Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding absent party's valid summons and evidence submission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to order evidence and ignored a disciplinary report, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appellant did not legally present these arguments during the hearing and that the lower court correctly followed procedural rules regarding evidence and summary proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3), 226(4)(b)-(c), 254(1)(a), 559(10), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeal grounds where the appellant failed to legally present arguments or evidence during the hearing, or where the lower court correctly applied summary procedures exempting it from ordering additional evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 720/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Ι. Κ., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Χ. Σ., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5597/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6230/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη αυτή παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθμ. 6263Γ'/14-07-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, προκύπτει ότι, με εντολή του ίδιου, ενεργούντος για τον εαυτό του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-09-2009 και κλήση προς συζήτηση γι` αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα. Κατά την άνω αρχική δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο διαδοχικά, αρχικά για τις δικασίμους της 06-12-2010 και 23-01-2012 και ακολούθως για την παρούσα δικάσιμο (05-03-2012). Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, oπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητας του ανθρώπου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται ο δράστης να εκδηλώνει αμφισβήτηση για την ηθική ή κοινωνική αξία κάποιου προσώπου ή καταφρόνηση.
Η εκδήλωση αυτή του δράστη μπορεί να συντελεσθεί είτε προφορικά είτε εγγράφως, είτε με έργο, αρκεί να κατατείνει στην μείωση της τιμής ή της υπολήψεως του παθόντος. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει με την ενέργειά του να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του παθόντος.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ`αριθ. 6230/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΧΡΙΣ Π. Ζ.", η οποία είχε απαίτηση κατά του Π. Ζ., έδωσε εντολή στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), δικηγόρο Αθηνών, να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της απαίτησής της και την είσπραξή της με κάθε νόμιμο μέσο.
Ο ενάγων, με βάση την άνω εντολή, αφού επιχείρησε να λυθεί η διαφορά των ανωτέρω εξωδικαστικά, επειδή αυτό δεν κατέστη δυνατόν, προέβη στην έκδοση σειράς διαταγών πληρωμής σε βάρος του άνω οφειλέτη, οι οποίες όμως δεν εκτελέσθηκαν, λόγω συνεχών υποσχέσεων του οφειλέτη Π. Ζ. σχετικά με την εξόφληση των οφειλών του, τις οποίες όμως δεν τηρούσε.
Τελικά, ο άνω οφειλέτης, μετά από την από 27-3-1987 αίτηση πτώχευσης, που υπέβαλε ο πιστωτής Γ. Σ., κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 1793/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών τούτου η 1-1-1987 και διορίστηκε σύνδικος η εναγομένη. Στη συνέχεια, έλαβε χώρα πτωχευτικός συμβιβασμός μεταξύ πτωχεύσαντος και των πιστωτών του, όμως επειδή ο πτωχός δεν εκπλήρωνε τους όρους αυτούς ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος και εντολέας της άνω εταιρείας, ζήτησε, με αίτησή του, τη διάρρηξη αυτού (συμβιβασμού) και πράγματι με την υπ' αριθ. 2796/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η διάρρηξη του συμβιβασμού αυτού, ως προς τον εντολέα του ενάγοντος.
Μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής, ο ενάγων επέδωσε στον άνω οφειλέτη αντίγραφα εξ απογράφων των διαταγών πληρωμής και αποφάσεων προκειμένου να εισπράξει τις απαιτήσεις της εντολέως του από τον άνω οφειλέτη. Ενώ δε εκκρεμούσε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αίτηση αναστολής του άνω οφειλέτη κατά της υπ' αριθ. 243/1998 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία διατασσόταν η προσωπική κράτηση του Π.
Ζ. και η οποία είχε εκδοθεί μετά από αίτηση του ενάγοντος, η εναγομένη, αφού υπέβαλε κατά του ενάγοντος και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Χ. την, από 17-6-1998 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, στη συνέχεια την ενσωμάτωσε στην αίτηση αναστολής. Στη μηνυτήρια αυτή αναφορά η εναγομένη ισχυριζόταν για τον ενάγοντα τα εξής: "βεβαίως αγαστό συμπαραστάτη και ηθικό αυτουργό ο Δ.
Χ. έχει βρει το δικηγόρο Π. Σ., του οποίου ο φάκελος στο ΔΣΑ βρίθει καταγγελιών. Από την επισυναπτόμενη μήνυσή μου προκύπτουν και οι κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα παράνομες και ανήθικες ενέργειες και των δύο αυτών ... συλλειτουργών για την απονομή της δικαιοσύνης". Από την παραπάνω περικοπή της μηνυτήριας αναφοράς που έχει συντάξει και υπογράψει η εναγομένη, ο ενάγων εμφανίζεται αναληθώς, ως άνθρωπος χωρίς ηθικές και επαγγελματικές αξίες και φραγμούς που διαπράττει παράνομες και ανήθικες πράξεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλος αριθμός αναφορών στο ΔΣΑ σε βάρος του, αυτών δε των ισχυρισμών έλαβαν γνώση και τρίτοι, μεταξύ των οποίων, οι υπάλληλοι της εισαγγελίας και των δικαστηρίων, καθώς και δικαστές και εισαγγελείς.
Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί της εναγομένης είναι ανακριβείς κα συκοφαντικοί αφού, όπως κατέθεσε ειδικότερα ο μάρτυρας αδελφός του, δικηγόρος και ο ίδιος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε όλη του την καριέρα, ο ενάγων υπήρξε έντιμος και αξιοπρεπής, τηρώντας όλους τους κανόνες της ευπρέπειας και της ηθικής σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής του και ενώ, ασκεί τη δικηγορία πολλές δεκαετίες δεν υπάρχει πλήθος καταγγελιών σε βάρος του στο φάκελό του, αλλά μόνο μία.
Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται η αλήθεια των όσων ισχυρίστηκε με την άνω μηνυτήρια αναφορά η εναγομένη. Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία εν γνώσει της αναλήθείας τους, προέβη στους παραπάνω ψευδείς χαρακτηρισμούς για τον ενάγοντα, υπέστη πλήγμα η προσωπικότητα του τελευταίου σ' ότι αφορά την εντιμότητα και την κοινωνική του υπόληψη, αφού παρέχουν έρεισμα στους τρίτους που έλαβαν γνώση αυτών, να θεωρήσουν ότι ο ενάγων είναι άτομο χωρίς ηθικές και επαγγελματικές αρχές, με αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης τους προς αυτόν, αλλά και την προσωπικότητά του ως ατόμου και επαγγελματία δικηγόρου, ενώ επιπλέον υπέστη ψυχική φόρτιση και στεναχώρια.
Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το ένδικο δικαίωμά του, επικαλούμενη για τη θεμελίωση της, επί του άρθρου 281 ΑΚ ερειδομένης ενστάσεως, το γεγονός ότι αυτός αποδέχθηκε τη συγγνώμη που του ζήτησε κατά την εκδίκαση της υποβληθείσης εναντίον της αναφοράς εκείνου ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με αποτέλεσμα να περατωθεί αβλαβώς γι' αυτήν η πειθαρχική διαδικασία, γεγονός το οποίο απέκρυψε ο ενάγων κατά την εκδίκαση της αγωγής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Τα περιστατικά αυτά όμως και αληθή αν υποτεθούν δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός αυτής είναι απορριπτέος ως μή νόμιμος. Εξάλλου, το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα της εναγομένης περί επαναλήψεως της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ώστε να επαναλάβει ότι δεν είχε πρόθεση συκοφαντικής δυσφημήσεως του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, διότι η ενδεχόμενη δήλωσή της δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της, ανεξαρτήτως του ότι, εφόσον οι διάδικοι παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού αυτοπροσώπως ως δικηγόροι, είχε την ευχέρεια να πράξει τούτο πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, τη δημοσιότητα που έλαβε η προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος στον επί δεκαετίες επαγγελματικό χώρο αυτού, τη βλάβη που επήλθε στην εν γένει προσωπικότητά του, του δόλου της εναγομένης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, λόγω ηθικής βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές και εκτιμήσεις το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 του Π.Κ., που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ακολούθως δε, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που είχε ερημοδικασθεί πρωτοδίκως, και με την έφεσή της αρνείτο όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιδίκασε στον τελευταίο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έκρινε ότι υπέστη από την αδικοπραξία αυτή, το ποσό των 10.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 361 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά που συνιστά, το αδίκημα της εξύβρισης, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον σχετικό λόγο του αναιρετηρίου και τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον προρρηθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού τα ως άνω περιστατικά που επικαλείται προς θεμελίωση αυτών δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361 του ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι παραπάνω ψευδείς για τον ενάγοντα χαρακτηρισμοί, που εν γνώσει της αναληθείας τους περιέλαβε η αναιρεσείουσα στην προαναφερόμενη μηνυτήρια αναφορά της και των οποίων έλαβαν γνώση τρίτοι, έπληξαν την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου και επαγγελματία δικηγόρου, αφού ήταν μειωτικοί της τιμής και της υπόληψής του, στοιχειοθετούσαν δε το αδίκημα της εξύβρισης εις βάρος του ενάγοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους σχετικούς λόγους του αναιρετηρίου και τον τρίτο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο και στους πρόσθετους λόγους επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ και ενώπιον του Εφετείου.
Τούτο συμβαίνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 2 και 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και ακολουθεί υποχρεωτικά προφορική συζήτηση της υποθέσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά την οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και επομένως και η παρ. 7 του τελευταίου, κατά την οποία "η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν ήδη διεξαχθεί στο ακροατήριο".
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι του αναιρεσηρίου, καθώς και οι πρώτος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, αφού τηρήθηκε εν προκειμένω υποχρεωτικά ενώπιον του Εφετείου η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά την παρ. 7 του οποίου το δικαστήριο αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη με τους παραπάνω λόγους αιτίαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να διευκρινισθούν αμφίβολα σημεία ή κενά που παρουσιάζει η υπόθεση, απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν διέταξε επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου η αναιρεσείουσα να προβεί σε δήλωση συγγνώμης προς τον αναιρεσίβλητο και να δηλώσει σ' αυτόν ότι δεν είχε πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του και να δώσει διευκρινήσεις ότι οι επίμαχες φράσεις που περιελήφθησαν στην μηνυτήρια αναφορά αντικατόπτριζαν της απόψεις της εντολέως της, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού είναι αναγκαία η επίκληση του αποδεικτικού μέσου από το διάδικο και μάλιστα με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη την αναφορά που άσκησε ο αναιρεσίβλητος στο ΔΣΑ, βάσει της οποίας ασκήθηκε εις βάρος της πειθαρχική δίωξη, στην οποία περιέλαβε προσβολές εις βάρος της, το έγγραφο δε αυτό επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα στο εν λόγω Δικαστήριο. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται το έγγραφο αυτό και επομένως ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-01-2008 αίτηση και τους από 01-12-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6230/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ