Legislator Case Law & Legislation
720/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 720/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding lawyer fees. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documents proving the correct calculation of the fee cap, but the court found these documents had been duly examined. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is bound to examine all evidence submitted by the parties, and a failure to explicitly list documents in its reasoning does not constitute a ground for cassation if the court has factually considered them.

Keywords

AI generated
lawyer fees cassation appeal evidence consideration legal costs Code of Civil Procedure fee cap appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 622A of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 720/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Β. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Βασιλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ" (Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Παπαϊωάννου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 82/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1368/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 23.9.2020 και με αριθ. κατάθ. 6986/822/23.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 622Α ΚΠολΔ), υπ` αριθ. 1368/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 18.10.2018 και με αριθ. κατάθεσης 98106/6786/22.10.2018 έφεσης του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 82/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρo 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 14.3.2017 και αριθ. κατάθ. Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. 517255/68/17.3.2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αντιμισθία, καταρτισθείσα την 1.11.1979, δυνάμει της οποίας παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του ως δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω στην δικαιοπάροχο της εναγομένης και στη συνέχεια σ' αυτή, και η οποία καταγγέλθηκε στις 5.8.2014, ζήτησε να αναγνωριστεί, κατόπιν νομίμου μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 58.450 ευρώ, το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο της προβλεπόμενης από το άρθρο 46 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής (81.000 ευρώ η νόμιμη αποζημίωση - 22.550 ευρώ, που του έχει ήδη καταβληθεί), με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 82/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν ασκήθηκε η από 18.10.2018 έφεση του ενάγοντος και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά ην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Δυνάμει της από 1.11.1979 ατομικής σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αντιμισθία ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ως Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω στην δικαιοπάροχο της εναγομένης Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ) έως την 23.8.1980 και εν συνεχεία παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, η οποία συνεστήθη δυνάμει του Ν. 1068/80 δια συγχωνεύσεως της Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων και του Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης.

Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 18398/2014 απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης ενέκρινε την από 3.6.2014 εισήγηση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, την οποία υπογράφει και ο ενάγων με την ιδιότητά του ως Διευθυντής Νομικών Υπηρεσιών, αποφασίζοντας τα εξής: 1) την προσαύξηση της καταβλητέας κατά τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) αποζημίωσης με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις των ΕΣΣΕ της 2ας Ιουλίου 1991, 25ης Μαίου 1992, 21ης Ιουνίου 1995 και 2008 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 18235/2013 απόφαση του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων αυτών ώστε οι δικηγόροι, αποχωρώντας από την υπηρεσία της Εταιρίας να λαμβάνουν αποζημίωση κατά τις κλιμακώσεις των ΕΣΣΕ αυτών κατ' ανώτατο όριο τριάντα (30) μηνιαίων αντιμισθιών, καταβλητέων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως τακτικών παροχών, 2) την αναδρομική από το χρόνο προσλήψεώς τους συμμετοχή των πέντε δικηγόρων της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, που προσλήφθηκαν μέχρι τις 25.10.1999, ήτοι του Η.

Β. (ενάγοντος), Α. Η., Ι. Μ., Π. Τ. και Χ. Τ. και υπηρετούν στην Εταιρία με σχέση έμμισθης εντολής, αμειβόμενοι με πάγια περιοδική αμοιβή, στο Λογαριασμό, που έχει ιδρυθεί από τις διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ σε συνδυασμό με την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της ΕΥΔΑΠ ΑΕ.. 3) τη λήξη των συμβάσεων των άνω εμμίσθων δικηγόρων της Εταιρίας, όπως ορίζεται και στον Κώδικα περί Δικηγόρων, με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, το οποίο θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, 4) την παρακράτηση των κρατήσεων, που θα προκύψουν από την αναδρομική και αναλογική εφαρμογή των ως άνω συμβάσεων, από τις αποδοχές των άνω εμμίσθων δικηγόρων της Εταιρίας σε μηνιαίες δόσεις των 100 ευρώ, σε περίπτωση δε τυχόν αποχωρήσεως προ της εξοφλήσεως των αναδρομικών εισφορών, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό θα παρακρατείται από την καταβαλλόμενη αποζημίωση.

Τέλος, η παρούσα απόφαση ισχύει για τους ως άνω δικηγόρους υπό την προϋπόθεση έγγραφης αποδοχής των όρων αυτής καθώς και της έγγραφης αποδοχής του εγκεκριμένου με την υπ' αριθμ. 18397/2014 απόφαση του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ ΑΕ Κανονισμού Λειτουργίας Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 13.6.2014 υπ' αριθ. 73582/19.6.2014 δήλωση αποδοχής κανονισμού που υπογράφεται από τον ενάγοντα και τους προαναφερόμενους δικηγόρους, αποδέχθηκαν τις ρυθμίσεις του Κανονισμού Λειτουργίας της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών της ΕΥΔΑΠ, που εγκρίθηκε με την 18397/2014 απόφαση του ΔΣ ΕΥΔΑΠ ΑΕ και προσχώρησαν ανεπιφύλακτα σε αυτές, ενώ αποδέχθηκαν επίσης και τις ρυθμίσεις, που έγιναν σχετικά με την προσαύξηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 46 Ν. 4194/2013 αποζημίωσης με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991, όπως εγκρίθηκαν με την 18398/2014 απόφαση του ΔΣ ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Την ανωτέρω απόφαση του ΔΣ και την από 13.6.2014 δήλωση αποδοχής διαβίβασε ο ενάγων ως Διευθυντής Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης προς την υπηρεσία μισθολογίου αυτής με το με αριθμ. πρωτ. .../20.6.2014 έγγραφό του. Περαιτέρω η εναγομένη με το με αριθμ. Πρωτ. 243/16.7.2014 έγγραφό της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 17.7.2014, κατήγγειλε από 5.8.2014 την μεταξύ τους υφισταμένη σύμβαση έμμισθης εντολής, καθόσον ο ενάγων είχε ήδη συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας του και η ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής έπρεπε να λήξει, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού Λειτουργίας Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, ο οποίος είχε εγκριθεί με την 18397/2014 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, τις ρυθμίσεις των οποίων αποδέχθηκε ο ενάγων ανεπιφύλακτα.

Επισημαίνεται περαιτέρω ότι στην ανωτέρω υπ' αριθμ. πρωτ. 73479/3.6.2014 απόφαση της εναγομένης και η οποία έγινε δεκτή με την 18398/11.6.2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αναφέρονται εμπεριστατωμένα οι λόγοι που επέβαλαν την προσαύξηση της καταβλητέας κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων αυτών ώστε οι δικηγόροι αποχωρώντας από την υπηρεσία της εναγομένης να λαμβάνουν αποζημίωση κατά τις κλιμακώσεις των ΕΣΣΕ αυτών και κατ' ανώτατο όριο τριάντα μηνιαίων αντιμισθιών, καταβλητέων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό της ανωτέρω εισήγησης, ενώ στις διατάξεις της ΕΣΣΕ 1991 για την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, η οποία κλιμακώνεται αναλόγως των ετών υπηρεσίας των αποχωρούντων, κατά την αντιστοιχία ετών υπηρεσίας και αριθμού μισθών αποζημιώσεως, που ρητώς προσδιορίζεται σε αυτήν, αλλά δεν μπορεί να υπερβεί το οριζόμενο ανώτατο όριο των 30 μισθών, υπάγεται το σύνολο του προσωπικού (μηχανικοί, ιατροί κλπ) δεν έχουν υπαχθεί μόνον οι δικηγόροι της Εταιρίας διότι υπό το καθεστώς του προισχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) οι αμειβόμενοι με πάγια έμμισθη εντολή δικηγόροι αποχωρώντας από την υπηρεσία του εντολέα ελάμβαναν αποζημίωση ίση με 30, κατ' ανώτατο όριο, πάγιες μηνιαίες περιοδικές αμοιβές (άρθρο 94).

Η επάρκεια της καταβαλλόμενης αποζημιώσεως ήταν προφανώς ο λόγος ένεκα του οποίου οι Δικηγόροι της Εταιρίας είχαν εξαιρεθεί από τον λογαριασμό εφάπαξ, που είχε συσταθεί με την ΕΣΣΕ 1991 για το λοιπό προσωπικό της. Μετά, όμως από την ψήφιση του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, η αποζημίωση των δικηγόρων με πάγια έμμισθη εντολή μειώθηκε σε ποσοστό που κυμαίνεται από 50% έως 65%, όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου της υποπ.

ΙΑ 12 Ν. 4093/2012, ήτοι: Α) το ανώτατο όριο αποζημίωσης μειώθηκε από αντιμισθίες 30 μηνών σε τέτοιες 12 μηνών, κλιμακούμενες ανάλογα και κατ' ανώτατο όριο σε 24 μηνών, εφόσον οι δικηγόροι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του Ν. 4093/2012 είχαν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα (εν προκειμένω στην ΕΥΔΑΠ) προϋπηρεσία πάνω από 17 έτη (δηλαδή δικηγόρος, που τον Δεκέμβριο του 2012 είχε συμπληρώσει 17 έτη στην ΕΥΔΑΠ, αποχωρώντας δικαιούται αποζημίωση 12 + 1 μηνιαίων αντιμισθιών, με 18 έτη 12 +2 κοκ) και περαιτέρω, Β) από την κιαταβλητέα αποζημίωση οι δώδεκα μήνες θα υπολογίζονται με βάση την καταβαλλόμενη μηνιαία πάγια περιοδική αμοιβή, όμως οι υπόλοιποι δώδεκα με μηνιαίες αποδοχές κατ' ανώτατο όριο 2.000 ευρώ μικτά, δηλ.

επί ποσού που υπολείπεται περίπου 50% των πράγματι καταβαλλομένων αμοιβών. Ο λόγος, επομένως, χάριν του οποίου οι δικηγόροι είχαν εξαιρεθεί από τον λογαριασμό της Ειδικής Εφάπαξ Αποζημιώσεως, δεν υφίσταται πλέον, αντίθετα συντρέχουν σήμερα σε αυτούς ακριβώς οι ίδιες περιστάσεις, που οδήγησαν το 1991 στην θέσπιση του λογαριασμού για το υπόλοιπο προσωπικό της Εταιρίας.

Τότε, ο σκοπός της ρύθμισης ήταν η επαύξηση της εκ του νόμου περιορισμένης εφάπαξ αποζημίωσης του Ν. 2112/1920, συνθήκη που συντρέχει αυτούσια σήμερα και για τους εμμίσθους δικηγόρους, μετά τον περιορισμό της εφάπαξ αποζημίωσής τους από το Ν. 4194/2013 (νέο Κώδικα Δικηγόρων). Κατά συνέπεια των παραπάνω, εφόσον πλέον συντρέχει και για τους δικηγόρους που τελούν σε σχέση πάγιας έμμισθης εντολής με την ΕΥΔΑΠ, ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση όλου του λοιπού ανεξαιρέτως προσωπικού της με την κατάρτιση της ΕΣΣΕ 2.7.1991 "περί ειδικής εφάπαξ αποζημιώσεως", για λόγους ισότητας έναντι των κανόνων δικαίου και ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εφαρμοστούν και σε αυτούς αναδρομικώς από τον χρόνο πρόσληψής τους οι ρυθμίσεις της ως άνω ΕΣΣΕ 1991, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει ώστε συμμετέχοντες στο λογαριασμό αυτό, η αποζημίωσή τους, που προβλέπεται από τον Κώδικα Δικηγόρων, να προσαυξάνεται αναλόγως.

Ακολούθως των ανωτέρω εκτεθέντων η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της ΕΥΔΑΠ εισηγήθηκε να ενταχθούν αναδρομικά οι προαναφερόμενοι δικηγόροι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων στις διατάξεις των από 2.7.1991, 25.5.1992, 21.6.1995 και 5.6.2008 ΕΣΣΕ με σκοπό να προσαυξάνεται και για αυτούς η καταβλητέα αποζημίωση σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, που προβλέπεται από τις παραπάνω ΕΣΣΕ, η οποία (εισήγηση) έγινε δεκτή με την 18398/11.6.2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης.

Περαιτέρω, με το με αριθμ. πρωτ. .../20.6.2014 έγγραφό της προς την υπηρεσία μισθολογίου, η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης ζήτησε την υλοποίηση της 18398/2014 απόφασης του Δ.Σ. και ειδικότερα να ενταχθούν οι ανωτέρω πέντε δικηγόροι στις διατάξεις των από 2.7.1991, 15.5.1992, 21.6.1995 και 5.6.22008 ΕΣΣΕ και να προσαυξάνεται και για αυτούς η καταβλητέα αποζημίωση σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, που προβλέπεται από τις παραπάνω ΕΣΣΕ ώστε οι δικηγόροι, αποχωρώντας από την υπηρεσία να λαμβάνουν αποζημίωση κατά τις κλιμακώσεις των ΕΣΣΕ αυτών και κατ' ανώτατο όριο τους τριάντα μισθούς.

Ενόψει των ανωτέρω και προς υλοποίηση της 18398/2014 απόφασης του ΔΣ της εναγομένης, ο ενάγων δικαιούται την καταβλητέα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της έμμισθης εντολής του προσαυξημένη- συμπληρωμένη από την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, όπως καθορίζεται από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ ώστε να λάβει την αποζημίωση που αντιστοιχεί με βάση τις ανωτέρω ΕΣΣΕ και κατ' ανώτατο όριο τις 30 μηνιαίες αντιμισθίες, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως τακτικών παροχών.

Επομένως και λαμβανομένων υπόψη ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του στην εναγομένη ανέρχονταν σε 4.720,51 ευρώ, ενώ παρείχε τις υπηρεσίες του αρχικά στην Ελληνική Εταιρία Ύδρευσης (ΕΕΥ) από 6.11.1968 και ακολούθως από 1.11.1979 έως την καταγγελία της έμμισθης εντολής του στην εναγομένη, ήτοι επί 34 έτη/9 μήνες/5ημέρες, η εφάπαξ αποζημίωση που δικαιούται να λάβει, δυνάμει του άρθρου 46 παρ. 3 Ν. 4194/2013, με το οποίο ορίζεται ότι: "α.

αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση. Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται:

α)....β).....ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει 16 έτη υπηρεσίας. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, β) για αυτούς που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από 17 έτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν. 4093/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 39 Ν. 4111/2013, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία....ιβ) για 28 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 12 μηνών αποζημίωση, ο υπολογισμός της οποίας γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ 12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 Ν. 4111/2013", ανέρχεται στο ποσό των 80646,12 ευρώ, ήτοι (12 μήνες Χ 4.750,51 ευρώ και συνολικά 56.646,12 ευρώ και 12 μήνες Χ 2.000 ευρώ = 24.000 ευρώ και συνολικά 56.646,12 + 24.000 = 80646,12 ευρώ.

Η ανωτέρω αποζημίωση του Κώδικα Δικηγόρων συμπληρώνεται - προσαυξάνεται από την ειδική εφάπαξ αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991 μέχρι το ποσό των 30 μηνιαίων αντιμισθιών, ήτοι (4.720,51 Χ 30 = 141.615,30 ευρώ- 80646,12 = 60969,18 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό που δικαιούται να λάβει ο ενάγων ανέρχεται σε 141.615,30 ευρώ, όπως ρητά αναφέρεται στο με αριθμ.

πρωτ. .../29.7.2014 έγγραφο του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Θεμάτων Προσωπικού Χ. Τ. προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων της εναγομένης, στο οποίο ορίζεται ότι ο ενάγων δικαιούται εφάπαξ αποζημίωση 30 μισθούς. Περαιτέρω ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 114.953,54 ευρώ, δυνάμει της με αριθμ. ... από 28.8.2014 τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, εκδόσεως της ΕΥΔΑΠ ΑΕ σε διαταγή του, υπογράφοντας προσωρινή απόδειξη είσπραξης ποσού 132.013,71 ευρώ, από το οποίο παρακρατήθηκε το ποσό των 17.060,17 ευρώ για οφειλές του προς την ΕΥΔΑΠ ΑΕ και τρίτους και το οποίο αφορά την αποζημίωσή του λόγω της αποχώρησής του από την εναγομένη, η οποία συνίσταται στην αποζημίωση δυνάμει των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, που στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται "η καταβληθείσα αποζημίωση βάση του Ν. 2112/1920", αντί του ορθού Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), γεγονός που οφείλεται στη μη επικαιροποίηση του συστήματος μηχανογράφησης της εναγομένης, το οποίο αδυνατούσε να διενεργεί το χρονικό εκείνο διάστημα εγγραφές με συνδυαζόμενους κωδικούς, που να αφορούν την αποζημίωση του Ν. 4194/2013 και της ΕΣΣΕ 1991 ταυτόχρονα και στην ειδική εφάπαξ αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991.

Περαιτέρω λόγω εσφαλμένου υπολογισμού της εφάπαξ αποζημίωσης που καταβλήθηκε στον ενάγοντα, που οφείλεται σε εσφαλμένο υπολογισμό των παγίων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος του τελευταίου μήνα απασχόλησής του (ήτοι 4.720,51 ευρώ), όπως προκύπτει από το από 23.1.2015 υπηρεσιακό σημείωμα της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Μισθολογίου της εναγομένης Έ.

Φ., και η οποία (ανωτέρω αποζημίωση) ανερχόταν στο ορθό συνολικό ποσό των 141.615,30 ευρώ, ο ενάγων εισέπραξε την υπ' αριθμ. 57667006-5 από 5.2.2015 τραπεζική επιταγή, ποσού 10.161,19 ευρώ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, εκδόσεως της εναγομένης, σε διαταγή του, το οποίο αφορούσε στην εξόφληση υπολοίπου της μισθοδοσίας του ποσού 559,60 ευρώ και του υπολοίπου της εφάπαξ αποζημίωσής του ποσού 9.601,59 ευρώ, υπογράφοντας την από 11.2.2015 απόδειξη είσπραξης ποσού 9.601,59 ευρώ, στην οποίαν αναφέρεται ρητά ότι αφορά το υπόλοιπο της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης λόγω αποχώρησης από την εναγομένη και ότι μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της εταιρίας από την αιτία αυτή.

Επομένως, ο ενάγων με την αποχώρησή του από την εναγομένη έλαβε το σύνολο της αποζημίωσης που δικαιούται, ήτοι την αποζημίωση, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), προσαυξημένη - συμπληρωμένη με την ειδική αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991 και, κατ' ανώτατο όριο, τις 30 αντιμισθίες, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ότι η ειδική εφάπαξ αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991, είναι ανεξάρτητη της πρώτης και πρέπει να καταβάλλεται σωρευτικά.

Εξάλλου, ο ίδιος ο ενάγων με το από 29.10.1991 έγγραφό του προς την Υπηρεσία Λογιστηρίου της εναγομένης αναφέρει ρητά ότι "με την ΕΣΣΕ 2.7.91 βελτιώνεται και προσαυξάνεται η ήδη καταβαλλόμενη αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (βλ......).

Συνεπώς, δεν πρόκειται περί ανεξάρτητης αποζημιώσεως αλλά περί βελτιώσεως της ήδη καταβαλλομένης αποζημιώσεως", απορριπτομένων ως αβάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκκαλούντος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 114/2016).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως και "ιδίως" αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.). Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 437/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσβάλει την απόφαση: Α) με την από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 46 ν. 4194/2013, Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 και ειδικότερα του άρθρου πρώτου της υποπ.

ΙΑ 12 Ν. 4093/2012 και της από 2.7.1991 ΕΣΣΕ και έτσι προσέδωσε διαφορετική έννοια στις ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την καταβολή στους εμμίσθους δικηγόρους της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του ν. 4194/2013 αποζημιώσεως, η οποία προσαυξάνεται, κατά την αποχώρησή τους, εξ ολοκλήρου με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, που ορίζεται από την από 2.7.1991 ΕΣΣΕ, δεχόμενο εσφαλμένως ότι η ως άνω αποζημίωση του ν. 4194/2013 "συμπληρώνεται με την ειδική αποζημίωση της ΕΣΣΕ 1991 και κατ' ανώτατο όριο τις 30 αντιμισθίες...", ενώ εάν είχε εφαρμόσει ορθώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αυτές έπρεπε να κάνει δεκτή την αγωγή του, κατά το σύνολο του αιτητικού της και β) εσφαλμένα προέβη στην ερμηνεία των διατάξεων της από 2.7.1991 ΕΣΣΕ, κατά του κανόνες ερμηνείας, που ισχύουν στις δικαιοπραξίες.

Και Β) με την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ασαφών, ανεπαρκών, ενδοιαστικών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθότι ενώ δέχεται ότι η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τις παραδοχές της είναι νόμιμη, κατά το αίτημα καταβολής πλήρους αποζημιώσεως, στη συνέχεια όλως αντιφατικά δέχεται, υπολαμβάνοντας εσφαλμένως ότι η ΕΣΣΕ 1991 έχει απλώς συμβατική ισχύ μεταξύ των διαδίκων ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι: "...ο ενάγων δικαιούται την καταβλητέα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων (4.194/2013) αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της έμμισθης εντολής του......

προσαυξημένη - συμπληρωμένη από την ειδική εφάπαξ αποζημίωση, όπως καθορίζεται από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ...", χωρίς να διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με τη κρίση της αυτή και ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταλήγει στο ως άνω εσφαλμένο συμπέρασμα, μολονότι δέχεται επανειλημμένως τους λόγους που "....επέβαλαν την προσαύξηση της καταβλητέας κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από τις ως άνω ΕΣΣΕ.....", χωρίς να εξηγεί - αιτιολογεί την αντιφατική στη συνέχεια κρίση της, σχετικά με τον συμπληρωματικό χαρακτήρα της ένδικης αποζημίωσης......".

Ο λόγος όμως αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της προεκτέθηκε, καθορίστηκε το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εμμίσθου δικηγόρου στην ΕΥΔΑΠ, λόγω λήξης της σύμβασής του με την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του, όχι με βάση το άρθρο 46 του Ν. 4194/2013 και την ΕΣΣΕ 1991, αλλά με βάση την υπ' αριθ. 18398/2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία ενέκρινε την από 3.6.2014 εισήγηση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, που υπέγραψε και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ιδιότητά του ως Διευθυντής Νομικών Υπηρεσιών και προέβλεπε, εκτός των άλλων: 1) την προσαύξηση της καταβλητέας κατά τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) αποζημίωση με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις της ΕΣΣΕ της 2ας Ιουλίου 1991, 25ης Μαίου 1992, 21ης Ιουνίου 1995 και 2008 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 18235/2013 απόφαση του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων αυτών ώστε οι δικηγόροι, αποχωρώντας από την υπηρεσία της Εταιρίας να λαμβάνουν αποζημίωση κατά τις κλιμακώσεις των ΕΣΣΕ αυτών κατ' ανώτατο όριο τριάντα (30) μηνιαίων αντιμισθιών, καταβλητέων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως τακτικών παροχών και 2) την αναδρομική από το χρόνο προσλήψεώς τους συμμετοχή των πέντε δικηγόρων της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, που προσλήφθηκαν μέχρι τις 25.10.1999, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, και υπηρετούν στην Εταιρία με σχέση έμμισθης εντολής, αμειβόμενοι με πάγια περιοδική αμοιβή, στο Λογαριασμό που έχει ιδρυθεί από τις διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ σε συνδυασμό με την ως άνω απόφαση του Δ.Σ.

της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., υπό την προϋπόθεση έγγραφης αποδοχής των όρων της ως άνω απόφασης από τους δικηγόρους, που αφορούσε, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων καθώς και της έγγραφης αποδοχής του εγκεκριμένου με την υπ' αριθ. 18397/2014 απόφαση του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ ΑΕ Κανονισμού Λειτουργίας Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της ΕΥΔΑΠ Α.Ε.

Με βάση την ως άνω απόφαση του ΔΣ και την από 13.6.2014 δήλωση αποδοχής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος η εναγομένη κατάγγειλε την υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης εντολής του τελευταίου και προσδιόρισε με βάση την 18398/11.6.2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΥΔΑΠ την καταβλητέα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση προσαυξημένη με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ, κατ' ανώτατο όριο τριάντα μηνιαίων αντιμισθιών, καταβλητέων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

4. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος " πράγματα" εδώ, είναι ταυτόσημος με εκείνον του αρ. 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ ( ΑΠ 1266/2017, 223/2006).

Ο λόγος θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομιστεί οιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 273/2011, 1700/2009). Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 269/2007).

Με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αίτησης, ο αναιρεσίων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η αποζημίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω της αποχώρησής του από την υπηρεσία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης "....

συνίσταται στην αποζημίωση, δυνάμει των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, που στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται η καταβληθείσα αποζημίωση βάσει του Ν. 2112/1920 αντί του ορθού Ν. 4194/2013, γεγονός, που οφείλεται στη μη επικαιροποίηση του συστήματος μηχανογράφησης της εναγομένης το οποίο αδυνατούσε να διενεργεί εκείνο το διάστημα εγγραφές με συνδυαζομένους κωδικούς που να αφορούν την αποζημίωση του Ν. 4194/2013 και την ΕΣΣΕ/1991 ταυτόχρονα και στη συμπληρωματική ειδική αποζημίωση της ΕΣΣΕ/1991", δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, αφού δεν παραθέτει στην απόφασή του κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να θεμελιώσει τη κρίση του ότι αδυνατούσε εκείνο το διάστημα να ενεργεί εγγραφές με συνδυαζόμενους κωδικούς, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό που αντιστοιχεί στην αποζημίωση του Κώδικα Δικηγόρων και το ποσό που αντιστοιχεί στην εφάπαξ αποζημίωση και χωρίς να διευκρινίζει τα είδη των εγγραφών, που εννοεί ούτε σε τι συνίστανται οι συνδυαζόμενοι κωδικού ούτε που θα ελάμβανε χώρα η διενέργεια εγγραφών με συνδυαζόμενους κωδικούς.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα", με την προαναφερθείσα έννοια, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, o αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι: "η καταβληθείσα αποζημίωση του Ν. 2112/1920 αντί του ορθού Ν. 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων" δημιουργεί ασάφεια, δοθέντος ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό, που αντιστοιχεί στην ορθή κατά την παραδοχή αναφορά στο Ν. 4194/2013, αν ληφθεί υπόψη ότι στα επίσημα έγγραφα που χορήγησε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, αναφέρει σταθερά ότι έλαβε μόνο ποσό, που αντιστοιχεί στην αποζημίωση του Ν. 2112/1920 και δη το ποσό των 22.553,00 ευρώ.

Και ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθότι δεν εκτίθενται, οι παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους ασάφεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη. 5. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 64/2019, 145/2015, 224/2015, 1294/2014).

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός από τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποφάσεων ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, που προσκομίζονται ως νομολογία, αναφορικά με τη νομική τους παραδοχή για ορισμένο νομικό ζήτημα (ΑΠ 809/2019, 1937/2017). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης, δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν προκύπτει ότι έλαβε με βεβαιότητα υπόψη του: α) το από 28.8.2014 έγγραφο με την ένδειξη "άρθρο Λογιστικής- ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΠΙΤΑΓΩΝ", β) το από 10.6.2015 έγγραφο με την ένδειξη "ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ", γ) το αριθ.

πρωτ. ΔΙ2Α .../13.6.2014 έγγραφο του Υπ. Οικονομικών, δ) την από 3.6.2014 εισήγηση της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών προς το ΔΣ της εναγομένης και ε) την από 18.6.2017 εισήγηση της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών προς το ΔΣ της εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, του εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιόν του....".

Από τη σαφή αυτή διατύπωση, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.

Μάλιστα, έχει περιλάβει ειδική αναφορά για την από 3.6.2014 εισήγηση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων υπό την επίκληση, του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 1266/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί του νομικού χαρακτήρα της φύσης των αποζημιώσεων, που χορηγεί η ΕΥΔΑΠ, σε παρόμοια με την υπό κρίση υπόθεση.

Ο λόγος της αιτήσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος διότι όπως προαναφέρεται, λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη της νομολογίας (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων) επί νομικών ζητημάτων. 6. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, 94/2008) καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, 559/2008, 141/ 2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, 1418/2013), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 3/2021, 841/2017, 1150/2011, 421 - 425/2009).

Mε τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αίτησης ο αναιρείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της τον τρίτο λόγο της έφεσής του με τον οποίον ισχυριζόταν ότι η αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθ. 19224/24.5.2017 απόφαση του ΔΣ ΕΥΔΑΠ, με την οποίαν εγκρίθηκε η συμβιβαστική επίλυση ομαδικής εργατικής διαφοράς, που αφορούσε υπόθεση υπολογισμού της αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας στην ειδική εφάπαξ αποζημίωση της ΕΣΣΕ/1991, κατέβαλε σ' αυτόν ορθά εφαρμόζοντας την υπ' αριθ,. 18398/2014 απόφαση του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ, την αναλογία των δώρων και των επιδομάτων αδείας στην ειδική εφάπαξ αποζημίωση με 30 μηνιαίες περιοδικές παροχές, χωρίς κανένα περιορισμό καθ' ύψος της παροχής αυτής και ανεξάρτητα με την δικαιούμενη αποζημίωση του Κώδικα περί Δικηγόρων, αναγνωρίζοντας έτσι τους ισχυρισμούς περί του ότι με την υπ' αριθ. 18398/2014 απόφαση δεν τέθηκε περιορισμός ή μείωση στο ύψος των δύο αποζημιώσεων και ότι, το ανωτέρω όριο των 30 αντιμισθιών αφορά και αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον υπολογισμό της ειδικής εφάπαξ αποζημίωσης της ΕΣΣΕ/1991.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και εκ του πράγματος τον απέρριψε, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω με τον ίδιο ως άνω κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων, καθώς και με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αντίστοιχα:

α) την υπ' αριθ. 19224/24.5.2017 απόφαση του ΔΣ ΕΥΔΑΠ και το παράρτημα Α αυτής, που νόμιμα και παραδεκτά προσκόμισε προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του με βάση τα οποία η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε το ποσό των 26.434,52 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία δώρων και επιδόματος άδειας επί της ειδικής εφάπαξ αποζημίωσης ΕΣΣΕ/1991, η οποία υπολογίστηκε σε 30 μηνιαίες περιοδικές παροχές και β) το φύλλο εκκαθάρισης μισθοδοσίας του μηνός Ιουλίου 2014, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το ύψος των αποδοχών του του τελευταίου μήνα της απασχόλησής του ανερχόταν στο ποσό των 4.750,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να υπολογίσει το ύψος της αποζημίωσής του στο ποσό των 80.646 ευρώ αντί του ποσού των 81.000 ευρώ .

Οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι καθότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση των προκείμενων λόγων αναιρέσεως ζητήματα "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, του εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιόν του....".

Από τη σαφή αυτή διατύπωση, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.9.2020 και με αριθ. κατάθ. 6986/822/23.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1368/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Απριλίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ