Legislator Case Law & Legislation
720/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to verify compliance with court decision before imposing fines.

Case Number 720/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had upheld an eviction order and imposed fines on a tenant company. The court found the lower court erred by accepting that the tenant had complied with the eviction order through a private settlement, without verifying this compliance against the court's binding decision. Consequently, the court ruled that the lower court violated substantive law by failing to ensure the tenant was actually in compliance before imposing penalties.

Legislator headnote

AI generated

Article 947 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The court must verify the tenant's actual compliance with the eviction order before imposing fines, and a private settlement does not automatically satisfy this requirement if it contradicts the court's decision.

Keywords

AI generated
eviction order enforcement tenant compliance verification civil penalty imposition substantive law violation appeal against eviction private settlement validity Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 947 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 720/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "EL-AL ISRAEL AIRLINES", που εδρεύει στο … και διατηρεί υποκαστάστημα στην Ελλάδα, στο … νόμιμα εκπροσωπούμενης, και 2)Φ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Α. Κ. του Ι., 2)Ά. συζ. Α. Κ., το γένος Κ. Π. και 3)Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιουμένης της κλήσης στους: 1)Ι. Μ. του Δ. και 2)Ε. Τ., συζ. Ι. Μ., ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 29/3/2006 πρόσθετη παρέμβαση των Ι. Μ. του Δ. και Ε. Τ., συζ. Ι. Μ., οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1061/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5823/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30/11/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1328/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 9/1/2013 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 14-2-2011 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία κατά το μέρος που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτές θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου για παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσης του οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσης του προς παράλειψη (με την επιχείρηση του παραλειπτέου) ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας απόφασης, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή. Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παραβίασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παραβίαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή και, επομένως, αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ.

Η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της διάταξης αυτής ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ. Δεν μπορεί, όμως, να εφαρμοστεί η πιο πάνω διάταξη, αν ο οφειλέτης έχει ήδη συμμορφωθεί με την απόφαση που τον καταδίκασε σε παράλειψη ή ανοχή, έστω και αν η συμμόρφωση του πραγματοποιήθηκε μετά την επίδοση σ' αυτόν της απόφασης και της σχετικής επιταγής και την πάροδο του τριημέρου του άρθρου 926 παρ.1 ΚΠολΔ, οπότε ο δανειστής δεν μπορεί πλέον να επιδιώξει την είσπραξη της χρηματικής ποινής ή την απαγγελία της προσωπικής κράτησης .

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1132 ΑΚ και 13 του α.ν. 3741/1929, σε περίπτωση χρησιμοποίησης από το μισθωτή ορισμένης διαιρεμένης ιδιοκτησίας για απαγορευμένη από τον κανονισμό της πολυκατοικίας χρήση προσβάλλεται, μεταξύ άλλων, το εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας των συνιδιοκτητών, οι οποίοι δικαιούνται να στραφούν κατά του μισθωτή, ζητώντας να αναγνωριστεί η δουλεία τους και να παύσει η απαγορευμένη χρήση, υποχρεώνοντας τον προς τούτο με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κατ' άρθ. 947 παρ.1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συνεπικαρπωτές οι δύο πρώτοι και ψιλή κυρία η τρίτη επί- του Δ-3 διαμερίσματος πολυκατοικίας επί της Λεωφόρου Συγγρού αρ. 225-227, οι δε προσθέτως παρεμβαίνοντες είναι συγκύριοι του Δ-4 διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας το οποίο εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγομένη εταιρία για την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της.

Μετά από αγωγή που άσκησαν οι ως άνω ενάγοντες κατά των εναγομένων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 485/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, που κατέστη τελεσίδικη με την 2936/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αμετάκλητη με την 1725/2006 απόφαση, του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή (ομολογήσεως δουλείας) με την οποία:

α) αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες, (συνεπικαρπωτές και ψιλή κυρία, του Δ-3 διαμερίσματος) είναι δικαιούχοι πραγματικής, δουλείας, σε βάρος του Δ-4 μισθίου διαμερίσματος, η οποία συνίσταται στην - κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού της πολυκατοικίας- μη χρησιμοποίηση του Δ-4 διαμερίσματος από την πρώτη εναγομένη, ως μισθώτρια αυτού βάσει σύμβασης μίσθωσης με τους παρεμβαίνοντες, για την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της, και β) υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να παύσει την μίσθωση του Δ-4 διαμερίσματος και να παραλείπει στο μέλλον κάθε πράξη προσβολής των εναγόντων στην άσκηση της παραπάνω πραγματικής .δουλείας τους, με απειλή κατά του δεύτερου εναγόμενου, ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης, χρηματικής ποινής 300 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε μελλοντική προσβολή.

Ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της παραπάνω απόφασης, περιλαμβάνουσα αυτούσιες τις διατάξεις του διατακτικού της, με επιταγή προς εκτέλεση, επιδόθηκε νομότυπα στον δεύτερο εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, στις 31.5.2005, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../31.5.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ….

Η εναγομένη όμως, παρά την κοινοποίηση της παραπάνω απόφασης, με την επιταγή προς εκτέλεση και τη γνώση της παραπάνω υποχρέωσης της που συνίσταται στη μη χρησιμοποίηση του υπό στοιχεία Δ-4 μισθίου διαμερίσματος, από πρόθεση, δηλαδή από απείθεια, δεν συμμορφώθηκε προς την παραπάνω διάταξη της απόφασης και παραβίασε αυτήν.

Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη συνέχισε τη μίσθωση του Δ-4 διαμερίσματος, χρησιμοποιώντας το για την επιχειρηματική δραστηριότητα της και καταβάλλοντος στους εκμισθωτές το- μίσθωμα του Ιουνίου έτους 2005. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ και την καταδίκη των εναγομένων στην απειληθείσα χρηματική ποινή1 και προσωπική κράτηση, δηλαδή ύπαρξη εκτελεστής απόφασης, επίδοση αυτής και παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης της κατά τον ως άνω χρόνο από πρόθεση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους και προσθέτως παρεμβαίνοντες που επαναφέρονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης τους, ότι δηλαδή η πρώτη εναγομένη συμμορφώθηκε με την παραπάνω απόφαση κατά το μόνο δυνατό τρόπο, δηλαδή ασκώντας στις 17.11.2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά των εκμισθωτών (προσθέτως παρεμβαινόντων) αγωγή καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στο ότι είναι αδύνατη, άλλως υπέρμετρα ν δυσβάστακτη για την ίδια η συνέχιση της μίσθωσης, ενόψει του διατακτικού της υπ' αριθμ. 485/2004 απόφασης Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, που είναι αβάσιμοι.

Και τούτο" γιατί τόσο οι μισθωτές (εναγόμενοι) όσο και οι εκμισθωτές (παρεμβαίνοντες) είχαν τη δυνατότητα έγκυρης λύσης της ένδικης εμπορικής μίσθωσης, πριν συμπληρωθεί η 12ετής εκ του νόμου διάρκεια της, με μεταγενέστερη συμφωνία τους, 5L' εγγράφου βεβαίας χρονολογίας (βλ. ΑΠ,705/1994 ΕλλΔνη 1995, 863, ΕφΛαρ 335/2003, Δικογρ.2003/394, Εφ Πειρ 229/2002, ΕΔΠολ2003, 372).

Πρέπει να σημειωθεί ότι: α) και οι παρεμβαίνοντες-εκμισθωτές, υποχρεούνται δικαστικώς να παύσουν την εκμίσθωση του Δ-4 διαμερίσματος προς την πρώτη εναγομένη, δυνάμει της 231/2003 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής που άσκησε ο διαχειριστής της πολυκατοικίας κατά του δικαιοπαρόχου τους-Δ.

Γ.-οι οποίοι επομένως, ως ειδικοί διάδοχοί του, δεσμεύονται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης και β) έχουν ασκήσει και αυτοί αγωγή καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης επικαλούμενοι τον ίδιο ως άνω λόγο, ότι δηλ. είναι αδύνατη άλλως υπέρμετρα δυσβάσταχτη γι' αυτούς η συνέχιση της μίσθωση ενόψει της ως άνω απόφασης (231/2003), και συνεπώς συμφωνούν και οι δύο πλευρές -εκμισθωτές και μισθώτρια - στη συναινετική λύση της μίσθωσης.

Το γεγονός ότι η παραπάνω αγωγή καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης της πρώτης εναγομένης απορρίφθηκε με την 926/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου,, καθώς και το γεγονός ότι με την 1639/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η 1881/2005 απόφαση, του Δικαστηρίου τούτου που είχε κάνει, δεκτή την αγωγή των παρεμβαινόντων για καταγγελία της σύμβασης δεν συνεπάγονται και αδυναμία λύσης της σύμβασης.

Τέλος, οι πρόσθετοι λόγοι των εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται: α) ότι η πρώτη εναγομένη συμμορφώθηκε προς το διατακτικό της υπ' αριθ. 485/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, αφού προ της συζήτησης των υπό κρίση εφέσεων, και συγκεκριμένα στις 22/1/2009 συμφώνησε με τους εκμισθωτές και έλυσε συμβατικά την ένδικη μίσθωση, και συνεπώς δεν μπορεί πλέον να επιδιωχθεί η είσπραξη της χρηματικής ποινής και η απαγγελία της προσωπικής κράτησης, αφού εξέλιπε η ανάγκη εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, αλυσιτελώς προβάλλονται στην παρούσα δίκη, και, ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι μόνο η βεβαίωση της παραβάσεως, από τους εναγομένους, ανεξάρτητα μάλιστα αν μετά την παράβαση η απόφαση εξαφανίστηκε ή έχασε την ισχύ της, γιατί ακόμη και στην περίπτωση αυτή δεν αίρεται το πραγματικό μέρος της παραβάσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους των εφέσεων των αναιρεσειόντων και των Ι. Μ., Ε. Τ. (εκμισθωτών του επίδικου διαμερίσματος) κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 15/6/2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων (συνεπικαρπωτών και ψιλής κυρίας αντίστοιχα του Δ-3 διαμερίσματος της πολυκατοικίας) και απέρριψε την υπέρ των αναιρεσειόντων πρόσθετη παρέμβαση των πιο πάνω εκμισθωτών του επίδικου Δ-4 διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας, βεβαίωσε την παράβαση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας (μισθώτριας του εν λόγω διαμερίσματος) της απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και υποχρέωσε το δεύτερο αναιρεσείοντα (διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας αεροπορικής εταιρείας) να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε μελλοντική προσβολή, επιπλέον δε του επέβαλε προσωπική κράτηση ενός μηνός.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, παρά τη συμμόρφωση της μισθώτριας εταιρείας (πρώτης αναιρεσείουσας) στο διατακτικό της απόφασης του Ειρηνοδικείου που την υποχρέωσε να παύσει την απαγορευμένη μίσθωση του επίδικου (Δ-4) διαμερίσματος, η οποία (συμμόρφωση) συνίστατο στη συμβατική λύση της ένδικης μίσθωσης με τους εκμισθωτές, έστω και μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Ειρηνοδικείου με επιταγή προς εκτέλεση και την πάροδο του τριημέρου, αλλά πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, ισχυρισμό που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης τους κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως, είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5823/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ