Legislator Case Law & Legislation
720/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commission fee claim where sale resulted from a third party's intervention, severing the causal link.

Case Number 720/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a commission fee claim. The court found that the sale contract was concluded following an open invitation by the buyer, not as a result of the appellant's mediation efforts. Consequently, the causal link required by Article 703 of the Civil Code was severed by the third party's intervention, rendering the fee claim inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 703 para. 1 Civil Code; The obligor who promised a commission to a mediator is only bound to pay if the contract is concluded as a consequence of that mediation, meaning a third party's independent intervention severs the causal link and extinguishes the obligation.

Keywords

AI generated
commission fee obligation mediator liability causal link severance third party intervention Article 703 Civil Code appeal dismissal contract formation consequence

Cited Legislation

AI generated
Art. 703 para. 1 Civil Code
Art. 559 para. 1 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1b Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 720/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μαρτίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Τσιατά, η οποία κατάθεσε προτάσεις και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ελένης Φρουδάκη και Κωνσταντίνου Βαγενά, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 97/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 3793/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 15-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 3793/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους εναγομένους εφέσεων κατά της 97/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας επί της από 3-5-2010 (με αριθμό κατάθεσης ...-5-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 εδ. α’ ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια "μόνο" της συμβολής του μεσίτη.

Ήτοι, είναι απαραίτητη η κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου και αφετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 815/2007). Η διαπίστωση των περιστάσεων, υπό τις οποίες, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκδηλώθηκε η μεσιτική δραστηριότητα, που προβάλλεται ως αίτιο και υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σκοπούμενη σύμβαση, που προβάλλεται ως αποτέλεσμα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό.

Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή γίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η συναγωγή, όμως, της κρίσης περί του εάν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, υπό τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υφίστατο ή όχι αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας, ως πρόσφορης αιτίας και της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως επελθόντος αποτελέσματος, είναι ζήτημα νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και 19, ΑΠ 1119/2005).

Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει κατ’ αρχήν το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη. Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες και σε περίπτωση αμφιβολίας κατ’ ίσα μέρη (ΑΚ 480).

Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι. Αμοιβή οφείλεται μόνο αν η καταρτισθείσα σύμβαση ταυτίζεται με τη σκοπούμενη. Η απόκλιση, όμως, μεταξύ του, αρχικώς, επιδιωχθέντος και του, τελικώς, επιτευχθέντος τιμήματος δεν αίρει την ταυτότητα αυτή, αφού η διαμόρφωσή του αποτελεί πάντοτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ουδέποτε μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 703 και 724 ΑΚ συνάγεται ότι η μεσιτική εντολή δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε και χωρίς αιτιολόγηση, η δε δήλωση ανάκλησης μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Η ανάκλησή της, όμως, δεν επηρεάζει αρνητικά το δικαίωμα επί της μεσιτικής αμοιβής, εφόσον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα μεσολάβησης ή υπόδειξης του μεσίτη, που είχε συντελεσθεί πριν από την ανάκληση (ΑΠ 52/2012, ΑΠ 333/1999).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σε αυτά παραμένει αναιρετικά ανέλεγκτη.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 444/2014).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3793/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων.

Ότι στο πλαίσιο των εργασιών της, έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για τον εαυτό του και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, μητέρας του (ήδη αναιρεσίβλητοι) την από 19-10-2007 εντολή να μεριμνήσει για την πώληση ή τη μίσθωση ολοκλήρου ή μέρους πολυωρόφου κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 1.850 τμ, που βρίσκεται στη Μεταμόρφωση Αττικής επί της συμβολής των οδών ..., ανεγερθέντος επί οικοπέδου εμβαδού 1.150 τμ.

Ότι ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 1% επί του πραγματικού τιμήματος της πώλησης και σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης ένα μηνιαίο μίσθωμα, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ποσοστού 19%, σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Ότι της υπογραφής της εν λόγω εντολής είχε προηγηθεί επικοινωνία των μερών, μέσω τηλεομοιοτυπίας, που απέστειλε ο πρώτος εναγόμενος την 25-1-2007, με την οποία έδινε περιγραφή του ακινήτου (αποτελούμενου από υπόγειο, ισόγειο, τρεις ορόφους και αποθηκευτικούς χώρους), συνολικής αξίας 3.000.000 ευρώ.

Ότι, την 11-9-2008, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, η ενάγουσα επέδειξε στο νόμιμο εκπρόσωπο της τρίτης εναγομένης εταιρίας, Μ. Α., μεταξύ άλλων ακινήτων και το προαναφερόμενο. Ότι ο τελευταίος, ενεργώντας για λογαριασμό της εταιρίας, χορήγησε στην ενάγουσα σχετική εντολή για υπόδειξη ακινήτου προς αγορά, αντί αμοιβής ανερχόμενης αρχικά σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος της σκοπούμενης σύμβασης, ενώ στη συνέχεια, σε δεύτερη επίσκεψη στο ακίνητο την 21-10-2008, υπεγράφη νέα εντολή, οπότε η αμοιβή συμφωνήθηκε σε ποσοστό 1,25% επί του συνολικού πραγματικού τιμήματος.

Ότι η τρίτη εναγομένη εταιρία ενδιαφερόταν για αγορά ακινήτου στην ευρύτερη περιοχή του ..., διότι ήθελε το νέο ακίνητο να γειτνιάζει, κατά το δυνατόν, με έτερο ακίνητο, ιδιοκτησίας της, κείμενο στην ίδια περιοχή. Ότι κατά τον παραπάνω χρόνο, ο ισόγειος χώρος του εν λόγω ακινήτου των δύο πρώτων εναγομένων ήταν μισθωμένος στην εταιρία με την επωνυμία "...

ΟΕ", η οποία το χρησιμοποιούσε ως εργαστήριο ξυλείας. Ότι κατ’ εκείνο το χρόνο (Σεπτέμβριο- Οκτώβριο 2008) η τρίτη εναγομένη δεν βρήκε της αρεσκείας της το πιο πάνω ακίνητο και απευθύνθηκε και σε άλλους μεσίτες. Ότι η τρίτη εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, την 28-6-2009, απηύθυνε ανοικτή επιστολή σε μεγάλο αριθμό μεσιτικών γραφείων, με την οποία τους γνωστοποιούσε το ενδιαφέρον της για αγορά ακινήτου στην περιοχή ..., όπου θα στεγάζονταν τα γραφεία της και εγκαταστάσεις συστημάτων τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής, στη δε επιστολή καθορίζονταν τα κριτήρια επιλογής του νέου κτιρίου και τα επιθυμητά γενικά χαρακτηριστικά του και, κυρίως, η ανάγκη χώρων εγκατάστασης εξοπλισμού δικτύων, κέντρου λειτουργιών, γραφεία μηχανικών και βοηθητικών χώρων.

Ότι οι προσφορές για τα ακίνητα που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προδιαγραφές, θα έπρεπε να κατατεθούν με κλειστό φάκελο στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, μέχρι την 6-7-2009, θα περιλαμβάνονταν σε κατάλογο και, μετά την επί τόπου επίσκεψη, θα υποβάλλονταν τελικές κλειστές προσφορές, ενώ θα ακολουθούσε διαπραγμάτευση.

Ότι υποβλήθηκαν κλειστές προσφορές από μεσιτικά γραφεία, μεταξύ των οποίων και αυτό της ενάγουσας, η οποία πρότεινε άλλα ακίνητα και όχι το προαναφερόμενο, ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων. Ότι για το εν λόγω ακίνητο υπέβαλε προσφορά, την 6-7-2009, η εταιρία με την επωνυμία "...", προς την οποία είχε δοθεί η σχετική εντολή πώλησης την 3-7-2009 από τους ιδιοκτήτες του ακινήτου, η οποία εκπροσωπείτο από την εταιρία με την επωνυμία "...", μεταξύ των οποίων υπήρχε συνεργασία.

Ότι το έγγραφο της προσφοράς υπογραφόταν από τον Δ. Γ., διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας "...", ο οποίος είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση της διαπραγμάτευσης πώλησης του ακινήτου, κατόπιν σχετικής εντολής των ιδιοκτητών, που εδόθη με το από 15-5-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η πιο πάνω εταιρία ανέλαβε, ως εντολοδόχος, την επιμέλεια "συμμετοχής του ακινήτου" στο διαγωνισμό της ..., με αρχική τιμή προσφοράς το ποσό των 3.800.000 ευρώ, ενώ σε περίπτωση πραγματοποίησης της πώλησης συμφωνήθηκε ως μεσιτική αμοιβή ποσοστό 2% επί της τελικής τιμής πώλησης, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέα από την κάθε πλευρά των εντολέων σε περίπτωση κατάρτισης αυτής.

Ότι από τα προσφερθέντα ακίνητα, προτιμήθηκε αυτό των δύο πρώτων εναγομένων, που προτάθηκε από την ως άνω εταιρία, διότι οι δύο όροφοι αυτού ήταν έτοιμοι για άμεση αξιοποίηση, ο συνδυασμός υπογείου και ισογείου είχε αρκετό ύψος που κάλυπτε τις ανάγκες του data center, ενώ μέρος του υπογείου ήταν κατάλληλο για τοποθέτηση γεννήτριας ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων.

Ότι η εταιρία "..." απέστειλε προς την τρίτη εναγομένη το από 26-10-2009 έγγραφό της, με το οποίο έδωσε πλήρη περιγραφή του ακινήτου, ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων, καθώς και την τελική προσφορά ως προς το ύψος του τιμήματος, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 3.360.000 ευρώ. Ότι την 18-2-2010 υπεγράφη το .../18-2-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Γ. (που μεταγράφηκε νόμιμα), δυνάμει του οποίου οι δύο πρώτοι εναγόμενοι μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη, τις ανήκουσες στον καθένα οριζόντιες ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου, αντί πραγματικού τιμήματος 3.320.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 2.391.034,29 ευρώ αντιστοιχεί στο τίμημα των οριζοντίων ιδιοκτησιών του πρώτου εναγομένου και το υπόλοιπο των 928.965,71 ευρώ αντιστοιχεί στο τίμημα των οριζοντίων ιδιοκτησιών της δεύτερης εναγομένης.

Ότι στην κατάρτιση της αγοραπωλησίας καθοριστική ήταν η συμβολή του Δ. Γ., όπως προκύπτει από την συχνή ανταλλαγή εγγράφων μηνυμάτων μεταξύ αυτού και του εκπροσώπου της αγοράστριας. Ότι για την εκτέλεση της εντολής, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, πωλητές, κατέβαλαν στην εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία, ως μεσιτική αμοιβή, το ποσό των 57.286,60 ευρώ ο πρώτος και το ποσό των 21.729,40 ευρώ η δεύτερη.

Ότι, βάσει των προεκτεθέντων, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός της συναφθείσας σύμβασης μεσιτείας μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων και αφετέρου της αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου, διότι η αιτία κατάρτισης της αγοραπωλησίας δεν υπήρξε η αρχική υπόδειξη του ακινήτου από την ενάγουσα στην τρίτη εναγομένη, που έλαβε χώρα κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2008, αλλά αυτή (αγοραπωλησία) συντελέστηκε περί τον ενάμιση χρόνο αργότερα, μετά την ανοικτή πρόσκληση που απηύθυνε η τρίτη εναγομένη προς μεγάλο αριθμό μεσιτών, όπου συμμετείχε και η ενάγουσα, πλην όμως το συγκεκριμένο ακίνητο δεν προτάθηκε εκ μέρους της.

Ότι αυτό προτάθηκε από άλλο μεσιτικό γραφείο και πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση με τη συμβολή του Δ. Γ., ο οποίος, βάσει της σχετικής σύμβασης εντολής, ανέλαβε τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων μέχρι και τον καθορισμό του ύψους του τιμήματος πώλησης, το οποίο και έγινε αποδεκτό. Ότι η ενάγουσα δεν ενημέρωσε τους πωλητές για την ύπαρξη του διαγωνισμού, ούτε εκπροσώπησε αυτούς και το ακίνητό τους και, συνεπώς, μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (αρχικής υπόδειξης) και της πραγμάτωσης της σύμβασης, δεν υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα.

Ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των δύο αυτών ενεργειών διεκόπη, διότι παρεισέφρησε άλλο γεγονός, δηλαδή η διενέργεια ανοικτής πρόσκλησης και η μεσολάβηση άλλου προσώπου για την κατάρτισή της και η συναφθείσα αγοραπωλησία δεν υπήρξε απότοκος οποιασδήποτε μεσιτικής ενέργειας της ενάγουσας και ως εκ τούτου ουδεμία αμοιβή δικαιούται η τελευταία τόσο από τους πωλητές όσο και από την αγοράστρια.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση με τους πρόσθετους λόγους της των δύο πρώτων εναγομένων, καθώς και την έφεση της τρίτης εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και επιδικασθεί στην ενάγουσα η αιτηθείσα μεσιτική αμοιβή, στη συνέχεια δε, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 703 εδ.α’ ΑΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι δέχθηκε σαφώς και με πλήρη αιτιολογία ότι η πώληση του ακινήτου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, ως πωλητών και της τρίτης εναγομένης, ως αγοράστριας, δεν υπήρξε απότοκος μεσιτικής δραστηριότητας της ενάγουσας, καθόσον μεταξύ της ενέργειας της τελευταίας (αρχικής υπόδειξης) και της σύναψης της σύμβασης, δεν υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, διότι ο αιτιώδης σύνδεσμος διεκόπη με τη μεσολάβηση άλλου μεσίτη για την κατάρτισή της, κατόπιν της ανοικτής πρόσκλησης της τρίτης εναγομένης, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενοι απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1’ και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1β’ ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος με τη μεσολάβηση άλλου μεσίτη και η συναφθείσα αγοραπωλησία δεν υπήρξε απότοκος των δικών της ενεργειών, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία μόνο οι δικές της ενέργειες ήταν απολύτως πρόσφορες να επιφέρουν το αποτέλεσμα της σκοπούμενης σύμβασης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού συνδέεται με τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι με την υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου ή με την ερμηνεία του κανόνα δικαίου.

Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον τρίτο λόγο προσάπτεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας, και πάλι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ούτε κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση από το Εφετείο.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων αφ’ ενός οι πωλητές και αφ’ ετέρου η αγοράστρια αμύνθηκαν αυτοτελώς και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 3793/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα εκάστης ομάδας των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ