Legislator Case Law & Legislation
720/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights due to long inaction regarding inheritance claims.

Case Number 720/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance judgment regarding inheritance claims over borderland properties. The appellants, who held the land since 1954, failed to exercise their ownership rights for decades, creating a reasonable belief in the defendants that no claim would be made. The court ruled that this prolonged inaction, combined with the appellants' subsequent attempt to reverse the established situation, constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code, rendering their claim inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith or social ethics, where long-term inaction creates a reasonable belief that no claim will be made, and the claimant later attempts to overturn the established situation.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle prolonged inaction inheritance claims borderland properties appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Agricultural Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 720/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2...., 3. ..., 4. ..., 5. ... και 6. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γαϊσίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ... και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Φωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 18-7-2000 αγωγές αντίστοιχα των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2002, 48/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε τις υποθέσεις το Ειρηνοδικείο Αλμωπίας λόγω αρμοδιότητας, 31/2005, 32/2005 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας και 68/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας (δικάσαντος ως Εφετείου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Περαιτέρω, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητος επί ακινήτου, το οποίο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος αγροτικού κλήρου έστω και αν κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια.

Η κυριότητα σε τέτοιο ακίνητο αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβάρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη ου άρθρου 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά σύμφωνα με τα α οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του Ν.Δ. 2185/1952, 1 και 16 του Ν.Δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).

Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος - κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας. Σύμφωνα όμως με τη γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα, ο αποκατασταθείς κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής Πίστεως νομεύς (πλασματικός) και προστατεύεται με τα περί νομής παραγγέλματα υπό την ισχύ δε του ΑΚ με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις βάσει των άρθρων 984, 987 και 989 αυτού.

Επομένως, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου) ο κληρούχος που έχει την προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας, δεν παραμένει χωρίς προστασία έναντι του τρίτου ή τρίτων, οι οποίοί παράνομα τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.

Μακρόχρονη, συνεπώς αδράνεια του δικαιούχου - κληρούχου να ασκήσει κατά τρίτου τις παραπάνω προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι και η οικειοθελής από αυτόν παραχώρηση της κατοχής του κλήρου, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προεκτεθέντες όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του τρίτου, μετά τη μεταγραφή του τίτλου και τη συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο δικαιώματος κυριότητας (ΟλΑΠ8/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς, με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση κατά των δύο αρνητικών αναγνωριστικών αγωγών των ήδη αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων: "Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ...

του έτους 1934, που κυρώθηκε με το ΝΔ 2535/1953 (ΦΕΚ Α' 225/27-8-1953) παραχωρήθηκε στον κληρούχο ... για την αγροτική του αποκατάσταση, γεωργικός κλήρος αποτελούμενος μεταξύ άλλων από τα παρακάτω κληροτεμάχια: 1) το υπ' αριθ. 188 κληροτεμάχιο (φυτεία), κατηγορίας Α', έκτασης 800 τ.μ., 2) το υπ' αριθ. 2330 κληροτεμάχιο" (αλωνότοπος), κατηγορίας Β', έκτασης 798 τ.μ., 3) το υπ' αριθ. 1.086 κληροτεμάχιο (αγρός), κατηγορίας Γ.

έκτασης 2.947 τ.μ., 4) το υπ' αριθ. 523 κληροτεμάχιο (αγρός), κατηγορίας Δ', έκτασης 2.687 τ.μ., 5) το υπ' αριθ. 2582 κληροτεμάχιο (αγρός), κατηγορίας Ε', έκτασης 3.135 τ.μ., 6) το υπ' αριθ. 1682 κληροτεμάχιο (αγρός), κατηγορίας Ζ, έκτασης 4.687 τ.μ., 7) το υπ' αριθ. 1211 κληροτεμάχιο (αγρός), κατηγορίας Η', έκτασης 7.577 τ.μ. και 8) το υπ' αριθ. 1683 κληροτεμάχιο (άμπελος), κατηγορίας θ', έκτασης 3.437 τ.μ.

Περαιτέρω, κατά τη οριστική διανομή του συνοικισμού ... έτους 1973-1976 παραχωρήθηκε στον ίδιο ως άνω κληρούχο οικοπεδικός κλήρος αποτελούμενος από τα παρακάτω οικόπεδα: 1) το υπ' αριθ. 186 οικόπεδο, έκτασης 1.425 τ.μ, που βρίσκεται στο Ο.Τ. 22 του συνοικισμού ... και 2) το υπ' αριθ. 440 οικόπεδο, έκτασης 443 τ.μ. που βρίσκεται στο Ο.Τ. 39 του συνοικισμού ....

Για τις παραχωρήσεις αυτές εκδόθηκαν στο όνομα του άνω κληρούχου για μεν τα κληροτεμάχια ο 28109/15-7-1982 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Έδεσσας Νομαρχίας Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα την 29-1-1985 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας, στον τόμο 163 και αριθμό 16290, για δε τα οικόπεδα ο ...

τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Έδεσσας Νομαρχίας Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα την 18-1-1988 στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 225 και αριθμό 22477. Ο παραπάνω κληρούχος ... απεβίωσε την 24-6-1954 στην ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... το γένος ..., κατά ποσοστό 1/4 ή 168/672 εξ αδιαιρέτου και από τα οχτώ (8) τέκνα του ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ..., κατά ποσοστό 63/672 εξ αδιαίρετου έκαστο. Την 24-4-1970 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η παραπάνω σύζυγος του κληρούχου ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερόμενα οχτώ (8) τέκνα της και η ως άνω κληρονομική της μερίδα του 1/4 ή 168/672 εξ αδιαιρέτου περιήλθε σε καθένα από αυτά κατά ποσοστό 21/672 εξ αδιαιρέτου, η δε κληρονομική μερίδα εκάστου τέκνου ανήλθε σε 84/672 εξ αδιαιρέτου.

Την 31-5-1970 απεβίωσε χωρίς να άφησα διαθήκη ο γιος του κληρούχου... και κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγό του ..., τις θυγατέρες του ... και ... (1η και 2η των εφεσίβλητων στην 50/2005 έφεση) και τον γιο του ... και η ως άνω κληρονομική του μερίδα των 84/672 εξ αδιαιρέτου περιήλθε σε καθένα από τους παραπάνω κληρονόμους κατά ποσοστό 1/4 ή 21/672 εξ αδιαιρέτου.

Την 2-9-1578 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο γιος του κληρούχου ... άγαμος και άτεκνος, ο οποίος κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς τα αδέλφια του ..., ..., .., ..., ... και ... και τα τρία παιδιά του προαποβιώσαντος αδελφού του ..., δηλαδή τη ..., την ... και τον ... και έτσι η κληρονομική του μερίδα των 84/672 εξ αδιαιρέτου περιήλθε σε καθένα από τα παραπάνω αδέρφια του κατά ποσοστό 12/672 εξ αδιαιρέτου και σε καθένα από τα τρία τέκνα του αδελφού του ...

κατά ποσοστό 4/672 εξ αδιαιρέτου. Έτσι η κληρονομική μερίδα των κληρονόμων του ... ανήλθε στα 21/672 εξ αδιαιρέτου για την χήρα του ... και στα 25/672 εξ αδιαίρετου για καθένα από τα παιδιά του ..., ... και .... Την 29-10-1997 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο ... και η κληρονομιαία μερίδα του των 25/672 εξ αδιαιρέτου περιήλθε κατά ποσοστό 1/4 ή 6,25/672 εξ αδιαιρέτου στην σύζυγο του ... (3η εφεσίβλητη στην 50/2005) έφεση και κατά ποσοστό 9,375/672 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα δύο τέκνα του ...

και ... (4η και 5ο των εφεσιβλήτων στην 50/200S έφεση). Την 7-8-1998 απεβίωσε η ... χήρα του τέκνου του κληρούχου ..., η οποία με την ... δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Κανάκη, που δημοσιεύτηκε με το 1086/18-9-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε μοναδικούς της κληρονόμους στο κληρονομικό της μερίδιο από τον αποβιώσαντα σύζυγό της ...

επί των επιδίκων την κόρη της ... (1η εφεσίβλητη στην 50/2005 έφεση) και τον γιο της ... κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά ποσοστό 10,5/672 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, και, επειδή είχε ήδη προαποβιώσει ο γιος της ..., το κληρονομικό μερίδιο αυτού (1Ο.5/672 εξ αδιαιρέτου) περιήλθε στα ως άνω δύο τέκνα του, ...

και ... (4η και 5η των εφεσίβλητων στην 50/2005 έφεση) κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά ποσοστό 5,25/672 εξ αδιαίρετου στο καθένα. Έτσι η κληρονομική μερίδα στα επίδικα ακίνητα ανήλθε όσον αφορά τους εφεσίβλητους της 50/2005 έφεσης σε ποσοστό 35,5/672 εξ αδιαιρέτου για την πρώτη, σε ποσοστό 25/672 εξ αδιαιρέτου για τη δεύτερη, σε ποσοστό 6,25/672 εξ αδιαιρέτου για την τρίτη, σε ποσοστό 14,625/672 εξ αδιαιρέτου για την τέταρτη και σε ποσοστό 14,625/672 εξ αδιαιρέτου για τον πέμπτο εξ αυτών, οι οποίοι (εφεσίβλητοι) με την 2870/28-12-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Αρβανιτίδου - Δεληνάσιου, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας στον τόμο 523 και αριθμό 52302, αποδέχθηκαν τις κληρονομιές που επήχθησαν σ' αυτούς και τους δικαιοπαρόχους τους κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων.

Την 2-6-1993 απεβίωσε στην ... ο γιος του κληρούχου ..., πατέρας του ενάγοντα - εφεσίβλητου στην με αριθ. 49/2005 έφεση, ..., ο οποίος με την ... δημόσια διαθήκη του της συμβολαιογράφου Αλμωπίας Βαρβάρας Παπαδημητρίου - Προβατάκη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 166/7993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, εγκατέστησε κληρονόμο τον άνω εφεσίβλητο.

Ο τελευταίος με την 29338/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας στον τόμο 475 και αριθμό 47598, αποδέχθηκε τις επαχθείσες κατά τα ανωτέρω κληρονομιές κατά το ποσοστό των 96/672 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων ακινήτων.

Έτσι με βάση τις προεκτιθέμενες κληρονομικές διαδοχές και τις ανωτέρω αποδοχές οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου: ο εφεσίβλητος στη 49/2005 έφεση, ... κατά ποσοστό 96/672 εξ αδιαιρέτου, η 1η εφεσίβλητη στη εφεσίβλητη στη 50/2035 έφεση, ...

κατά ποσοστό 35,5/672 εξ αδιαιρέτου, η 2η εφεσίβλητη στη 50/2005 έφεση, ... κατά ποσοστό 25/672 εξ αδιαιρέτου, η 3η εφεσίβλητη στη 50/2005 έφεση, ... κατά ποσοστό 6,25/672 εξ αδιαιρέτου, η 4η εφεσίβλητη στη 50/2005 έφεση, ... κατά ποσοστό 14,625/672 εξ αδιαιρέτου και ο 5ος εφεσίβλητος στη 50/2005 έφεση, ... κατά ποσοστό 14,625/672 εξ αδιαιρέτου. Την 30-10-1995 απεβίωσε στην ...

ο γιος του κληρούχου ..., πατέρας του πρώτου και σύζυγος της δεύτερης εναγομένων - εκκαλούντων στις 49/2005 και 50/2005 εφέσεις ο οποίος με την ... δημόσια διαθήκη του της συμβολαιογράφου Αριδαίας Καλλιόπης Bάϊνού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 107/3-4-1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, εγκατέστησε κληρονόμους του, κατά μεν την επικαρπία την δεύτερη εκκαλούσα σύζυγό του, κατά δε την ψιλή κυριότητα τον πρώτο εκκαλούντα γιο του, στους οποίους κατά τις άνω διακρίσεις κατέλειπε κατά την ρητή διατύπωσή του στην διαθήκη όλη την ακίνητη περιουσία, που κληρονόμησε από τον πατέρα του, που βρίσκεται στο αγρόκτημα και συνοικισμό ..., σε οποιοδήποτε ποσοστό κι αν ανέρχεται.

Επιπλέον, όρισε ότι οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο βρεθεί κατά το θάνατό του να περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εκκαλούντα. Οι εναγόμενοι - εκκαλούντες με την 20216/6-6-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Έδεσσας Αντωνίου Ραγκούση αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους ..., και μετέγραψαν την ως άνω δήλωση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας στον τόμο 470 κατ' αριθμό 47004, περιέλαβαν δε σ' αυτήν τα κάτωθι ακίνητα, που περιλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία του αρχικού κληρούχου 1) διαιρετό τμήμα έκτασης 700 τ.μ.

από το υπ' αριθ. 186 οικόπεδο, συνολικής έκτασης 1.425 τ.μ. κείμενο στο Ο.Τ. του συνοικισμού ..., 2) ολόκληρο το υπ' αριθ. 440 οικόπεδο, έκτασης 443 τ.μ., κείμενο στο Ο.Τ. 39 του συνοικισμού ..., μετά το επ' αυτού υφιστάμενο κτίσμα, 3) ολόκληρο τον υπ' αριθ. 523 αγρό, κατηγορίας Δ, έκτασης 2.687 τ.μ., 4) ολόκληρο τον υπ' αριθμ. 2330 αγρό, κατηγορίας Β', έκτασης 798 τ.μ., 5) ολόκληρο τον υπ' αριθ. 1.086 αγρό κατηγορίας Γ' έκτασης 2.947 τ.μ., 6) ολόκληρο τον υπ' αριθ. 2582 αγρό, κατηγορίας Ε', έκτασης 3.135 τ.μ., 7) τμήμα έκτασης 2000 τ.μ.

από τον υπ' αριθ. 1682 αγρό, κατηγορίας Ζ', συνολικής έκτασης 4.687 τ.μ., 8) τμήμα έκτασης 2.800 τ.μ. από τον υπ' αριθ. 1211 αγρό, κατηγορίας Η', συνολικής έκτασης 7.577 τ.μ., και 9) τμήμα έκτασης 2.500 τ.μ. από τον υπ' αριθ. 1683 αγρό, κατηγορίας θ', συνολικής έκτασης 3,437 τ.μ.. Τα πιο πάνω ακίνητα κατείχε και εκμεταλλευόταν από το έτος 1954 ο δικαιοπάροχος των εναγομένων - εκκαλούντων ..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του αρχικού κληρούχου, ..., στην οποία προέβησαν η σύζυγος και τα οκτώ τέκνα του μετά το θάνατο του τελευταίου.

Ο ..., πέραν του μεριδίου που έλαβε από την ως άνω άτυπη διανομή, έλαβε στην κατοχή του και τα μερίδια των αδελφών του, ... και ..., καθώς και της μητέρας του ..., οι οποίοι του τα παραχώρησαν, καθόσον αυτός είχε αναλάβει μετά το θάνατο του πατέρα τους τη φροντίδα της τελευταίας. Έκτοτε ο ... καλλιεργούσε για λογαριασμό του τους προαναφερόμενους αγρούς αρχικά με μονοετείς καλλιέργειες (σπάρο, καλαμπόκι, καπνά) δενδροκαλλιέργειες ροδακινιών, αναλαμβάνοντας μόνος του τις καλλιεργητικές δαπάνες και συγκομίζοντας τους καρπούς.

Επιπλέον, ο ... από το έτος 1954 διέμενε μαζί με τη σύζυγο και το τέκνο του ... (εναγομένους) στην οικία που υπήρχε επί του με αριθμό 186 οικοπέδου και χρησιμοποιούσε τα υπάρχοντα εντός αυτού κτίσματα (αχυρώνα και στάβλο). Περί το έτος 1968, ο ... προέβη σε κατεδάφιση της οικίας λόγω της παλαιότητάς της και άρχισε να καλλιεργεί ακάλυπτο πλέον τμήμα του οικόπεδου, έκτασης 700 τ.μ., με ροδακινιές και οπωροκηπευτικά.

Παράλληλα, μετακόμισε με την οικογένειά του στο διώροφο κτίσμα που υπάρχει στο με αριθμό 440 οικόπεδο, το οποίο κατείχε, εκμεταλλευόταν και συντηρούσε με δικές του δαπάνες. Ειδικότερα, χρησιμοποιούσε ως κατοικία τον πρώτο όροφο του κτίσματος, ενώ τον ισόγειο όροφο, τον οποίο επέκτεινε κατασκευάζοντας αποθήκη δυνάμει της ....

άδεια της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Πέλλας, τον χρησιμοποιούσε για την λειτουργία καταστήματος καφενείου - ψητοπωλείου, το οποίο εκμεταλλευόταν από κοινού με τον εναγόμενο - εκκαλούντα υιό του .... Ο .... ενεργούσε τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις από το έτος 1954 επί των αγρών και των οικοπέδων υπό τα όμματα των εναγόντων - εφεσίβλητων και των δικαιοπαρόχων τους και χωρίς εναντίωση αυτών, παρότι γνώριζαν ότι κατείχε και εκμεταλλευόταν τα ακίνητα για δικό του λογαριασμό (βλ.

καταθέσεις εφεσίβλητων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά), μετά δε το θάνατο εκείνου κατά το έτος 1995, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες συνέχισαν vα κατέχουν και να εκμεταλλεύονται τα εν λόγω ακίνητα, ασκώντας τις ίδιες πράξεις με αυτές του δικαιοπαρόχου τους, χωρίς επίσης οι ενάγοντες να εκφράσουν την αντίθεσή τους.

Για πρώτη φορά ο ενάγων - εφεσίβλητος στη 49/2005 έφεση, ..., προέβαλε κληρονομικά δικαιώματα επί της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρούχου ... ασκώντας τη με αριθ κατάθ. 256/1997 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 149/1999 απόφαση, με την οποία αφού απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή περί αναγνώρισης του κληρονομικού του δικαιώματος του τότε ενάγοντος, παραπέμφθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς εκδίκαση η σωρευόμενη αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας της 20216/1997 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στην οποία είχαν προβεί οι εναγόμενοι.

Ακολούθως, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες προέβησαν σε εργασίες κατεδάφισης της κείμενης στο με αριθ. 440 οικόπεδο διώροφης οικοδομής, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι (και των δύο εφέσεών) τους επέδωσαν την από 1-9-1999 εξώδικη πρόσκληση καταγγελία με την οποία τους καλούσαν να απέχουν από κάθε περαιτέρω ενέργεια επί της οικοδομής ενώ παράλληλα προέβαλαν κληρονομικά δικαιώματα επί της οικοδομής και των λοιπών ακινήτων.

Την ίδια ως άνω εξώδικη, πρόσκληση είχαν ήδη γνωστοποιήσει την 29-12-1998, στο Γραφείο Πολεοδομίας Αριδαίας, αιτούμενοι να μην εκδοθεί σχετική άδεια κατεδάφισης της διώροφης οικοδομής. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι συνομολογούν την από το έτος 1954 κατοχή και εκμετάλλευση των ως άνω αγρών και οικοπέδων εκ μέρους των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους, πλην όμως αρνούνται ότι τα εν λόγω ακίνητα παραχωρήθηκαν στον τελευταίο κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των κληρονόμων του αρχικού κληρούχου.

Ωστόσο, το γεγονός ότι πράγματι έλαβε χώρα η ως άνω άτυπη διανομή και η παραχώρηση των εν λόγω ακινήτων προς τον ... προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις του μάρτυρα, ..., που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος επί 30 έτη καλλιεργούσε τους αγρούς που κατείχε ο ...

και κατηγορηματικά καταθέτει περί τούτων. Η ως άνω κατάθεση, η οποία δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ..., ενισχύεται εξάλλου και από την 3587/1898 ένορκη βεβαίωση του ...., ο οποίος ως τέκνο του κληρούχου έχει προσωπική αντίληψη και βεβαιώνει επίσης ότι έγινε η άτυπη διανομή. Ο τελευταίος εξάλλου κατέθεσε τα ίδια καθώς και περί της παραχώρησης των μεριδίων του ίδιου και της αδελφής του στον ...

ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας κατά την εκδίκαση της αίτησης των εκκαλούντων - εναγομένων κατά του ... για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της σύννομης τους στο με αριθμό 186 οικόπεδο. Περί της άτυπης διανομής και των διακατοχικών πράξεων του ... κατέθεσαν και οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας κατά τις συνεδριάσεις της 10-1-2001 και τις 21-3-2001, όπου, κατόπιν σχετικών μηνύσεων του ..., ήταν κατηγορούμενοι οι ..., ...

και ... για ψευδορκία μάρτυρα καθώς και οι εδώ εναγομένοι - εκκαλούντες για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, οι οποίοι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με τις 17/2001 και 390/2001 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της άτυπης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων του κληρούχου ενισχύεται και από τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο χειρόγραφο πίνακα διανομής αγροκτημάτων, στον οποίο καταγράφηκε από τα τέκνα και τη σύζυγο του κληρούχου ο τρόπος διανομής των κληρονομιαίων αγρών και η μερίδα εκάστου συγκληρονόμου, ο οποίος (πίνακας) δεν φέρει τις υπογραφές αυτών, αλλά εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς και από την 4-9-1963 υπεύθυνη δήλωση των έξι τέκνων του κληρούχου και της συζύγου του ..., όπου ρητώς αναφέρεται ότι αυτοί παραιτούνται πάσης αξίωσης υπέρ του ...

και του ..., όσον αφορά την οικία του με αριθμό 440 οικοπέδου. Η ως άνω παραίτηση από το κληρονομικό δικαίωμα επί του εν λόγω ακινήτου δεν είναι έγκυρη, αφού δεν είχε περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, πλην όμως σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω έγγραφο ότι οι εν λόγω συγκληρονόμοι μεταξύ των οποίων και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων - εφεσίβλητων, προέβησαν στην παραχώρηση των μεριδίων τους επί του ως άνω ακινήτου προς τον δικαιοπάροχο των εναγομένων, όπως άλλωστε έπραξε και ο ..., ο οποίος ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επί της εν λόγω οικίας, την οποία όπως προαναφέρθηκε χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο ...

και οι εναγόμενοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρουν ότι προσβάλλουν κάθε ιδιωτικό και άλλο έγγραφο που προσκομίστηκε και αναφέρεται σε εξώδικη διανομή ως πλαστό και κατασκευασμένο, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός έτσι όπως διατυπώνεται είναι αόριστος και απορριπτέος, καθόσον δεν προσδιορίζεται πιο ακριβώς έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό.

Τέλος, το γεγονός ότι στην 627/1995 δημόσια διαθήκη του ... αναφέρεται ότι καταλείπει στη σύζυγο και το τέκνο του (εναγομένους) την επικαρπία και την ψιλή κυριότητα της ακίνητης περιουσίας που κληρονόμησε από τον πατέρα του σε οποιοδήποτε ποσοστό κι αν ανέρχεται, δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα η ως άνω άτυπη διανομή, αφού περαιτέρω ο ίδιος ως άνω διαθέτης αναφέρει ότι καταλείπει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό του στοιχείο που θα βρεθεί μετά το θάνατο του, επίσης, στο τέκνο του ....

Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό, τον οποίο και επαναφέρουν με τον δεύτερο λόγο των εφέσεων τους, ότι κατόπιν της άτυπης διανομής που έλαβε χώρα μεταξύ των κληρονόμων του αρχικού κληρούχου το έτος 1954, αρχικά ο δικαιοπάροχος τους ...και μετά το θάνατό του (το έτος 1995) οι ίδιοι νέμονται και κατέχουν τα επίδικα ακίνητα συνεχώς και αδιατάρακτα με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις νομής και έτσι κατέστησαν αυτοί συγκύριοι των ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους.

Επιπλέον, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως, ισχυρίζονται δε και με τον σχετικό πρώτο λόγο των εφέσεων τους, ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους με την άσκηση και' αυτών των ένδικων αγωγών, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι, ειδικότερα, ο δικαιοπάροχός τους και οι ίδιοι (εκκαλούντες) νέμονται και κατέχουν με διάνοια κυρίου τα επίδικα τουλάχιστον από το έτος 1954 και επί 45 και πλέον έτη, ενεργώντας τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση των ακινήτων και αξιοποιώντας αυτά υπό τα όμματα των εφεσιβλήτων - εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, χωρίς ποτέ αυτοί να εκφράσουν με οποιαδήποτε τρόπο την αντίθεσή τους, με συνέπεια, και σε συνδυασμό με την άτυπη διανομή που έλαβε χώρα μεταξύ όλων των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, να δημιουργηθεί εύλογα στον δικαιοπάροχο τους και σ' αυτούς (εναγομένους) η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

Ο πρώτος ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο διότι, αφού τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην παραμεθόρια περιοχή της ... και τα 28109/15-7-1982 και 14437/5-5-1976 παραχωρητήρια δυνάμει των οποίων περιήλθαν τα εν λόγω ακίνητα στον απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων ...

μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών την 29-1-1985 και την 18-1-1988 αντίστοιχα, κανένας κληρονόμος δεν μπορούσε να έχει νομή επί των κληρονομικών μεριδίων των λοιπών συγκληρονόμων του, προ της κατά τα ανωτέρω κτήσεως κυριότητας από τον άνω αρχικό κληρούχο, ήτοι προ της κατά τα έτη 1985 και 1988 μεταγραφής των παραχωρητηρίων, και έτσι δεν ήταν δυνατόν οι εκκαλούντες -εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος τους να αποκτήσουν κυριότητα με χρησικτησία, από δε τα ανωτέρω έτη και μέχρι το χρόνο επίδοσης των από 18-7-2000 ένδικων αγώνων στους εναγομένους, στις 27-9-2000, δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη κατ' άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, πέραν του ότι όσον αφορά τα τμήματα των υπ' αριθ. 1682, 1211 και 1683 αγρών οι εκκαλούντες - εναγόμενοι δεν μπορούν να θεωρηθούν νομείς αυτών και δεν μπορούν να επικαλεστούν νόμιμα την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της απαγόρευσης της φυσικής κατάτμησης των κληροτεμαχίων.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρόμοιες σκέψεις στην αυτή κρίση κατέληξε και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας, δεν έσφαλε. Με βάση όμως τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, μετά την προαναφερ-θείσα άτυπη διανομή των επίδικων ακινήτων και την οικειοθελή παραχώρηση τους από τους λοιπούς συγκληρο-νόμους προς τον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και επί μακρό χρονικό διάστημα πλέον των σαράντα ετών ο τελευταίος και, μετά το θάνατό του οι εκκαλούντες άσκησαν τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, εν γνώσει και υπό τα βλέμματα των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι ουδέποτε προέβαλαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εναντίωση γι' αυτές και αδράνησαν στο να λάβουν μέτρα για την προστασία των κληρονομικών δικαιωμάτων τους και του δικαιώματος συγκυριότητας τους επί των επιδίκων.

Αλλά και μέχρι τη μεταγραφή των παραχωρητηρίων οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και κληρονόμοι του αρχικού κληρούχου και στη συνέχεια οι ενάγοντες, αδράνησαν, παρότι μπορούσαν, αν πίστευαν ότι δεν είναι δεσμευτική γι' αυτούς η άτυπη διανομή και έxoντας προσδοκία αποκτήσεως δικαιώματος συγκυριό-τητας, να αντιδράσουν ενεργώς ή να εκφράσουν με οποιονδήποτε τρόπο την αντίδρασή του στην άσκηση των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων, αλλά και να ζητήσουν τη δικαστική προστασία της πλασματικής νομής τους με τις αγωγές και αιτήσεις περί προστασίας της νομής, κατά τα άρθρα 984, 987 και 989 του ΑΚ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα.

Υπό αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε ευλόγα στους εναγομένους και στο δικαιοπάροχο τους η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους δεν θα ασκούσαν κατ' αυτών τα δικαιώματα τους συγκυριότητας, ώστε η με την υπό κρίση αρνητική αναγνωριστική αγωγή άσκηση αυτών των δικαιωμάτων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".

Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατόπιν παραδοχής ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη με τις εκκληθείσες 31/2005 και 32/2006 οριστικές αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αλμωπίας) της ενστάσεως τους για κατάχρηση δικαιώματος, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση τους αυτήν, εξαφάνισε τις εν λόγω πρωτόδικες αποφάσεις και κατόπιν παραδοχής και ως ουσιαστικά βάσιμης της προαναφερόμενης ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων για κατάχρηση δικαιώματος, απέρριψε τις αγωγές.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν ή καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν δεν αποκλείεται η εφαρμογή της ως άνω διάταξης από το ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τεμάχια κλήρου παραμεθόριας περιοχής, τα οποία περιήλθαν από το έτος 1954 στον δικαιοπάροχο των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων, ..., κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του αρχικού κληρούχου ..., στην οποία προέβησαν η σύζυγος και τα οκτώ τέκνα του, μετά το θάνατο του τελευταίου, χωρίς έκτοτε (1954) οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους να ασκήσουν την αξίωσή τους από την κατά το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα πλασματική νομή τους σ' αυτά.

Έτσι, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τους, δημιούργησε τόσο στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, όσο και στους ίδιους τους τελευταίους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτών δικαίωμα κυριότητας. Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται) πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του αναιρετηρίου, που είναι συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριμένα: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίοι είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται, στην πληττόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην ίδια ως άνω απόφαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι επικαλούμενες και με τους τρεις ως άνω λόγους πλημμέλειες, δεν στοιχειοθετούν κανένα λόγο αναιρέσεως από τους ανωτέρω περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και, συνεπώς, είναι απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άσκηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των ... κ.λ.π., για αναίρεση της 68/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ