Supreme Court annuls appeal court ruling on wage deductions, remands case to reject claim as illegal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision rejecting an appeal against a judgment that upheld an employer's right to deduct social security contributions from wages. The court found the lower appellate court erred in interpreting the law regarding wage deductions, which are lawful and do not constitute a unilateral change to employment terms. Consequently, the case was remanded to the appellate court to accept the appeal and dismiss the original lawsuit as illegal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564, 577, 580, 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The employer's retention of social security contributions from wages is lawful and does not constitute a unilateral modification of employment terms, allowing the court to remand the case to reject the underlying claim as illegal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 720/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων...Ανδρέα Γαβαλά και Νικόλαου Δήμα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 2190/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 926/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-7-2021 και με αριθ. κατάθεσης .../2021 αίτηση αναιρέσως, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 926/22-2-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 16-12-2019 και με αριθ.
κατάθ. ...2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αρ. 2190/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 1-2-2018 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως, ενόψει ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ προβλεπομένης διετούς προθεσμίας.
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους.
Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο (ΑΠ 383/2012, 1642/2012, 1678/2007), τον οποίο και βαρύνουν, αποτελούν δε τμήμα των αποδοχών του και μόνο για την ταχύτερη είσπραξή τους υποχρεώνεται ο εργοδότης να τις παρακρατεί από τις εκάστοτε καταβαλλόμενες αποδοχές του (ΑΠ 1103/1998, 96/1990).
Εξάλλου η ως άνω διάταξη αφορά τις σχέσεις εργοδότη και ασφαλιστικού φορέα και όχι τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου. Έτσι αν ο εργοδότης καταβάλλει τις εργατικές εισφορές, χωρίς να τις παρακρατεί από τους εργαζομένους, στην περίπτωση που δεν έχει αυτό αποτελέσει όρο της εργασιακής σύμβασης ή δεν το πράπει από ελευθεριότητα, δηλαδή με πρόθεση δωρεάς προς τους εργαζομένους και χωρίς την πρόθεση της αναζήτησής τους, έχει αξίωση βασιζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.) να ζητήσει να υποχρεωθεί ο εργαζόμενος να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά τα οποία αχρεωστήτως κατέβαλε για λογαριασμό του και κατά τα οποία έχει αδικαιολόγητα πλουτίσει σε βάρος του.
Πρόδηλο είναι ότι την αξίωση αυτή μπορεί να την ασκήσει και με ένσταση συμψηφισμού (ΑΚ 440), προβαλλόμενη κατά του εργαζομένου στην περίπτωση που ο τελευταίος ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο εργοδότης οτιδήποτε οφειλόμενο από τη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης με αποτέλεσμα, αν και σε όση έκταση η ένσταση αποδειχθεί βάσιμη, να εξαλείφεται η αξίωση του εργαζομένου.
Αυτονόητο είναι άλλωστε ότι οποιαδήποτε αξίωση του εργαζομένου κατά του εργοδότη εξαλείφεται αν ο τελευταίος επικαλεστεί και αποδείξει εξόφληση της αξίωσης με καταβολή των οφειλομένων (ΑΚ 416). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1990 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου-υπαλλήλου και χωρίς ο εργοδότης να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον (τυχόν) κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία (ΑΠ 1114/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 367/2020, 19/2020, 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, 367/2020, 19/2020).
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 966/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, ήσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την από 1-2-2018 με αρ. εκθ. καταθ. .../2019 αγωγή του, με την οποία είχε εκθέσει ότι: Την 15-11-2010 συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία ... Α.Ε. σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από τότε παρείχε σ' αυτή τις υπηρεσίες του, ως Τ4/Α τεχνικός-ηλεκτρολόγος, μέχρι την 1-5-2012 και από τότε απασχολείται στην εναγομένη, μετά την απόσχιση του κλάδου διανομής της ..., υπό τους όρους της ως άνω συμβάσεως και του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού αυτής.
Ότι από την 1-5-2012, δυνάμει της απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με θέμα "Βαριές και ανθυγιεινές εργασίες", η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 17 του ν. 3863/2010, αντικαθιστώντας πλήρως τη διάταξη του αρ. 104 πρ. 1 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, υπήχθησαν αυτοδικαίως σ' αυτή εργαζόμενοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, οι οποίοι ασχολούνται στις εργασίες αυτές.
Ότι με βάση την απόφαση αυτή η εναγομένη έπρεπε να τον ασφαλίζει και να καταβάλλει προς τον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το επασφάλιστρο ΥΒΑΕ. Ότι η εναγομένη δεν παρακρατούσε τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές και δεν τις απέδιδε στον ασφαλιστικό φορέα, όπως είχε υποχρέωση, μέχρι τον Ιούνιο 2014, όταν άρχισε να εντάσσει σταδιακά ομάδες εργαζομένων στο καθεστώς ΥΒΑΕ, ενώ τον ίδιο ενέταξε και άρχισε να παρακρατά και να αποδίδει το σχετικό επασφάλιστρο από την 1-7-2014.
Ότι για το λόγο αυτό τον Οκτώβριο 2016 εκδόθηκε από τον ασφαλιστικό οργανισμό Πράξη με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει, αναδρομικά από την 1-1-2012, τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές στο σύνολό τους για κάθε εργαζόμενο, με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις, λόγω της μη έγκαιρης καταβολής τους.
Ότι σε εκτέλεση των επιβληθεισών πράξεων από τον ασφαλιστικό οργανισμό η εναγομένη άρχσε να αποδίδει από τον Δεκέμβριο του 2017, και για δέκα δόσεις, τα καταλογιζόμενα ποσά από την 1-1-2012. Ότι τον Μάιο του 2018 η εναγομένη εντελώς παράνομα προέβη μονομερώς, και σε κάθε περίπτωση αυθαίρετα, σε καταλογισμό στις αποδοχές των υπαχθέντων στις ως άνω διατάξεις εργαζομένων, καθώς και στον ίδιο, ποσοστού επί του συνόλου της ασφαλιστικής εισφοράς που αντιστοιχούσε στο τμήμα της εργατικής ασφαλιστικής εισφοράς, για την αναδρομική ασφάλιση στα ΥΒΑΕ, παρακρατώντας ήδη από την μισθοδοσία του μήνα Μαίου 2018 την πρώτη δόση και στη συνέχεια κατά μήνα μέχρι να καλυφθεί πλήρως το ποσό της εργατικής εισφοράς το οποίο κατέβαλε αναδρομικά, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου, προς τον ασφαλιστικό οργανισμό για την υπαγωγή στα ΥΒΑΕ.
Ότι η εναγομένη για τον μήνα Μάιο 2018 καταλόγισε, ως πρώτη δόση από τις συνολικά 18 δόσεις για το σύνολο του ποσού των 1.768,50 ευρώ, το ποσό των 98,25 ευρώ και ακολούθως το αυτό ποσό μέχρι τον Ιούλιο 2018, ενώ από τον Αύγουστο μέχρι τον Νοέμβριο 2018, παρακρατούσε το ποσό των 58,19 ευρώ μηνιαίως. Ότι στην απόφαση αυτή της διοίκησης της εναγομένης υπήρξε καθολική αντίδραση των εργαζομένων , όπως και του ιδίου, με την υποβολή σχετικών δηλώσεων διαμαρτυρίας για κάθε μήνα παρακράτησης, τόσο ατομικά, όσο και ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ε.
Τ. Ο. ...-ΚΗΕ", της οποίας κα ο ίδιος είναι μέλος. Ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του ν. 1846/1951, η εκπρόθεσμη παρακράτηση και καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο και συνεπώς, βαρυνόμενη η εναγομένη αποκλειστικά, λόγω της εκπρόθεσμης κατά τα προαναφερόμενα, παρακράτησης και καταβολής των ασφαλιστικών του εισφορών στο ΙΚΑ, παράνομα παρακράτησε και καταλόγισε αυτές, που αφορούσαν άλλη προγενέστερη μισθολογική περίοδο, στο μισθό του της μεταγενέστερης μισθολογικής περιόδου των μηνών από Μάιο 2018 μέχρι Νοέμβριο 2018.
Ότι η κατά τα ανωτέρω παράνομη παρακράτηση μέρους των αποδοχών του, με αποτέλεσμα την μείωσή τους, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς του προκαλεί άμεση και ιδιαίτερα σημαντική υλική και ηθική βλάβη. Ζήτησε δε ακολούθως, να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη παρανόμως έχει μειώσει τις αποδοχές του, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ότι η παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τις μηνιαίες αποδοχές του μέχρι του ποσού των 1.768,50 ευρώ είναι παράνομη, η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει πλήρεις τις αποδοχές του, όπως κατέβαλλε αυτές μέχρι και τον Απρίλιο του 2018, πριν την παράνομη παρακράτηση στην οποία προέβη τον Μάιο του 2018, και τέλος να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 527,51 ευρώ, το οποίο παρανόμως παρακράτησε, με το νόμιμο τόκο.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρονται, δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα: Η υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις, εκπρόθεσμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του αν. 1846/1951, υπό της εναγομένης μη καταβολή, των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών του ενάγοντος, ναι μεν, όσον αφορά τις σχέσεις αυτής, ως εργοδότη, με το ΙΚΑ, καθιστά αυτήν μόνη υπόχρεη προς αυτό καταβολής τους, πλην όμως, δεν της στερεί το δικαίωμα να παρακρατήσει το αντίστοιχο ποσό αυτών από τις αποδοχές αυτού μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος.
Το δικαίωμα αυτό της εναγομένης- εργοδότη είναι ενεργές και υποστατό, καθόσον σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, και στην περίπτωση ακόμη της μη παρακράτησης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και εκπρόθεσμης καταβολής από τον εργοδότη, είτε εκουσίως είτε κατόπιν εκδόσεως υπό του ασφαλιστικού οργανισμού σχετικής Πράξης Επιβολής Εισφορών, των ασφαλιστικών εισφορών του μισθωτού, ο εργοδότης δεν στερείται του δικαιώματος να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο, ασκώντας την αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή κατά περίπτωση, ως εναγόμενος επί αξιώσεων του εργαζομένου, προβάλλοντας τις ενστάσεις των άρθρων 416 και 440 ΑΚ.
Άλλωστε δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι η μη παρακράτηση από την εναγομένη των ασφαλιστικών εισφορών του ενάγοντος, κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, είχε αποτελέσει όρο της εργασιακής του σύμβασης ή ότι η εναγομένη το έπραξε από ελευθεριότητα, δηλαδή με πρόθεση δωρεάς προς τον ενάγοντα και χωρίς την πρόθεση της αναζήτησής τους.
Συνεπώς η, μετά την εκπρόθεσμη καταβολή υπό της εναγομένης των ασφαλιστικών εισφορών του ενάγοντος προγενεστέρου χρονικού διαστήματος, παρακράτηση αυτών από τις αποδοχές του ενάγοντος μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, είναι νόμιμη και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, μη εκτιθεμένου άλλωστε στην αγωγή ότι οι αποδοχές του αυτές ήταν απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας την έφεση αυτής ως αβάσιμη κατ' ουσία, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ο δε πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ : "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν έφεσης της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή του ενάγοντος, εκεί εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας και, για το λόγο αυτό, επιβάλλεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό Τμήμα, στη συνέχεια δε, να γίνει δεκτή η έφεση της εναγομένης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης (άρθρα 176, 183 και 191 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 926/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ` ουσίαν την από 16-12-2019 με αριθμ. καταθ. .../2019 έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας.
Δέχεται αυτήν κατ` ουσία.
Εξαφανίζει την με αριθμ. 2190/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 1-2-2018 με αριθ. κατ. 10325/2019 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον ενάγοντα-εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης-εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, και καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ