Legislator Case Law & Legislation
720/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on forest ownership in Ionian Islands, ruling no public title exists.

Case Number 720/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that recognized private ownership of a forest in the Ionian Islands. The State argued for a presumption of public ownership based on historical statutes, but the court found no evidence of acquisition through purchase, gift, or inheritance. Consequently, the court held that without a valid title, the State cannot claim ownership over the forested land.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 14-16 of the Law of 21 June/10 July 1837 on the distinction of properties; The State cannot claim ownership of forested land in the Ionian Islands without a specific title of acquisition, as the presumption of public ownership does not apply absent proof of lawful acquisition.

Keywords

AI generated
forest ownership Ionian Islands presumption of public title private property rights historical succession acquisition of title State liability

Cited Legislation

AI generated
Law of 21 June/10 July 1837 on the distinction of properties
Royal Decree of 16 November 1836 on private forests
Articles 1, 2, 14-16 of the Ionian Civil Code
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 720/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10/6/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α' άρθρο 2, Κεφ. Δ' Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6),των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας (άρθρα 10, 11, 13 και 14), συνάγεται ότι επί των στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια .από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου, και ειδικότερα για τη Κεφαλονιά η διανομή της εγχώριας περιουσίας της ρυθμίστηκε με το ν. 41/1878.

Συνεπώς, επί των στην Επτάνησο δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής αρχής ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ-.Ι εδ. β" του Ν. 998/1979, στο οποίο ορίζεται ότι: "Κατ' εξαίρεσιν η διάταξις της παρ. 1 εδ.α' του ίδιου άρθρου (που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων) δεν ισχύει εις . τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων ... .

Συνεπώς, προκειμένου περί δασών στην Επτάνησο μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα, ή από τις 23.2.1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου5 κτήσεως κυριότητας (βλ.

ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34.76) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο είναι ένα ακίνητο, επιφανείας 2.808 τετραγωνικών μέτρων, που ευρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ ..., της επαρχίας Σάμης, του νομού Κεφαλληνίας.

Τούτο αποτυπώνεται στο από μηνός Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ. με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και με όρια, βόρεια -βορειοανατολικά επί πλευράς Α-Β με αγροτικό δρόμο, νότια - νοτιοδυτικά επί πλευράς Γ-Δ με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Παναγίας Θεμάτων, ανατολικά -νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Δ με ιδιοκτησία αδελφών Σ.

Μ. και δυτικά-βορειοδυτικά επί πλευράς Β-Γ με ιδιοκτησία Δ. Ρ.. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, συνολικής επιφανείας επτά (7) περίπου στρεμμάτων, το οποίο περιήλθε στον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Γ. Μ. με αγορά από τον Π. Β., αρχικά κατά το ήμισυ προς τα δυτικά με το υπ' αριθμ. .../18.7.1927 συμβόλαιο εξωνήσεως του συμβολαιογράφου Πυλαραίων Παναγή Μακρή και στη συνέχεια κατά το ήμισυ προς τα ανατολικά με το υπ' αριθμ. .../10.2.1930 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγραφεί, νόμιμα.

Ο ανωτέρω αποβίωσε στις 26.11.1936 χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη και κληρονομήθηκε από α) τη σύζυγο του Μ. Μ. σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία μεταποβίωσε τούτου στις 20.1.1968, β) τη θυγατέρα του Α. χήρα Γ. Ρ. σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και γ) τη θυγατέρα του Κ. συζ. Ε. Μ. σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου. Με την υπ' αριθμ. .../1.7.1971 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Σιδηροπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, οι προαναφερόμενες θυγατέρες του Γ.

Μ. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά των γονέων τους και ούτω κατέστησαν συγκύριες επί του ως άνω ακινήτου; σε ποσοστό ιΑ εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Ακολούθως με το υπ' αριθ. .../1.7.1971 δωρητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, οι ανωτέρω συγκύριες του εν λόγω ακινήτου μεταβίβασαν τούτο με δωρεά στους αδελφούς α) Π.

Ρ. (πατέρα του ενάγοντος), β) Σ.-Δ. Ρ. και γ) Γ. Ρ., τέκνα της πρώτης και ανήψια της δεύτερης, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, εκ των οποίων ο Γ. Ρ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17.1.1977 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Δρακόπουλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, δώρησε το ιδανικό του μερίδιο στον Π.

Ρ., ο οποίος έτσι απέκτησε τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Κατόπιν εξώδικης, διανομής, που συμφωνήθηκε μεταξύ των συγκυρίων αδελφών και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../18.11.2006 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Σπυρίδωνα-Διονυσίου Δραγκουλόγκωνα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 2.808 τ.μ.

περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος Π. Ρ., ο οποίος με το υπ' αριθμ. .../28.12.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε τούτο στον ενάγοντα. Οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατείχαν και νέμονταν το όλο ακίνητο των επτά (7) στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο όπως λέχθηκε, αρχικά με τις προϋποθέσεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή συνεχώς, αδιακόπως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας, και στη συνέχεια (από 23.2.194.6) με τις προϋποθέσεις, του Αστικού.

Κώδικα, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το επόπτευαν, επιμελούνταν των ορίων του, το εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους της περιοχής και εισέπρατταν τα μισθώματα, όπως βεβαιώνει ο μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος γνωρίζει όσα καταθέτει από ιδία αντίληψη και από διηγήσεις του πατέρα του.

Τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισε να ενεργεί επί του επιδίκου, μετά τη γενόμενη εξώδικη διανομή του όλου ακινήτου, ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, στον οποίο τούτο περιήλθε, με συνέπεια να έχει καταστεί κύριος αυτού, εκτός από τον παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων του.

Επομένως ο ενάγων, εφόσον απέκτησε από. κύριο, από της μεταγραφής του παραπάνω συμβολαίου γονικής παροχής έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου. Ωστόσο το εναγόμενο, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1967/16.3.2007 πράξη του Διευθυντή Δασών, χαρακτήρισε το επίδικο κατά ένα τμήμα του, επιφανείας 1.124,85 τ.μ., ως δασική έκταση και κατά το υπόλοιπο τμήμα του, επιφανείας 1.683,13 τ.μ., ως χορτολιβαδική έκταση, που ανήκαν στην κυριότητα του, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα του ενάγοντος επί του εν λόγω ακινήτου.

Τον ίδιο ισχυρισμό περί δασικού και χορτολιβαδικού χαρακτήρα του επιδίκου και εντεύθεν περί ιδίας κυριότητας σ' αυτό προέβαλε και κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της υπό κρίση αγωγής. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι μόνη η δασική μορφή της έκτασης.

δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23.2.1946) τρόπους κτήσης κυριότητας, δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, κατάληψη αδέσποτου ή ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου.

Σημειωτέον ότι το εναγόμενο το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο και ανεξουσίαστο κατά τον χρόνο της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση απέκτησε την κυριότητα αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού έκτοτε το κατέλαβε και το διαχειρίζεται δια των αρμοδίων οργάνων του.

Επομένως, εφόσον το εναγόμενο δεν έλαβε ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους κανένα περιουσιακό στοιχείο της διανεμηθείσης επιχωρίου περιουσίας και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το από 16.11.1836 βασιλικό διάταγμα, που αναγνωρίζει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τις αποτελούσες δάση εκτάσεις, αλλά οφείλει να διαχειρίζεται, ως δημόσια, μόνο τα δάση ή τις δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους ή χρησικτησία και όχι όλα τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητα τους έναντι αυτού.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα από ουσιαστική άποψη, συνακόλουθα δε και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο του επίδικου ακινήτου, απορρίπτοντας την ένσταση περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού, ως κατά τεκμήριο δημόσιας έκτασης λόγω του δασικού χαρακτήρα της που περιήλθε στην κυριότητα του μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, ακολούθως δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ούτε κάποια άλλη διάταξη ουσιαστικού δίκαιου και, ειδικότερα, εκείνες των άρθρων 422-429 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα που ίσχυσε στην περιοχή πριν από την ένωση των Ιόνιων Νήσων με την Ελλάδα κατά το έτος 1864 και των άρθρων 1, 2, 14-16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων". Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/6/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 35/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ