Supreme Court dismisses appeal regarding labor contract classification and family allowance eligibility for employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the insurance organization against twenty-one former employees of the Greek State. The employees argued that the court below incorrectly classified their contracts as work contracts rather than employment contracts, thereby denying them family allowances for the period prior to their reclassification. The court held that the lower court correctly identified the pre-existing contracts as genuine work contracts, meaning the reclassification could not retroactively alter the nature of those agreements or grant past benefits. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for most parties and dismissed for others, with the appellant ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 and 4, 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure; The court must examine ex officio whether a party expedited the appeal hearing; if the absent party expedited it validly, the case proceeds as if all parties were present, otherwise the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 720/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΤΕΒΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μούτσου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ., 2) Ο. Μ., 3) Μ. Κ., 4) Μ. Μ., 5) Ε. Π., 6) Μ. Ξ., 7) Μ. Ζ., 8) Α. Ρ., 9) Π. Α., 10) Π. Π., 11) Π. Ν., 12) Ε. Κ., 13) Κ. Κ., 14) Γ. Α., 15) Κ. Ξ., 16) Ν. Κ., 17) Σ. Τ., 18) Π. Π., 19) Μ. Ρ. - Κ., 20) Σ. Α. και 21) Κ. Π., όλων κατοίκων …. Οι 3η, 10η και 17η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπασπύρου, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από με αριθμ. καταθ. 133/11-10-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 30-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (A) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθ. 575 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει έγκυρα ο ίδιος την συζήτηση της υπόθεσης κατά την δικάσιμο, κατά την οποία εχώρησε η αναβολή, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτήν, είτε είχε σε κάθε περίπτωση παραστεί νόμιμα κατ' αυτήν, καθόσον με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, εάν δηλ. κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε νόμιμα ο ίδιος την συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί ή δεν παραστάθηκε νόμιμα, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την προηγουμένη δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα (άρθ. 94 § 1, 96 § 1, 104 ΚΠολΔ), η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου (ΑΠ 1406/2012, 479/2012, 281/2011, 1399/2010).
Ειδικά, εάν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων για την εγκυρότητα της κλήτευσής του, άρα και για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1876/2011, 1308/2011, 622/2011, 303/2008). (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 195/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 449/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε έναν απ' αυτούς τα εκεί ποσά για οικογενειακό επίδομα οφειλόμενο από την παροχή σ' αυτό εξαρτημένης εργασίας, προσδιορίσθηκε με την επίσπευση του αναιρεσείοντος και με την από 26-7-2011 κλήση του (ύστερ' από ματαίωση της συζήτησης κατά την δικάσιμο της 18-3-2008) η δικάσιμος της 10-1-2012, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο της 22-5-2012, κατά την οποία, παρισταμένων επίσης των αναιρεσιβλήτων διά πληρεξουσίου δικηγόρου, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 6-11-2012, κατ' αυτήν δε, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι επίσης παρέστησαν διά πληρεξουσίου δικηγόρου, αναβλήθηκε και πάλι (από το πινάκιο) για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (2) Κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από τους αναιρεσίβλητους παρέστησαν νόμιμα οι 3η, 10η και 17η, ενώ οι υπόλοιποι δέκα οκτώ ήταν απόντες και δεν παραστάθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο (3) Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. ...2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, στους ως άνω απολειπομένους αναιρεσίβλητους είχε επιδοθεί από το αναιρεσείον νόμιμα και εμπρόθεσμα, πλην των 6ου, 16ης και 18ης, ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσης, με την οποία αυτό επέσπευσε την συζήτηση, με πράξη ορισμού της δικασίμου της 10-1-2012 και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο αυτήν, ενώ ειδικά στους 6ο, 16η και 18η αναιρεσιβλήτους, στους οποίους η κλήση αυτή για την 10-1-2012 είχε επιδοθεί νόμιμα την 23-2-2012, 13-3-2012 και 1-3-2012 αντίστοιχα (εκθέσεις επίδοσης …/2012 του δικασ.
επιμελητή Ρόδου Σ. Κ., …/2012 της δικαστ. επιμελήτριας Καρδίτσας … και …/2012 του δικαστ. επιμελητή Τρίπολης …), δηλ. μετά την δικάσιμο της 10-1-2012, ανεξάρτητ' από την παράστασή τους κατ' αυτήν, επιδόθηκε και η από 18-1-2012 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για την δικάσιμο της 22-5-2012 (εκθέσεις επίδοσης με αριθ.
…2012 του δικαστ. επιμελητή Ρόδου Σ. Κ., …/2012 της δικαστ. επιμελήτριας Καρδίτσας … και …/2012 του δικαστ. Επιμελητή Τρίπολης …, αντίστοιχα). Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι στους τώρα απόντες αναιρεσιβλήτους είχε επιδοθεί, εκτός από την ως άνω κλήση, και αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφού το επισπεύδον την συζήτηση αναιρεσείον δεν προσκομίζει, αλλά και δεν επικαλείται, αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης, περιοριζόμενο στην επίκληση και προσκομιδή των ως άνω εκθέσεων επίδοσης μόνο της κλήσης.
Επομένως και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι δεν προκύπτει επίσης, εάν οι εκπροσωπήσαντες τους απόντες αναιρεσιβλήτους ως πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατά τις ως άνω δικασίμους είχαν σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, οι ως άνω αναβολές της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για τις μετ' αναβολές δικασίμους δεν ισχύουν ως κλήτευση αυτών και για την συζήτηση αυτή, και συνεπώς πρέπει ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ως προς τις παριστάμενες 3η, 10η και 17η αναιρεσίβλητες, υφισταμένης σύμφωνα με τα προεκτεθέντα μεταξύ αυτών και των απόντων αναιρεσιβλήτων απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (άρθ. 576 § 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει κατ' άρθ. 98 § 1 αυτού και τις εκκρεμείς, όπως η προκειμένη, υποθέσεις κατά την έναρξη ισχύος αυτού, δηλ.
την δημοσίευσή του την 20-3-2013 στην ΕτΚ, ΦΕΚ Α' 74, βλ. και άρθ. 104 του ίδιου νόμου).
ΙΙ. (A) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (AΠ 373/2013).
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κ.λπ. (ΑΠ 433/ 2011). (B) Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 §§ 1 - 4 ν. 2084/1992 (α) οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι στερούνται του αναγκαίου προσωπικού για την είσπραξη των οφειλόμενων από τους υποχρέους ασφαλιστικών εισφορών μπορούν, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων τους, να αναθέτουν σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, την είσπραξη των εν λόγω εσόδων τους (β) η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου και η αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων, όχι ανώτερο από 4% επί των εισπραττομένων ποσών (γ) η διαδικασία ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, το είδος και το ύψος της εγγύησης που καταβάλλει ο ανάδοχος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου και κάθε άλλη λεπτομέρεια ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (δ) για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις αποφάσεις της παραγράφου 3 εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.
του Α.Κ. και του άρθ. 15 §§ 1 εδ. β', 2 και 3 του ν. 1735/1987. Ειδικότερα, με τις τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι (α) στην σχετική απόφαση (ανάθεσης δηλ. με σύμβαση μίσθωσης έργου της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών) προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό αμοιβής του αναδόχου κ.λπ., καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων του οικείου φορέα (β) στην σύμβαση μίσθωσης έργου περιλαμβάνεται απαραίτητα ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή με βάση το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων φορολογικό στοιχείο, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση του αναδόχου σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας και ότι απαγορεύεται η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατ' επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή ορίσθηκε με το άρθ. 6 ν. 2527/1997, ότι (α) για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών, στην οποία καθορίζεται, πλην άλλων, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου (β) σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, για την σύναψη δε αυτής απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (γ) ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως αυτοδικαίως άκυρη είναι και ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικά κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου.
Στην συνέχεια με το άρθ. 78 ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθ. 6 ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και η είσπραξη των εισφορών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθ. 89 ν. 2084/1992. (Γ) Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, η κρίση του δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΠλΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί αγωγής των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (και των λοιπών, ως προς τους οποίους, όμως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν ερευνάται η υπόθεση) κατά του ΝΠΔΔ "Ταμείο Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος (ΤΕΒΕ)" (στην θέση του οποίου λόγω της κατάργησής του υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτού, συνεχιζομένων χωρίς διακοπή των εκκρεμών δικών του, το ΝΠΔΔ "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ)", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 4 §§ 1 και 3 ν. 2676/1999 και του ΠΔ 154/2006), με αντικείμενο την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος για την χρονική περίοδο από 1-1-1997 έως 30-6-2002, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι (παριστάμενες ως άνω) ενάγουσες (αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες και μόνο ερευνάται η υπόθεση) προσλήφθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 89 ν. 2084/1992, από το (αρχικά) εναγόμενο (αναιρεσείον), ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από το Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με συμβάσεις που το εναγόμενο είχε ονομάσει συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου διάρκειας, προκειμένου ν' ασχοληθούν ως επιμελητές εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μετά των τελών καθυστέρησης, και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιουμένων εισπράξεων και 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη, ότι οι συμβάσεις αυτές μετά την λήξη τους ανανεώνονταν κατ' έτος και στις 4-12-2000, 22-2-2001 και 23-4-2001 οι ενάγουσες κατετάγησαν με αποφάσεις του Διοικητή του εναγομένου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 17 του ν. 2839/2000, σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως διοικητικοί υπάλληλοι των κατηγοριών ΤΕ και ΔΕ, ότι οι επίδικες συμβάσεις, πριν από την ως άνω κατάταξη των εναγουσών, στην πραγματικότητα ήσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού οι ενάγουσες τελούσαν υπό καθεστώς εξάρτησης από την άποψη του τόπου, χρόνου και τρόπου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενες στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, ότι ειδικότερα (1) στα καθήκοντά τους ανάγονταν τα εξής (α) απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν ένσημα ίσης αξίας (β) παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών που κατέβαλλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεων εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις (γ) τηρούσαν κατάσταση που ανέγραφε τις ημερομηνίες που διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων που αρνιόνταν την καταβολή (δ) υποχρεώνονταν να παρίστανται στο δικαστήριο ως μάρτυρες κατά την εκδίκαση υποθέσεων του εναγομένου για καθυστέρηση ασφαλιστικών εισφορών (ε) παρείχαν πληροφορίες στους ασφαλισμένους σχετικά με τις παροχές του Ταμείου για συνταξιοδοτικά θέματα, ενημερώνονταν για τις εγκύκλιες διαταγές της υπηρεσίας, έκαναν εξακριβώσεις, διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές στις καρτέλες των ασφαλισμένων (2) κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήσαν υποχρεωμένες να προσέρχονται πρωί στα γραφεία του εναγομένου, υπέγραφαν παρουσιολόγιο, εκτελούσαν επί δύο έως δυόμιση ώρες εργασία γραφείου και ακολούθως αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενες καθόλες τις πρωινές τουλάχιστον ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, ενώ και ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας τους ήταν επακριβώς καθορισμένος με την εργασία γραφείου και την ακολούθως είσπραξη εισφορών, επικόλληση σχετικών ενσήμων, την χρονολόγηση και υπογραφή τους απ' αυτές και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη, καθώς και με την τήρηση των προαναφερομένων καταστάσεων (3) ακολουθούσαν τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του εναγομένου, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά των έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στην συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους, με κορύφωση την δυνατότητα του εναγομένου να καταγγείλει αζημίως τις συμβάσεις τους, ενώ εξάλλου ήσαν ασφαλισμένες στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ, ουσιαστικά δηλ.
είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου (κατά παράβαση της σχετικής διάταξης του άρθ. 15 ν. 1735/1987), ότι υπέρ της άποψης ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας συνηγορεί και το γεγονός ότι με την κατάταξή τους σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με τις 16896/2000 και 3969/2001 αποφάσεις του Διοικητή του εναγομένου, για την ένταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια και την χορήγηση χρονοεπιδόματος τους αναγνωρίσθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργων είχε διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθ. 17 § 8 ν. 2839/2000, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε στις ενάγουσες το οικογενειακό επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-6-2002, αν και το δικαιούνταν, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Κρίνοντας έτσι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους κατά νομοθετική επιταγή ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ήσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν μπορούσε να προβεί στο νομικό αυτόν χαρακτηρισμό (ΑΠ 1165, 1166/2012).
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης επίσης από το άρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και εδικαιούντο το οικογενειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-6-2002, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθ. 17 ν. 2839/2000, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάταξή τους σε προσωποπαγείς θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις του Διοικητή του εναγομένου ήταν η μη παραβίαση, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, των διατάξεων της ΠΥΣ 236/1994, του άρθ. 21 ν. 2190/1994 και 6 ν. 2527/1997 και επομένως και κατά την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες είχαν καταρτισθεί συμβάσεις μίσθωσης έργου, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαπιστώθηκε ότι οι προηγούμενες συμβάσεις τους ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, αφού χωρίς την διαπίστωση αυτή δεν θα ήταν δυνατή η κατάταξή τους, ενώ από τις διατάξεις ειδικότερα της §8 του άρθ. 17 ν. 2839/2000, που ορίζουν ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν συνάγεται αντίθετη κρίση ως προς τον χαρακτηρισμό της ένδικης συμβατικής σχέσης και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να λάβουν το οικογενειακό επίδομα προηγουμένου της κατάταξής τους χρονικού διαστήματος, δηλ.
ο υπό σύμβαση μίσθωσης έργου διανυθείς χρόνος θεωρείται ως χρόνος σύμβασης εργασίας για την θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η κατά το ν. 2839/2000 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ουδεμία ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων, τις οποίες ορθά, όπως προαναφέρθηκε, και με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο της ουσίας χαρακτήρισε ως εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, με περαιτέρω αυτονόητη συνέπεια την επιδίκαση του επιδίκου επιδόματος και για το πριν την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τις 3η, 10η και 17η αναιρεσίβλητες και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά τους έξοδα, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της με αριθ. κατ. 133/2005 αίτησης για αναίρεση της 195/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους 1η (Α. Κ.), 2 (Ο. Μ.), 4 (Μ. Μ.), 5 (Ε. Π.), 6ο (Μ. Ξ.), 7 (Μ. Ζ.), 8 (Α. Ρ.), 9 (Π. Α.), 11 (Π. Ν.), 12ο (Ε. Κ.), 13 (Κ. Κ.), 14 (Γ. Α.), 15 (Κ. Ξ.), 16 (Ν. Κ.), 18η (Π. Π.), 19 (Μ. Ρ. - Κ.), 20 (Σ. Α.) και 21 (Κ. Π.)
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς τις 3η (Μ. Κ.), 10 (Π. Π.) και 17 (Σ. Τ.) αναιρεσίβλητες.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσιβλήτων (3ης, 10ης και 17ης), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ