, πρέπει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από το νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν.

Ο α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" προβλέπει στο άρθρο 34 περίπτωση εκδόσεως πρωτοκόλλου καταλήψεως, αυτή όμως αφορά ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους και όχι τα κατεχόμενα από τρίτους ακίνητα που υποβάλλονται στην κατ΄άρθρο 25 διαδικασία εξακριβώσεως των δικαιωμάτων του Δημοσίου, για τα οποία δεν προβλέπεται η έκδοση πρωτοκόλλου.

Επομένως, πρωτόκολλο καταλήψεως που εκδίδεται για ακίνητο κατ' ακολουθίαν της εξακριβώσεως των επ'αυτού δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την ως άνω διαδικασία δεν είναι νόμιμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. 'Εννομο συμφέρον υπάρχει όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο.

Αν διοικητική αρχή εκδόσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, που έχουν δικαιοδοσία, αφού πρόκειται για διαφορά προκαλούμενη από πράξη της διοικήσεως κινούμενη σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 12/1992), αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας του πρωτοκόλλου.

Διότι η έκδοση αυτή δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Το έννομο δε αυτό συμφέρον, ειδικώς προκαλούμενο από την έκδοση του πρωτοκόλλου, δεν αναιρείται από το ότι το δικαίωμα κυριότητος που επικαλείται ο ενάγων είναι ήδη επίδικο, στο πλαίσιο άλλης δίκης, άσχετης προς το πρωτόκολλο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή αναγνωριστική της ακυρότητας πρωτοκόλλων καταλήψεως ακινήτων που εξέδωσε ο Οικονομικός 'Εφορος Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή παραδεκτώς ασκήθηκε από την άποψη του έννομου συμφέροντος, το οποίο δεν επηρεάζεται από το ότι τα προβαλλόμενα με την αγωγή δικαιώματα κυριότητας των εναγόντων είναι επίδικα σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων, καθώς και ότι τα προσβαλλόμενα πρωτόκολλα που εκδόθηκα κατόπιν της Δ3950/1246/19-9-1984 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία, κατ΄ακολουθίαν τηρήσεως της διαδικασίας εξακριβώσεως των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου που προβλέπεται στο άρθρο 25 του αν. 1539/1938, δίδεται η εντολή στην Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών να αναλάβει την προστασία των εν λόγω κτημάτων, δεν εκδόθηκαν νομίμως, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται η έκδοση τέτοιων πρωτοκόλλων και ειδικότερα δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 34 του ως άνω νόμου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η αγωγή είναι παραδεκτή, από την άποψη ότι υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της και νόμιμη αφενός δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και αφετέρου δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 α.ν. 1539/1938. Δεν υπέπεσε επομένως, στις πλημμέλειες των αναιρετικών λόγων των αριθμών 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντιστοίχως, οι δε λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/3/2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 8224/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ τριακοσίων (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ