Supreme Court dismisses appeal on contract futility, ruling factual assessment of parties' intent is unreviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting her labor claims against gas companies. The appellant argued the lower court violated interpretative rules regarding contract futility and failed to consider specific evidence. The court held that the appellate court's finding on the parties' true intent was a factual assessment based on evidence evaluation, which is unreviewable unless specific interpretative rules were breached.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The appellate court's determination regarding the futility of a legal act, based on an evaluation of evidence and the true intent of the parties, constitutes a judgment on facts and is not subject to review, unless the interpretative rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code were violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 720 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).
Αριθμός 720/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτών πρόσθετες παρεμβάσεις του "Πανελλήνιου Συνδέσμου Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα και της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1396/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 3583/2006 μη οριστική και 1618/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού), ενώ εξάλλου κλητεύθηκαν κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ οι προσθέτως παρεμβάσες υπέρ της αναιρεσείουσας (και των άλλων αρχικών διαδίκων) συνδικαλιστικές οργανώσεις (α) στον πρώτο βαθμό "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο" (με αριθ. 9426β/2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Σερρών Ελ. Αγοραστού) και (β) σε αμφοτέρους τους βαθμούς "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ - βλ. με αριθ. 1177στ/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστ. επιμελητή Αθηνών Π. Τ.).
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ.
όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους.
Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων.
Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.
αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, επί αγωγής της αναιρεσείουσας (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), με την προσβαλλομένη 1618/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, εξαιτίας δε του ως άνω χαρακτήρα της υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και προσλαμβάνει προσωπικό κατά τις διατυπώσεις και διαδικασίες του ν. 2190/1994 υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση και συντήρηση των αγωγών και λοιπών εγκαταστάσεών της) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες -εργολάβους, από τις οποίες άλλες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής και άλλες διοικητικής υποστήριξης με δικό τους προσωπικό που αυτές προσελάμβαναν, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη περιλαμβάνεται και η ενάγουσα, ότι ειδικότερα η ενάγουσα, που απασχολήθηκε συνεχώς μέχρι την 30-9-2004 ως υπάλληλος γραφείου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο Κέντρο Λειτουργίας και Συντήρησης Αμπελιάς στον Τομέα Κεντρικής Ελλάδος στα Φάρσαλα, συνήψε τις εξής διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) από 3-5-1999, 1-10-1999 και 1-1-2001 με την εταιρεία "ICAP ΑΕ" (β) από 20-3-2002 με την εταιρεία "ADECCO ΑΕ" (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την εταιρεία "ATLAS H.R.
ΕΠΕ" και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003, 1-1-2004 και 1-7-2004 με την εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS ΑΕ", ότι κατά τα ενδιάμεσα των παραπάνω συμβάσεων χρονικά διαστήματα η ενάγουσα εξακολουθούσε να απασχολείται χωρίς διακοπή προσφέροντας με τον ίδιο τρόπο τις υπηρεσίες της, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός περί εικονικότητας τόσο των αρχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών μεταξύ της εναγομένης ΔΕΠΑ ΑΕ και των τρίτων εργολάβων εταιρειών όσο και των ατομικών συμβάσεων εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και της ενάγουσας, ότι ειδικότερα: (i) Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, ούτε ότι αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των εταιρειών - εργολάβων αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης της ενάγουσας (ii) Αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι: (1) Οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) Στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει με τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες εργολάβοι προσλάμβαναν το κατάλληλο και απαιτούμενο προσωπικό που διέθεταν προς απασχόληση στις διάφορες εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης αντισυμβαλλομένης τους (3) Από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) Οι ως άνω εταιρείες κατέβαλλαν στην ενάγουσα καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής της τις αποδοχές της και την περιλάμβαναν στις σχετικές καταστάσεις προσωπικού που συνέτασσαν, χορηγούσαν σ' αυτήν κάθε έτος βεβαίωση των αποδοχών της, την ασφάλιζαν και κατέβαλλαν τις ασφαλιστικές εισφορές στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς (5) Οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή της εναγομένης στην διαδικασία πρόσληψης και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπτε η ενάγουσα με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο αυτών μερών, ενώ η εναγομένη δεν είχε καμία ανάμειξη σ' αυτήν, αποτέλεσμα δε αυτού ήταν να υπάρχουν μεταξύ των εργολάβων εταιρειών διαφορές στην ακολουθουμένη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων απ' αυτές, καθόσον μερικές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.) που άλλες δεν χορηγούσαν και περαιτέρω κάθε μία από τις εταιρείες - εργολάβους είχε ορίσει διαχειριστές της σύμβασης, οι οποίοι και είχαν την αποκλειστική ευθύνη του προσωπικού τους (6) Για τις ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν στην εναγομένη από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων ή άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του ως άνω προσωπικού των εργολάβων εταιρειών ευθύνονταν απέναντί της οι τελευταίες, που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη των παραπάνω εργολαβικών συμβάσεων (7) Οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες κατά τις συμβάσεις να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων τους, διαθέτοντας σε κάθε εγκατάσταση ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας που μεριμνούσε για το προσωπικό τους κ.λπ., η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη (8) Η εναγομένη καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων από τις εργολάβους εταιρείας, που τους είχαν προσλάβει, ουδέποτε εκδήλωσε την βούληση να γίνει εργοδότης τους, καθ' υποκατάσταση των τελευταίων, αντίθετα μάλιστα σε κάθε περίπτωση που έγινε προσπάθεια εκ μέρους αυτών και του σωματείου που είχαν συστήσει προκειμένου να εμφανισθούν ως προσωπικό της εναγομένης, αυτή απάντησε με τον πιο έντονο τρόπο ότι ουδεμία συμβατική σχέση την συνδέει με αυτούς και με το προσωπικό που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι - εταιρείες (iii) Περαιτέρω: (1) Το γεγονός της απασχόλησης του προσωπικού των εργολάβων εταιρειών, στο οποίο περιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ενάγοντες (μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη), στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου εκτελούνταν έργα της, συνεργάζονταν με το προσωπικό της και επιλέγονταν από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των εργολάβων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της (2) Μεταξύ της τελευταίας και των πρώτων υπήρχε, βέβαια, στα θέματα του προσωπικού συνεργασία, που όμως ήταν αναγκαία για την προσήκουσα εκπλήρωση των μεταξύ τους συμβάσεων, στα πλαίσια δε της συνεργασίας αυτής εντάσσονται και η παρακολούθηση από τους ενάγοντες εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων παρουσίας τους και η χορήγηση αδειών, από τα περιστατικά δε αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων, ούτε από το γεγονός της συνεχόμενης απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων από διαφορετικές εργολάβους εταιρείες, οι οποίες επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς ανάμειξη ή εμπλοκή της εναγομένης στην σύναψη των συμβάσεων εργασίας και στον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας (3) Και ναι μεν συχνά οι νέες εργολάβοι εταιρείες (που αναλάμβαναν με μειοδοτικούς διαγωνισμούς την εκτέλεση ορισμένων εργασιών ή λειτουργιών) προσλάμβαναν προσωπικό που απασχολούσαν προηγουμένως άλλες εργολάβοι εταιρείες, τούτο όμως συνέβαινε όχι γιατί η εναγομένη επέβαλλε σ' αυτές το προσωπικό που θα προσλάμβαναν, αλλά διότι οι ίδιες, στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους σε παρόμοιες δραστηριότητες και η εμπειρία τους εξυπηρετούσε καλύτερα την ομαλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εργολάβων εταιρειών προς την εναγομένη, ως εκ τούτου δε πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνταν και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν παρόμοιες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, ορισμένες φορές, συνέχιση της απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων στην εγκατάσταση της εναγομένης και κατά το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος κατά την κατάρτιση της σύμβασής του με την εναγομένη υποσχόταν σ' αυτήν την επικείμενη πρόσληψη από τον ίδιο του ήδη απασχολουμένου προσωπικού (4) Η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ενάγοντες μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή και ως προς την αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της πραγματικής βάσης της ένδικης αγωγής ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης της ενάγουσας δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες η ενάγουσα συνήψε τις επίμαχες συμβάσεις.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρά την μη ρητή (ειδική) μνεία τους, λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2010 αίτηση της Κ. Π. για αναίρεση της 1618/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ