Legislator Case Law & Legislation
720/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of spousal loss of services damages claim in traffic accident case.

Case Number 720/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the denial of damages for the loss of a spouse's services, remanding the case for retrial. The lower court incorrectly rejected the claim by holding only the injured spouse could sue, ignoring statutory provisions on mutual spousal support. The Court ruled that the law permits the non-injured spouse to claim compensation for the loss of services the injured spouse was legally obligated to provide to the family.

Legislator headnote

AI generated

Articles 928, 1389, and 1390 of the Civil Code; The non-injured spouse has a legal right to claim damages from the tortfeasor for the loss of services the injured spouse was legally obligated to provide to the family.

Keywords

AI generated
spousal loss of services mutual spousal support family obligation tort liability civil code provisions damages claim remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 928 of the Civil Code
Article 1389 of the Civil Code
Article 1390 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 84/2005
AP 39/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 720/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6-8-2004 αγωγή του Ψ, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4627/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, διάβασε την από 10-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και κατά τα δύο μέρη του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σαυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος Ψ1 δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Από την ..... έκθεση επιδόσεως του στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητού ...... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ως άνω συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον παραπάνω αναιρεσίβλητο Ψ1. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.-

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια του καθορισμού της υπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο πόρισμα ότι η συνυπαιτιότητά του ανέρχεται σε ποσοστό 70%. Ειδικότερα δέχθηκε α) ότι η υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας που διαχωρίζει τα δύο (2) ρεύματα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο.

είναι σε τέτοιο ύψος ώστε τα φώτα των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων να μην είναι εκτυφλωτικά χωρίς όμως να αναφέρει το ύψος της νησίδας, β) ότι είχε υποχρέωση σε σύντομο χρονικό διάστημα να τοποθετήσει την ειδική τριγωνική πινακίδα πίσω από το ακινητοποιημένο εντός της οδού όχημά του χωρίς να διευκρινίζει αυτό (χρονικό διάστημα), γ) ότι λίγη ώρα αργότερα μετά την σύγκρουση το οδηγούμενο από τον αναιρεσίβλητο οδηγό όχημα προσέκρουσε στο αυτοκίνητο του ήδη αναιρεσείοντος χωρίς να διευκρινίζει μετά πόση ώρα από την πρόσκρουση του τελευταίου στο προπορευόμενο αυτού και δ) δεν διευκρινίζει εάν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως της τοποθετήσεως της τριγωνικής πινακίδας και της προσκρούσεως του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του ήδη αναιρεσείοντος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 00.35 ώρα περίπου της 19-12-2002 το ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος Χ1 και οδηγούσε ο ίδιος, με συνεπιβαίνουσα τη σύζυγο του ......, ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού όπως προκύπτει από την έκθεση εξετάσεως αίματος η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα είναι 0,71 gr ανά λίτρο αίματος, έβαινε στη μεσαία λωρίδα της Ν.Ε.Ο.

Αθηνών-Κορίνθου, με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Αθήνα. Στο 23 χιλιόμετρο αυτής όπου έγινε το επίδικο ατύχημα η Ν.Ε.Ο. χωρίζεται με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα σε δύο (2) ρεύματα κυκλοφορίας διπλής κατευθύνσεως, κάθε δε ρεύμα κυκλοφορίας διαθέτει τρεις (3) λωρίδες διακρινόμενες από διακεκομμένη λευκή διαγράμμιση, είχε επαρκή τεχνικό φωτισμό, είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, το ανώτατο επιτρεπόμενο με πινακίδα Ρ-32 όριο ταχύτητας είναι 80 χιλιόμετρα την ώρα και κατά τον ανωτέρω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ιδιαίτερα ολισθηρό λόγω ισχυρής βροχόπτωσης (βλ.

ιδίως έκθεση αυτοψίας). Στο ύψος του 23ου χιλιομέτρου, ο ανωτέρω οδηγός, που, όπως ειπώθηκε, βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του με σύνεση, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, δεν τηρούσε δε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τα προπορευόμενα οχήματα, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο αυτού ......

ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ..... στη μεσαία επίσης λωρίδα, με αποτέλεσμα, λόγω της κοντινής αποστάσεως και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο μέρος του προπορευόμενου ως άνω φορτηγού. Ισχυρίσθηκε στην προανακριτική απολογία του, ότι τον τύφλωσαν τα φώτα αντιθέτως προς την πορεία του κινούμενου αυτοκινήτου, με συνέπεια να αντιληφθεί το προπορευόμενο όχημα καθυστερημένα σε πολύ κοντινή απόσταση.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός στο Δικαστήριο τούτο, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. είναι σε τέτοιο ύψος ώστε τα φώτα των αντιθέτως κινουμένων αυτοκινήτων να μην είναι εκτυφλωτικά για τους αντιθέτως βαίνοντες οδηγούς.

Από τη σύγκρουση αυτή κατά τους ισχυρισμούς του ανωτέρω ενάγοντος Χ1, προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, το οποίο όμως ακινητοποιήθηκε στο μέσον του δρόμου, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να το επαναλειτουργήσει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του προς τούτο, ενώ το .....

ΔΧΦ αυτοκίνητο κινήθηκε προς τα δεξιά, όπου το στάθμευσε ο οδηγός του στη δεξιά άκρη του δρόμου. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι ο ανωτέρω οδηγός του ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου μετά το ανωτέρω ατύχημα παρέλειψε και πάλι, αν και είχε υποχρέωση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφού λόγω του μη τραυματισμού τους το σοκ που υπέστησαν δεν ήταν έντονο, να τοποθετήσει την ειδική τριγωνική πινακίδα ή άλλη σήμανση ενδεικτική του εμποδίου, εφόσον η ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του στο σημείο εκείνο δημιουργούσε κίνδυνο και παρακώλυση της κυκλοφορίας.

Έτσι, λίγη ώρα αργότερα μετά την άνω σύγκρουση, ακολουθούσε στη μεσαία λωρίδα προς την ίδια κατεύθυνση το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ψ, που οδηγούσε ο ίδιος, ο οποίος εκινείτο με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα, μη τηρώντας την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του φρενάροντας ανά πάσα στιγμή όταν θα το απαιτούσαν οι συνθήκες.

Αυτός όταν από απόσταση 30 μέτρων αντιλήφθηκε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο τρακαρισμένο και ακινητοποιημένο σε θέση κάθετη στο ρεύμα προς Αθήνα καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής λωρίδας και τμήμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο με το αυτοκίνητο του, ελάττωσε την ταχύτητα του και αντιληφθείς ότι η απόσταση από αυτό ήταν ελάχιστη άλλαξε απότομα λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και εξακριβώσει αν με την κίνηση του αυτή εμπόδιζε τα οχήματα που εκινούντο σ' αυτήν, οπότε πίσω απ' αυτό κινούμενο το ......

ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (Ψ1) με υπερβολική για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα μεγαλύτερη των 80 χιλιομέτρων την ώρα και ευρισκόμενο μόλις 40-50 μέτρα απ' αυτό τροχοπέδησε, πλην όμως λόγω της ολισθηρότητας το φορτηγό αυτοκίνητο ολίσθησε αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία προς τα αριστερά και ταυτόχρονα με το εμπρόσθιο τμήμα του προσέκρουσε από αριστερά στο ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο του Χ1 και εν συνεχεία από δεξιά στο ...... αυτοκίνητο του Ψ. Η επίμαχη σύγκρουση του .... ΔΧΦ αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου επί του .... ΙΧΕ αυτοκινήτου, του ενάγοντος Χ1, οφείλεται κατ' αιτιώδη συνάφεια στη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των ως άνω οδηγών Χ1, Ψ1 και Ψ. Ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ....

ΙΧΕ αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός, λόγω ελλείψεως της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως κάθε μετρίως συνετός οδηγός στη θέση του, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τηρήσει την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του φρενάροντας όταν θα το απαιτούσαν οι συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω συνθήκες (νύκτα, ολισθηρότητα του δρόμου λόγω ισχυρής βροχής), αλλά οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το προπορευόμενο αυτού κινούμενο φορτηγό αυτοκίνητο και δεν τήρησε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και να μην προλάβει να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο μέρος του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και εν συνεχεία, μετά τη σύγκρουση αυτή παρέλειψε, αν και είχε υποχρέωση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφού λόγω του μη τραυματισμού του ιδίου και της συνεπιβαίνουσας συζύγου του, το σοκ που υπέστησαν δεν ήταν έντονο, να τοποθετήσει την ειδική τριγωνική πινακίδα ή άλλη σήμανση ενδεικτική του εμποδίου, εφόσον η ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του στο σημείο εκείνο δημιουργούσε κίνδυνο και παρακώλυση της κυκλοφορίας (άρθρα 330 εδ.

β' ΑΚ, 12 παρ.1, 19 παρ.1, 7, 34 παρ.9, 81 παρ. 16 ΚΟΚ). Εξάλλου, με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου οδηγού του ..... ΔΧΦ αυτοκινήτου (Ψ1) συνίσταται στο ότι και εκείνος λόγω ελλείψεως της επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως κάθε μετρίως συνετός οδηγός στη θέση του, έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, υπερβαίνουσα τα 80 χλμ.

την ώρα, την οποία δεν μείωσε, εφόσον ήταν νύκτα, το οδόστρωμα ολισθηρό λόγω της ισχυρής βροχής στην περιοχή αλλά και λόγω υπάρξεως λαδιών επ' αυτού λόγω της προηγηθείσας σύγκρουσης (άρθρα 330 εδ. β' ΑΚ, 20 και 19 παρ. 2, 3 ΚΟΚ), ώστε ενόψει του απότομου ελιγμού προς τη δεξιά λωρίδα του εκ των εναγόντων Ψ, όπου εκινείτο αυτός να αναγκασθεί να τροχοπεδήσει απότομα, με αποτέλεσμα το ογκώδες όχημα του να ολισθήσει αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία προς τα αριστερά και εν συνεχεία να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο οπίσθιο μέρος του .....

ΙΧΕ αυτοκινήτου του Χ1. Όμως στην σύγκρουση αυτή συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος Ψ, η οποία συνίσταται στο ότι και εκείνος λόγω ελλείψεως της επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως κάθε μετρίως συνετός οδηγός στη θέση του, έβαινε με υπερβολική ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 χλμ την ώρα, επί της μεσαίας λωρίδας, την οποία δεν μείωσε, εφόσον ήταν νύκτα, το οδόστρωμα ολισθηρό λόγω της ισχυρής βροχής στην περιοχή με συνέπεια να βρεθεί σε απόσταση μόλις 30 μέτρων προ του τρακαρισμένου αυτοκινήτου, αναγκασθείς να τροχοπεδήσει και ταυτόχρονα να ενεργήσει απότομο ελιγμό προς τα δεξιά για να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα αποφράσσοντας την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Ψ1 ο οποίος αφού τροχοπέδησε στα 30-40 μέτρα ολίσθησε αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία προς τα αριστερά και επέπεσε επί του τρακαρισμένου αυτοκινήτου του Χ1 (άρθρα 330 εδ.

β' ΑΚ, 20 και 19 παρ.2, 3, 21 παρ.1 ΚΟΚ). Αποδείχτηκε δηλαδή, ότι η σύγκρουση αυτή οφείλεται στην υπαιτιότητα των ως άνω τριών οδηγών, οι οποίοι παρέβησαν τις πιο πάνω διατάξεις του ΚΟΚ, κατά ποσοστό 70% ο ενάγων Χ1, κατά ποσοστό 15% ο πρώτος εναγόμενος Ψ1 και κατά ποσοστό 15% ο ενάγων Ψ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητος των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών και ειδικότερα του ενάγοντος αναιρεσείοντος, ο δε αντίθετος σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως, το Εφετείο δέχεται ότι τα φώτα των αντιθέτως κινουμένων αυτοκινήτων, λόγω του ύψους της διαχωριστικής νησίδας, δεν τυφλώνουν τους απέναντι οδηγούς, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, καίτοι δεν τραυματίσθηκε από την (πρώτη) πρόσκρουση, παρέλειψε να τοποθετήσει πίσω από το ακινητοποιηθέν όχημά του την τριγωνική πινακίδα, ότι η δεύτερη πρόσκρουση οφείλεται και στην αυξημένη ταχύτητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία δεν μείωσε λόγω των συνθηκών (νύκτα, ολισθηρότητα λόγω βροχής, καθώς και στην μη τήρηση της αποστάσεως ασφαλείας.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθησαν ή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής προσκομίσθησαν απαράδεκτα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε, ήτοι: 1) το 112037/31.1.05 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, 2) αντίγραφο της 19953/20.03.06 αποφάσεως του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί συνυπαιτιότητος των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με ειδικότερη αναφορά σ' αυτά που συντάχθηκαν από την αρμόδια αστυνομική αρχή στα πλαίσια της διενεργηθείσης προανακρίσεως, καθώς και τις φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα.

Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο, παρόλο που δεν μνημονεύει την ως άνω απόφαση και κλητήριο θέσπισμα και δεν τα αξιολογεί ξεχωριστά, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ήδη αναιρεσείων.

Συνεπώς, ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διατάξεις : α) του άρθρου 926 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά 70% είναι ο ήδη αναιρεσείων και κατά ποσοστό 15% ο εναγόμενος και πρώτος αναιρεσίβλητος και κατά το ίδιο ποσοστό (15%) ο μη διάδικος στην αγωγή του αναιρεσείοντος αλλά ενάγων επί άλλης συνεκδικασθείσης αγωγής οδηγός Ψ, επί της οποίας επίσης δεν ήταν διάδικος ο αναιρεσείων, και ακολούθως να μειώσει την επιδικασθείσα σ' αυτόν αποζημίωση κατά 85%, υποχρεώνοντας τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων να του καταβάλλει εις ολόκληρο με την συνεναγομένη ασφαλιστική του εταιρεία ποσοστό 15% επί της επιδικασθείσης αποζημιώσεως, και β) των άρθρων 1389 και 1390 παρ. 1 ΑΚ, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω στερήσεως των οικιακών υπηρεσιών της συζύγου του τραυματισθείσης στο ίδιο ατύχημα.

Με τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ ρυθμίζεται η ευθύνη περισσοτέρων προσώπων για ορισμένη ζημία και η μεν διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ αφορά στην εξωτερική σχέση των προσώπων αυτών απέναντι στον ζημιωθέντα, καθιερώνοντας ευθύνη εις ολόκληρο, η δε διάταξη του άρθρου 927 αναφέρεται στην εσωτερική σχέση των συνοφειλετών μεταξύ τους παρέχοντας σ' αυτόν που κατέβαλε την αποζημίωση δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθησαν τα ακόλουθα: "Η σύγκρουση οφείλεται στην υπαιτιότητα των τριών οδηγών και δη κατά ποσοστό 70% στον ενάγοντα Χ1, κατά ποσοστό 15% στον Ψ1 (πρώτο εναγόμενο) και κατά ποσοστό 15% στον ενάγοντα (άλλης συνεκδικαζόμενης αγωγής) Ψ".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές, υποχρέωσε τον εναγόμενο Ψ1 εις ολόκληρο με την ασφαλιστική του εταιρεία να καταβάλουν στον ενάγοντα Χ1 το 15% της καθορισθείσης αποζημιώσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, αφού η εξέταση του επιμερισμού της ευθύνης για τις εσωτερικές μεταξύ των ως άνω οδηγών σχέσεις θα ανακύψουν στη δίκη της αναγωγής.

Πρέπει, επομένως, κατά τον βάσιμο περί αυτού τρίτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ καθιερώνεται αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για συνεισφορά του καθενός ανάλογα με τις δυνάμεις του για αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, που γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία.

Εξάλλου, από μεν τη διάταξη του άρθρου 1390 ΑΚ ορίζεται ότι το μέτρο της υποχρεώσεως αυτής προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (βλ. ΑΠ 84/2005), από δε τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. β' ΑΚ ορίζεται ότι υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται.

Έτσι, στην περίπτωση τραυματισμού του ενός συζύγου και συνακολούθως ανικανότητάς του να προσφέρει τις προσωπικές του υπηρεσίες, δικαιούται ο άλλος σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του τραυματισμού αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών που συνιστούσαν την εκ του νόμου οφειλομένη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.

β' ΑΚ (Ολ. ΑΠ 39/1997). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής περί αποζημιώσεως του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) για τη στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του στο συζυγικό οίκο λόγω του τραυματισμού της στο ίδιο με αυτόν ατύχημα, για το λόγο ότι φορέας της εν λόγω αξιώσεως είναι μόνο η σύζυγος και όχι ο αντανακλαστικά θιγόμενος ενάγων σύζυγος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β' 1389 και 1390 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, κατά το βάσιμο περί αυτού τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

V.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, γενομένου δεκτού ως βασίμου του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα μέρη του, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά τοπαραπάνω αναφερόμενος μέρος, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεσηπρος εκδίκασης το ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Μετά ταύτα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι ηττήθηκαν η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Αναιρεί την 4627/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

-

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (.1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ