Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim, rejecting argument that mixing money in a safe negates title.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a claim for ownership of specific banknotes. The appellant argued that the appellate court erred by failing to apply the doctrine of common experience, claiming that depositing substitute items in a shared safe led to commingling and loss of ownership rights. The court rejected this, noting the lower court did not find evidence of other money in the safe or that it was a shared storage unit, rendering the appeal's premise false.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094, 559 no. 1 ed. b' of the Code of Civil Procedure; The doctrine of common experience applies only when facts are not established by evidence, and its application is invalid if the lower court did not find the alleged commingling of funds necessary to the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 720/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη- Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πετρέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Της αναιρεσίβλητης: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2018 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 67/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ενάγων στην διεκδικητική αγωγή κινητού πράγματος πρέπει να αναφέρει την ιδιότητά του, ως κυρίου του επίδικου πράγματος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα , όπως τη σύμβαση και την παράδοση της νομής του κινητού πράγματος σ' αυτόν από τον κύριο, σε περίπτωση κτήσης της κυριότητας με σύμβαση, ή τα στοιχεία της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας σε περίπτωση κτήσης της κυριότητας με χρησικτησία.
Αντικείμενο της άνω αγωγής (διεκδικητικής) μπορεί να είναι και η διεκδίκηση χρημάτων, όταν αυτά έχουν εξειδικευθεί με την τοποθέτησή τους π.χ. σε συρτάρι, σε φάκελλο, ή χρηματοκιβώτιο, ώστε να αποτελούν κατ'είδος ορισμένο πράγμα. Η ματαίωση από το νομέα ή κάτοχο ξένων χρημάτων της διεκδικητικής αγωγής του κυρίου μπορεί να γίνει όταν αυτός αναμειγνύει αυτά με τα δικά του χρήματα, ανταλλάσσοντάς τα με άλλα νομίσματα ή καταθέτοντάς τα σε τραπεζικό λογαριασμό ( πρβλ.ΑΚ1059).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως ο' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κινητών πραγμάτων αγωγή της αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 20.6.1993 στον Ιερό Ναό του Αγίου Θεράποντος Μυτιλήνης Λέσβου.
Από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, το Ν. που γεννήθηκε στις 19.11.1995 και την Ε., που γεννήθηκε στις 28.6.1997, ενώ η κοινή συζυγική οικία βρισκόταν στην πόλη της Μυτιλήνης. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο έγγαμος βίος τους διασπάστηκε το μήνα Νοέμβριο του έτους 2014, οπότε ο εναγόμενος αποχώρησε από την συζυγική στέγη και εγκαταστάθηκε σε άλλη οικία.
Κατά την αποχώρησή του από την συζυγική οικία αφαίρεσε παρανόμως χρήματα, λίρες και χρυσαφικά, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στην ενάγουσα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αφαίρεσε παρανόμως από την κυριότητα, νομή και κατοχή της ενάγουσας δέκα χρυσές λίρες Αγγλίας, αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, οι οποίες περιήλθαν σ' αυτήν κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της και γέννησης των τέκνων της, λόγω δωρεάς, από τους γονείς και παππούδες της (γονείς του πατρός της) και οι οποίες αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια.
Επίσης, ο εναγόμενος αφαίρεσε παρανόμως από το χρηματοκιβώτιο, που βρισκόταν εντός της συζυγικής οικίας, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα, ως προϊόν αποταμιεύσεων από την εργασία της ως καθηγήτρια φιλόλογος αρχικά στον ιδιωτικό τομέα και μετά το έτος 2005 στη δημόσια εκπαίδευση.
Εκτός των ανωτέρω, ο εναγόμενος αφαίρεσε παράνομα από την κυριότητα, νομή και κατοχή της ενάγουσας και τα εξής κινητά: α) ένα σετ κολιέ - βραχιόλι, αποτελούμενο από ενωμένες χρυσές καρδούλες με πέτρες στο μέσον, αξίας 1.000 ευρώ, β) μία καρφίτσα χρυσή σε σχήμα φύλλου δένδρου με ένα μαργαριτάρι στην επάνω πλευρά, αξίας 500 ευρώ και γ) ένα χρυσό δαχτυλίδι με δυο μαργαριτάρια στην επάνω πλευρά του, αξίας 300 ευρώ.
Τα κοσμήματα αυτά, πλην του χρυσού δακτυλιδιού, το οποίο ήταν δώρο οικογενειακών φίλων, ήταν δώρα του εναγομένου προς την ενάγουσα πριν από είκοσι και πλέον έτη, σε σημαντικές στιγμές της κοινής τους ζωής, όπως κατά τη γέννηση των τέκνων τους, και τα οποία είχαν περιέλθει εξ ολοκλήρου στη δική της αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή.
Το ως άνω χρηματικό ποσό καθώς και τις λίρες και τα άνω κοσμήματα αφαίρεσε ο εναγόμενος παράνομα, χωρίς την άδεια της ενάγουσας, τα παρακρατεί δε μέχρι σήμερα αρνούμενος να της τα αποδώσει, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της, προφορικές και έγγραφες, και παρά το ότι γνωρίζει ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό και τα ανωτέρω κινητά ανήκουν στην ίδια και εκείνος δεν έχει κανένα δικαίωμα σ' αυτά.
Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται σαφώς από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις του πατρός της Δ. Τ., της αδελφής της Μ. Τ. και του αδελφού της Κ. Τ., οι οποίοι βεβαίωσαν ενόρκως για τον τρόπο κτήσης της κυριότητας των χρυσών λιρών από την ενάγουσα, ότι δηλαδή τις είχαν δωρίσει σ' αυτήν οι γονείς και οι παππούδες της στο γάμο της και στη γέννηση των τέκνων της, για το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, ότι δηλαδή προερχόταν από αποταμιεύσεις από την εργασία της, για τα ως άνω χρυσαφικά, το οποία είχαν δει πολλές φορές να τα φοράει, καθώς και για το γεγονός ότι ο εναγόμενος μετά τη σύναψη της εξωσυζυγικής του σχέσης και της αποχώρησης του από την συζυγική στέγη αφαίρεσε από την οικία τους το ποσό των 30.000 ευρώ και τα ως άνω κοσμήματα και λίρες τα οποία ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο ένορκη βεβαίωση της μητέρας του, Ε. Χ. η οποία βεβαίωσε μη πειστικά, ότι η ενάγουσα ήταν άνεργη από το έτος 1991 έως το 2007, ενώ αποδεικνύεται, ιδίως από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα ένσημα και αποσπάσματα ατομικών λογαριασμών της στο ΙΚΑ, ότι η τελευταία το έτος 1993 εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στο φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης του Π.
Α. στο Σουφλί του Έβρου, το έτος 1994 εργάστηκε ως ωρομίσθια καθηγήτρια στο Λύκειο ... και στο 5° Γυμνάσιο Μυτιλήνης, το έτος 1999 εργάστηκε στο φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης "..." της Π. Μ. στο ..., τα έτη 2005 και 2006 ως αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Λύκειο Επανομής Θεσσαλονίκης και το έτος 2006 διορίστηκε στο δημόσιο με εξετάσεις ΑΣΕΠ.
Εξάλλου, η ως άνω ενόρκως βεβαιώσασα αναφέρει ακόμη ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους είχε κατορθώσει να αποταμιεύσει μόνον το ποσό των 26.000 ευρώ, το οποίο διατηρούσε σε προσωπικό της λογαριασμό, γεγονός που αποδεικνύεται επίσης αναληθές, αφού από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αναλυτικές καταστάσεις από Ιανουάριο 2007 έως Ιούλιο 2010 του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα "ALPHA BANK", προκύπτει ότι οι καταθέσεις της υπερβαίνουν το ποσό των 26,000 ευρώ και συγκεκριμένα το Μάρτιο 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 40.820,33 ευρώ.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό μισθοδοσίας της ενάγουσας στην Τράπεζα "ALPHA BANK" εμφαίνονται αναλήψεις χρηματικών ποσών, ύψους 30.000 ευρώ στις 9.4.2010,31000 ευρώ στις 16.9.2013 και 4.000 ευρώ στις 27.12.2013, εκ των οποίων γίνεται μεταφορά, ποσού 31.000 ευρώ και 4.000 ευρώ στις 16.9.2014 και 27.12.2013, αντίστοιχα, στον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό της ίδιας στην ως άνω τράπεζα και στη συνέχεια, στις 29.8.2014 και 4.9.2014 γίνεται μεταφορά του ίδιου ποσού, συνολικού ύψους 35.000 ευρώ, στους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς της στην Τράπεζα Πειραιώς, ενώ το πρώτο αναληφθέν ποσό των 30.000 ευρώ δεν φαίνεται να είναι κατατεθειμένο σε κάποια τράπεζα, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι εφυλάσσετο στο χρηματοκιβώτιο της συζυγικής οικίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή , αναγνώρισε κυρία την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη των επίδικων κινητών πραγμάτων (χρηματικού ποσού 30.000 ευρώ, δέκα χρυσών λιρών και κοσμημάτων) και υποχρέωσε τον εναγόμενο να της τα αποδώσει, απέρριψε δε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη 48/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, και έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της άνω ουσιαστικής διάταξης, καθόσον εκτίθεται σ'αυτήν ότι: "το διεκδικούμενο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ προερχόταν από αποταμιεύσεις της από την εργασία της, αρχικά ως καθηγήτρια φιλόλογος στον ιδιωτικό τομέα και στη συνέχεια στην δημόσια εκπαίδευση και αφαιρέθηκε από το χρηματοκιβώτιο εντός του οποίου το φύλαττε, όταν διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους και αυτός εγκατέλειψε τον συζυγικό οίκο, οι δε από την ίδια διεκδικούμενες 10 χρυσές λίρες Αγγλίας, είχαν επίσης περιέλθει στην κυριότητα και νομή της, λόγω δωρεάς, μεμονωμένα, από τους γονείς και τους παππούδες της, από την πλευρά του πατέρα της, ως οικογενειακά κειμήλια, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, στις 20/06/1993 και κατά τους χρόνους γέννησης των τέκνων τους, στις 19/11/1995 ο Ν.
και στις 28/06/ 1997 η Ε., αφαιρέθηκαν δε από τον τελευταίο όταν διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους και αυτός εγκατέλειψε την συζυγική κατοικία". Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο προσδιορισμός των χαρτονομισμάτων με τον αριθμό κυκλοφορίας τους και η αναφορά ότι εντός του χρηματοκιβωτίου δεν υπήρχαν άλλα όμοια χαρτονομίσματα, αρκούσης της πιο πάνω σαφούς παραδοχής του Εφετείου, ενόψει και του ότι, σε κάθε περίπτωση, λόγο εφέσεως, περί αοριστίας της αγωγής, για τις επικαλούμενες ως άνω παραλείψεις δεν είχε προβάλλει με την έφεσή του.
Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο, κατά πρώτο μέρος και στον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμες, ενώ η αριθμητική και μόνο αναφορά της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, στον άνω 2ο λόγο, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού δεν ιδρύει τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο (ΑΠ2073/2014).Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η παράβαση ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν ποια συγκεκριμένα διδάγματα παρέβη το Δικαστήριο, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι συνίσταται η παράβαση. Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των μέσων, που προσκομίσθηκαν.
Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1εδ. β' ΚΠολΔ διότι παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, και ειδικότερα, δεχόμενο ότι: "η αναιρεσίβλητη διατηρούσε την κυριότητά της στα ένδικα χαρτονομίσματα και μετά την τοποθέτησή τους εντός του κοινής χρήσης χρηματοκιβωτίου της συζυγικής τους κατοικίας " παρέλειψε ,εσφαλμένα, να εφαρμόσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η τοποθέτηση αντικαταστατών κινητών πραγμάτων σε χώρο που φυλάσσονται άλλα όμοια οδηγεί σε σύμμιξη και καθόσον αφορά τα χαρτονομίσματα, τα οποία δεν προσδιορίζονται με τον αριθμό κυκλοφορίας τους, σε απόσβεση κυριότητας, λόγω αδυναμίας χωρισμού, με αποτέλεσμα ο δικαιούχος να έχει μόνο ενοχικές αξιώσεις αποζημίωσης, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 950, 1059 ΑΚ.
Οι άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, και τούτο διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι εντός του χρηματοκιβωτίου, όπου φυλασσόταν το ένδικο χρηματικό ποσό, υπήρχαν και άλλα χρήματα και δη χαρτονομίσματα, ούτε, σε κάθε περίπτωση, ότι επρόκειτο για "κοινής χρήσεως" χρηματοκιβώτιο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολο του. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα176,183 και 191 §2ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/09/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 67/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ