Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of substantive reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Tourism Organization against a first-instance judgment regarding a civil servant's benefits. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the exact interpretative errors in the lower court's reasoning and did not clarify whether the statute of limitations objection was rejected as illegal or unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for the first respondent, while the case was divided regarding the remaining respondents who did not appear.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; Article 104 of the Code of Civil Procedure; Article 63 of Law 4509/2017: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the exact interpretative errors in the lower court's decision or fails to clarify the substantive grounds for rejecting procedural objections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 720/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Φουντουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2. Χ. Κ., κατοίκου ..., 3. Δ. Κ., κατοίκου ..., 4. Χ. Κ., κατοίκου ... και 5. Μ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αριθμό 441/27-3-2013 αριθμό κατάθεσης αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 16060/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται^ αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992 ΑΠ 306/2020).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 8-7-2020 και με αριθ. κατ. 45772/81/10-7-2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" κατά των πέντε αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα κατά των: 1) Κ. Π., 2) Χ. Κ., 3) Δ. Κ., 4) Χ. Κ. και 5) Μ. Α., έλαβε χώρα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με την επιμέλεια όλων των, ως άνω, αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τις με αριθ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α.
Ε. Κ., σύμφωνα με τις οποίες η επίδοση της αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ και προς τον Υπουργό Οικονομικών, αντίστοιχα, έλαβε χώρα μετά από γραπτή παραγγελία του Χρήστου Γιαλαμά, ως πληρεξουσίου δικηγόρου όλων των αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ορισθείσα, ως άνω, δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο, ως άνω, δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την, ως άνω, επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής ως προς τους 2η, 3η, 4° και 5η των αναιρεσιβλήτων, ενώ από το υπάρχον στη δικογραφία με αριθ. 18063/23-2-2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φανής Καλλίρη Αποστόλου, προκύπτει είχε αυτός την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση ως προς τον 1° αναιρεσίβλητο Κ.
Π. Επομένως, ο τελευταίος εγκύρως επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, οι λοιποί δε αναιρεσίβλητοι ακύρως επέσπευσαν αυτήν, ενώ δεν προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους ΝΠΔΔ κλήτευσή τους προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, ως άνω, δικάσιμο.
Επομένως, ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με τον πρώτο αναιρεσίβλητο με απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, ο Αρειος Πάγος πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς το παριστάμενο αναιρεσείον και ως προς τον εγκύρως επισπεύσαντα τη συζήτηση απόντα πρώτο αναιρεσίβλητο, σαν να ήταν αυτός παρών.
Με την κρινόμενη από 8-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 16060/23-12-2019 απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 10-12-2014 και με αριθ. κατ. 32749/745/18-3-2015 έφεσης κατά της με αριθ. 69/15-1-2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 27-3-2013 και με αριθ. κατ. 441/27-3-2013 αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους, ως άνω, διαδίκους (αναιρεσείον και πρώτο αναιρεσίβλητο) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως άνω, από 27- 3-2013 αγωγή , στρεφόμενη κατά των: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού", ηδη αναιρεσείοντος και 2) του Ελληνικού Δημοσίου ο πρώτος ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 28-4-2011 από το πρώτο εναγόμενο ως αρχιτέκτων μηχανικός με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος, με βάση το ν. 3205/2003.
Ότι, αν και απασχολήθηκε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους αντίστοιχους μόνιμους δημόσιους ή αορίστου χρόνου υπαλλήλους του πρώτου εναγομένου, το τελευταίο δεν του κατέβαλε την πρόσθετη μηνιαία παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 ν. 3016/2002, καθώς και το ειδικό μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, ποσού 380 ευρώ, τα οποία κατέβαλε στους, ως άνω, υπαλλήλους κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, του άρθρου 4 του Συντάγματος, της ρήτρας 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του άρθρου 4 του π.δ. 164/2004.
Ζήτησε δε με βάση τις ως άνω διατάξεις και επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΕισΝΑΚ να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να του καταβάλουν, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 4.048 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 69/2014 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώ κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ, ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το τελευταίο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.300,84 ευρώ.
Κατά της εν λόγω απόφασης το πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον άσκησε την, ως άνω, από 10-12-2014 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνώντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού έκρινε από την εκτίμηση των εγγράφων ότι η ένδικη αξίωση δεν έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή , απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης, καθώς και ότι ο πρώτος ενάγων εδικαιούτο το, ως άνω, επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ 563/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).
Αν δε το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Επιπλέον για το ορισμένο του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, απαιτείται εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση. (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (που δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο) ότι "προφανώς εξαιτίας εσφαλμένης ερμηνείας των σχετικών διατάξεων", κατά την ακριβή διατύπωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής μέρους των ενδίκων αξιώσεων, που πρόβαλε το ομόδικο του Ελληνικό Δημόσιο. Παραθέτοντας δε στη συνέχεια τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του ν.2362/1995, ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών και επομένως οι προ διετίας από τη συζήτηση της αγωγής αξιώσεις, δηλαδή ως τις 25-11-2011 έχουν παραγραφεί.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις από τους αριθμούς 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, επικαλούμενο ελλιπή αιτιολογία αυτής. Ειδικότερα το αναιρεσείον, αφού παραθέτει νομικές διατάξεις και νομικές σκέψεις, στις οποίες θεμελιώνει τα νομικά του επιχειρήματα, από τα οποία συνάγεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως συμβασιούχος ορισμένου χρόνου διοικητικός υπάλληλος αυτού, δεν δικαιούται την επίδικη παροχή, καθώς και ότι η μη χορήγησή της σ' αυτόν δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, στις ρήτρες 4 και 8 της Οδηγίας 1999/70 και στο άρθρο 4 π.δ. 164/2004, ισχυρίζεται ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του με ελλιπή αιτιολογία.
Οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα ερμηνευτικά υπαγωγικά σφάλματα, στα οποία υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν διευκρινίζεται αν η ένσταση παραγραφής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Παρότι δε, - σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την απόρριψη της ένστασης παραγραφής και για την αποδοχή της αγωγής ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, ουδόλως διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, ενώ προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η ελλιπής αιτιολογία, δεν προσδιορίζονται τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση. Τέλος, όσον αφορά τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ουδόλως αναφέρεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωσή τους, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις (αριθμός 17), ούτε ότι δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου (αριθμός 20). Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ζήτημα επιδίκασης στον τελευταίο δικαστικών εξόδων δεν τίθεται εφόσον δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 2η, 3η, 4° και 5η των αναιρεσιβλήτων.
-Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους.
-Απορρίπτει ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο την από 8-7-2020 και με αριθ. κατ. 45772/81/10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 16060/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ