Legislator Case Law & Legislation
720/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance contract fraud where facts were already proven by lower court evidence.

Case Number 720/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in an insurance contract dispute. The appellant argued the lower court accepted fraudulent concealment of illness without sufficient evidence, claiming this violated procedural rules. The court rejected these arguments, noting the lower court had already established the appellant's intentional concealment through existing evidence and that the appellant's claims were merely arguments supporting his own innocence rather than new facts requiring proof.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 of Law 2496/1997; Art. 559(10) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses appeals where the lower court's acceptance of facts relies on established evidence rather than unproven assertions, and where appellant's allegations merely reiterate their own defense arguments.

Keywords

AI generated
insurance contract fraud intentional concealment appellate review standards burden of proof procedural admissibility insurance law civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 of Law 2496/1997
Art. 559(10) of the Code of Civil Procedure
Art. 17(2) of Law 2915/2001
Art. 33(1) of Law 2496/1997
Arts. 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 1/99
OL. AP 24/92
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 720/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά-Κώνστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2824/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3746/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαΐου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το άρθρο 3 του ν. 2496/1997 ορίζει στις παραγράφους του 1 εδ. α', 6 εδ. α' και β' και 7 εδ. β' και γ' τα εξής: Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή (παρ. 1 εδ.

α'). Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος (παρ. 6 εδ.

α' και β'). Στην περίπτωση της παρ. 6 το άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (παρ. 7 εδ.

β' και γ'). Κατά το άρθρο δε 33 παρ. 1 του ίδιου νόμου, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αφενός του ασφαλιστή και αφετέρου τού λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός (ο δεύτερος) υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση τού ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτή, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος, χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης.

Η διάταξη δε του άρθρου 3 παρ. 7 εδ. β' του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρο 3 παρ. 6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα τής καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσής τους, εκεί όπου η παράγραφος 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.

Περαιτέρω, το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους τού εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κλπ) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι' αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Συνάγεται δε, περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ν. 2496/1997, ότι, με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού, γενικοί δε όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στις 31.3.1999 συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης (ήδη αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) σύμβαση ασφαλίσεως ζωής, δυνάμει του 690337/31.3.1999 ασφαλιστήριου συμβολαίου και των προσαρτημάτων του, μεταξύ των οποίων και το Προσάρτημα ΧΧ

ΙΙΙ περί ασφαλίσεως υπερκάρτας υγείας PLUS-1. Με τη σύμβαση αυτή, η οποία καταρτίστηκε κατόπιν υποβολής στην εναγομένη από τον ενάγοντα σχετικής αιτήσεως, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, αντί ασφαλίστρου, αφενός μεν να αποζημιώσει, σε περίπτωση θανάτου τού ενάγοντος, τους δικαιούχους (νόμιμους κληρονόμους του), κατά τα προβλεπόμενα στους γενικούς όρους ασφαλίσεως ζωής, αφετέρου δε να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας του σε περίπτωση ατυχήματος ή ασθενείας, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Ειδικότερα, δυνάμει του Προσαρτήματος ΧΧ

ΙΙΙ περί ασφαλίσεως υπερκάρτας υγείας PLUS-1, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα τής ως άνω συμβάσεως, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στις παροχές που αναγράφονται στον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτό και συγκεκριμένα: α) σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω προσαρτήματος και τον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών υπό τον κωδικό ..., να καλύψει το ποσό που θα κατέβαλε για έξοδα κλίνης και τροφής σε νοσοκομείο, με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 100.000 δρχ.

ημερησίως, β) σύμφωνα με το άρθρο 7 του ως άνω προσαρτήματος, και τον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών υπό τον κωδικό ..., αν, εξαιτίας ασθένειας, κατά τη διάρκεια ισχύος αυτού, εισαγόταν και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο εκτός Ελλάδος ως εσωτερικός ασθενής, να καταβάλει το σύνολο των αναγνωρισμένων εξόδων (νοσοκομείου και χειρουργικών επεμβάσεων) των πραγματοποιούμενων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας, αφού αφαιρείτο η συμμετοχή του εκ δραχμών 500.000 και μέχρι το ανώτατο ποσό καλύψεως 120.000.000 δρχ.

Η διάρκεια της ισχύος της εν λόγω συμβάσεως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σελίδα 8 αυτής, ήταν ισόβια με έναρξη τυπική και ουσιαστική την 31.3.1999. Με το 2ο άρθρο των Γενικών Όρων του ως άνω ασφαλιστήριου συμβολαίου και με τον τίτλο "Υποχρεώσεις συμβαλλομένου και ασφαλιζομένου κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και συνέπειες παράβασης" συμφωνήθηκε ότι: "Όλες οι δηλώσεις του ασφαλιζόμενου κατά τη σύναψη της ασφάλισης καθώς και όλες οι απαντήσεις των προσώπων αυτών στις γραπτές ερωτήσεις που περιέχονται στην αίτησή τους για ασφάλιση αποτελούν στοιχεία αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου και συγχρόνως τη βάση για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Για το λόγο αυτό ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται κατά τη σύναψη της ασφάλισης να δηλώσει στην εταιρία κάθε στοιχείο και περιστατικό που γνωρίζει και να απαντήσει αληθινά, με σαφήνεια και με ακρίβεια σε όλα τα γραπτά ερωτήματα που περιλαμβάνονται στην αίτησή του για ασφάλιση. Σε περίπτωση παράβασης από πρόθεση των πιο πάνω υποχρεώσεων του συμβαλλομένου, η εταιρία απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος και παράλληλα δικαιούται να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ανεξάρτητα από το εάν επήλθε ή όχι ασφαλιστική περίπτωση".

Από το περιεχόμενο τού ως άνω όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός αποτελεί επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 3 του ν. 2496/1997, που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση, αφού προβλέπονται στον όρο αυτόν οι ίδιες υποχρεώσεις του ασφαλιζομένου κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και καθορίζεται, επίσης, ως συνέπεια της παράβασης του ως άνω προσυμβατικού βάρους, το δικαίωμα του ασφαλιστή να την καταγγείλει, ενώ ακόμη συμφωνήθηκε επιτρεπτώς με αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 εδ.

β και 8 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2496/1997, ότι σε περίπτωση παράβασης από πρόθεση των πιο πάνω υποχρεώσεων του ασφαλιζομένου η εταιρία απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, καθώς και ότι η τελευταία δύναται να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτή δικαίωμα καταγγελίας ανεξάρτητα από το αν επήλθε ή όχι ασφαλιστική περίπτωση.

Κατά την υποβολή της αιτήσεως προς κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, ο ενάγων, σε σχετικές ερωτήσεις, που του τέθηκαν από την εναγομένη, οι οποίες βρίσκονται στην τελευταία σελίδα του εντύπου της αιτήσεως, απάντησε ότι δεν υπέφερε ποτέ από καμμία ασθένεια που να χρειάστηκε νοσηλεία ή ιατρική παρακολούθηση ή φαρμακευτική αγωγή, ότι δεν είχε κάνει ποτέ ακτινογραφία, καρδιογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία ή υπερηχογραφήματα ή άλλες ειδικές εξετάσεις που να ήταν παθολογικές, ότι δεν υποβαλλόταν σε ιατρική παρακολούθηση ή θεραπεία και ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν καλή.

Οι απαντήσεις που έδωσε ο ενάγων αφορούσαν περιστατικά που ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, τα οποία, άλλωστε, εφόσον ο ασφαλιστής έθεσε γι' αυτά σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από΄μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου και συνεπώς ο ενάγων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997, είχε υποχρέωση να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνώριζε.

Πεισθείσα στην ειλικρίνεια των απαντήσεων αυτών, η εναγομένη έκανε δεκτή την αίτηση για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως και προέβη στην κατάρτιση του υπό αριθμό 690337/31.3.1999 ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής. Μετά την έναρξη της ασφαλιστικής συμβάσεως και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του έτους 1999, ύστερα από ένα κοινό κρυολόγημα που εξελίχθηκε σε πνευμονική λοίμωξη, παρουσιάστηκαν στον ενάγοντα συμπτώματα δύσπνοιας, τα οποία δεν υποχωρούσαν.

Απευθύνθηκε στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και εκεί, μετά από σειρά ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, διαπιστώθηκαν ενδείξεις περί πιθανής ρήξεως των τενοντίων χορδών της μιτροειδικής συσκευής και του συστήθηκε από τον θεράποντα γιατρό του να προχωρήσει σε χειρουργική διόρθωση της ανεπάρκειας μιστροειδούς.

Μετά από την ως άνω σύσταση του θεράποντος γιατρού του, ο ενάγων αποφάσισε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση μιτροειδούς βαλβίδας σε νοσοκομείο των ΗΠΑ. Πράγματι, στις 9.4.2000 μετέβη στο Cleveland Clinic Foundation του Cleveland των ΗΠΑ, όπου στις 17.4.2000 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση μιτροειδούς βαλβίδας.

Η ως άνω χειρουργική επέμβαση υπήρξε επιτυχής και ο ενάγων πήρε εξιτήριο από το παραπάνω νοσοκομείο στις 23.4.2000 μετά από παραμονή σ' αυτό έξι ημερών. Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα ο ενάγων απευθύνθηκε στην εναγομένη και με την από 11.7.2000 δήλωση ασθενείας, που υπέβαλε στην τελευταία, της γνωστοποίησε την παραπάνω νοσηλεία του και ζήτησε απ' αυτήν την ασφαλιστική του κάλυψη.

Με την ως άνω δήλωση ο ενάγων ανέφερε σχετικά με την ασθένειά του ότι "ευρισκόμενος στις ΗΠΑ για τουρισμό τού παρουσιάστηκε δύσπνοια, και ότι κατόπιν εξετάσεων διαπιστώθηκε πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδος" και ότι "αισθάνθηκε τα πρώτα ενοχλήματα στις 8.4.2000", δηλαδή δύο ημέρες πριν από την εισαγωγή του στο ως άνω νοσοκομείο, εμφανίζοντας έτσι τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο αυτό και την πραγματοποιηθείσα χειρουργική επέμβαση σαν αιφνίδιο γεγονός που συνέβη, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό για τουρισμό.

Ενόψει της υποβολής της ως άνω δηλώσεως, η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα και ο τελευταίος της προσκόμισε τα πρωτότυπα των αποδεικτικών εγγράφων που αφορούν τις δαπάνες νοσηλείας του στο ως άνω νοσοκομείο, καθώς και τα ιατρικά έγγραφα της νοσηλείας του αυτής. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και η με αριθμό 30566076/17.4.2000 Αναφορά Χειρουργικής Επεμβάσεως του ανωτέρω Νοσοκομείου, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός είχε "σύντομο ιστορικό πρόπτωσης μιτροειδούς βαλβίδας.

Εκτός τούτου, παρουσίασε πρόσφατη λοίμωξη της άνω αναπνευστικής οδού με επακόλουθη επιδείνωση της δύσπνοιας. Το ηχοκαρδιογράφημα που έγινε ήταν ενδεικτικό παλινδρόμησης της μιτροειδούς. Ακολούθησε στεφανιογράφημα που έδειξε φυσιολογικές στεφανιαίες αρτηρίες. Αναφέρθηκε στο Νοσοκομείο Cleveland για διόρθωση της μιτροειδούς βαλβίδος....".

Η εναγομένη, αφού έθεσε υπόψη το έγγραφο αυτό στο συνεργαζόμενο με αυτήν ιατρό - καρδιολόγο .....Φ1.... και κατόπιν υποδείξεως του τελευταίου, ο οποίος εξέφρασε τη γνώμη ότι η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων "δεν αφορά οξύ περιστατικό, αλλά πρόκειται για προγραμματισμένη επέμβαση", ζήτησε από τον τελευταίο να της προσκομίσει και γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του στην Ελλάδα.

Πράγματι ο ενάγων στις 7.2.2001 προσκόμισε στην εναγομένη, σε επίσημη μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά, την από 23.1.2001 γνωμάτευση (Medical Report) του θεράποντος γιατρού του στην Ελλάδα ... , Καθηγητή Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία ο εν λόγω γιατρός αναφέρει ότι ο ενάγων είχε υποβληθεί σε καρδιογράφημα τον Ιούνιο του 1999, δηλαδή οκτώ μήνες πριν από την ως άνω χειρουργική επέμβαση, από το οποίο προέκυπτε ότι είχε πρόπτωση μιτροειδούς, ακολούθησαν δε ανάλογες εξετάσεις του στις 11.2.2000 και 3.3.2000, δηλαδή δύο μήνες και ένα περίπου μήνα πριν από τη χειρουργική επέμβαση, οι οποίες έδειξαν ότι η κατάστασή του χειροτέρεψε.

Από το παραπάνω περιεχόμενο τής από 23.1.2001 ιατρικής γνωματεύσεως, αλλά και την αναφορά στο περιεχόμενο της υπ' αριθ. .... Αναφοράς Χειρουργικής Επεμβάσεως του ανωτέρω Νοσοκομείου του Cleveland, ότι ο ενάγων είχε "σύντομο ιστορικό πρόπτωσης μιτροειδούς βαλβίδας", προκύπτει σαφώς, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η ασθένεια από την οποία έπασχε ο ενάγων δεν διαγνώστηκε "καθ' ον χρόνο βρισκόταν αυτός στο εξωτερικό για τουρισμό" και ότι, συνεπώς, η νοσηλεία και χειρουργική επέμβαση αυτού στο εν λόγω νοσοκομείο οφειλόταν σε έκτακτο γεγονός, που συνέβη κατά τη διάρκεια του ως άνω ταξιδιού του, όπως εμφάνιζε με την ως άνω δήλωση ασθένειας που υπέβαλε ο ίδιος στην εναγομένη, αλλά, αντιθέτως, ότι η νοσηλεία τού ενάγοντος στο ως άνω νοσοκομείο και η πραγματοποιηθείσα χειρουργική επέμβαση ήταν προγραμματισμένες για την ιατρική αντιμετώπιση του ήδη διαγνωσθέντος και συνεχώς παρακολουθούμενου ιατρικά, με την παράλληλη υποβολή του σε ηχοκαρδιογραφήματα, προβλήματος της προπτώσεως μιτροειδούς βαλβίδος του ενάγοντος.

Περαιτέρω, όμως, από την έρευνα που πραγματοποίησε η εναγομένη στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης που του παρέσχε ο ενάγων, διαπίστωσε ότι οι αναφερόμενες στην από 23.1.2001 γνωμάτευση (Medical Report) του θεράποντος γιατρού του ...Ζ1... εξετάσεις, στις οποίες είχε υποβληθεί αυτός πριν την υποβολή του σε χειρουργική διόρθωση της μιτροειδούς βαλβίδος, και μετά την έναρξη της ασφαλιστικής συμβάσεως, δεν ήταν οι μοναδικές.

Συγκεκριμένα, στις 13.2.2001 στάλθηκε στην εναγομένη με fax από το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο εξέταση τρίπλεξ καρδιάς και δοκιμασίας κοπώσεως, την οποία πραγματοποίησε ο ενάγων στις 24.2.1999, δηλαδή ένα περίπου μήνα πριν από την υποβολή της αιτήσεώς του για ασφάλιση στην εναγομένη. Στο συμπέρασμα της εξετάσεως αυτής αναφέρεται, ότι διαπιστώθηκε "μέτρια ανεπάρκεια μιτροειδούς επί εδάφους μυξωματωδώς εκφυλισμένης και προπίπτουσας οπίσθιας γλωκίνος της βαλβίδος".

Η εξέταση τρίπλεξ καρδιάς, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων στις 24.2.1999 στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, είναι ειδική εξέταση και όχι εξέταση η οποία γίνεται στα πλαίσια συνήθους προληπτικού ελέγχου, και επιπλέον ήταν παθολογική, αφού στο συμπέρασμα αυτής αναφέρεται ότι ο ενάγων παρουσίασε "μέτρια ανεπάρκεια μιτροειδούς επί εδάφους μυξαματωδώς εκφυλισμένης και προπίπτουσας οπίσθιας γλωκίνος της βαλβίδος".

Το γεγονός ότι τα ευρήματα τής ως άνω εξετάσεως ήταν παθολογικά, δεν αναιρείται, αλλά αντιθέτως ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 16.7.2001 ιατρική βεβαίωση, του προαναφερόμενου ιατρού ...Ζ1..., στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι κατά την υπερηχογραφική εξέταση καρδίας, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων στις 24.2.1999 (πριν την υποβολή δηλαδή της αιτήσεως για κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως), κατά την οποία διαπιστώθηκε η πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδος, του συνεστήθη χημειοθεραπεία προληπτική για περιπτώσεις οδοντιατρικών κλπ εργασιών".

Παρά ταύτα ο ενάγων, αν και κατά την υποβολή της ως άνω αιτήσεώς του προς την εναγομένη, για τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως, υποβλήθηκε σ' αυτόν από την τελευταία η έγγραφη σαφής ερώτηση "Έχετε κάνει ποτέ ακτινογραφία, καρδιογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία ή υπερηχογραφήματα ή άλλες ειδικές εξετάσεις που να ήταν παθολογικές" απάντησε αρνητικά, αποκρύπτοντας έτσι ότι στις 24.2.1999 είχε υποβληθεί στην ως άνω ειδική εξέταση, η οποία ήταν παθολογική.

Επομένως, ο ενάγων, συνεχίζει το Εφετείο, ερωτηθείς σχετικά, εγγράφως από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κατά την υποβολή της ως άνω αιτήσεως, είχε το ασφαλιστικό βάρος, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2406/1997 αλλά και το άρθρο 2 παρ. 2 των Γενικών Όρων της Ασφαλιστικής Συμβάσεως, να δηλώσει στην τελευταία τη γνωστή σ' αυτόν ως άνω ειδική ιατρική εξέταση, στην οποία είχε υποβληθεί στις 24.2.1999 στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, δολίως, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως.

Από την τελευταία αυτή εξέταση, που περιήλθε σε γνώση της εναγομένης στις 13.2.2001, κατέστη σαφές σ' αυτήν, ότι ο ενάγων στις 24.2.1999, ένα μόλις περίπου μήνα πριν από την υποβολή της ως άνω αιτήσεώς του για ασφάλισή του στην εναγομένη, είχε υποβληθεί σε ειδικές εξετάσεις, όπως τρίπλεξ καρδιάς, από τις οποίες είχε διαγνωστεί ότι έπασχε ήδη από τις 24.2.1999, από ανεπάρκεια και πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδος, γεγονότα τα οποία, μολονότι σαφώς γνώριζε, εν τούτοις, όπως προαναφέρθηκε, της τα απέκρυψε κατά την υποβολή σ' αυτήν της αιτήσεώς του για ασφάλιση, που έγινε στις 31.3.1999, ένα δηλαδή μήνα αργότερα.

Μετά την, κατά τα ανωτέρω, περιέλευση στις 13.2.2001 σε γνώση της εναγομένης τής δολίως αποκρυβείσας πάθησης και εξετάσεως τού ενάγοντος πριν από την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, μολονότι του τέθηκαν σαφείς και συγκεκριμένες ερωτήσεις, τα οποία αν γνώριζε η εναγομένη δεν θα τον ασφάλιζε, η τελευταία, ασκώντας τα από το ν. 2496/1997 (άρθρα 1 και 6) δικαιώματά της, επέδωσε στον ενάγοντα στις 2.3.2001 την από 1.3.2001 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, ότι "στις 13.2.2001, περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της, αφενός μεν η πάθησή του και συγκεκριμένα ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδος και αφετέρου η υποβολή του σε ειδική ιατρική εξέταση (τρίπλεξ καρδιάς) που ήταν παθολογική, οι οποίες προϋπήρχαν ήδη της υποβολής σ' αυτήν της αίτησής του για ασφάλιση και της σύναψης της ασφάλισης ζωής...." προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης.

Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο ενάγων, με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης και η, συνεπεία, αυτής, άρνησή της να του καταβάλει το συμφωνημένο ασφάλισμα, αντίκειται ευθέως και στα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του ως άνω Προσαρτήματος ΧΧ

ΙΙΙ της σύμβασης αυτής, όπου προβλέπεται μεν ότι: "το προσάρτημα αυτό δεν καλύπτει κινδύνους που προέρχονται ή επέρχονται ολικά ή μερικά από μία ή περισσότερες από τις παρακάτω αιτίες .......... ε) προϋπάρχουσες της ασφάλισης νόσους ή παθήσεις, καθώς και προγενέστερες της ασφάλισης αναπηρίες ή σωματικές βλάβες και επιπλοκές αυτών", στη συνέχεια όμως ρητώς αναφέρεται ότι "εάν το προσάρτημα παρέμεινε σε ισχύ δώδεκα (12) συνεχείς μήνες από την ημερομηνία εκδόσεώς του ή επαναφοράς σε ισχύ, παύουν να ισχύουν οι εξαιρέσεις των παραγράφων ε και η", οπότε, εφόσον ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μετά την ανωτέρω προθεσμία, παύει να ισχύει η ως άνω εξαίρεση και συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η πάθησή του ήταν προϋπάρχουσα της αιτήσεως ασφαλίσεως και ότι η εναγομένη δικαιούτο να καταγγείλει τη σύμβαση, αυτό δεν την απαλλάσσει για κανένα λόγο από την ευθύνη της, δεδομένου ότι η ασφαλιστική σύμβαση και το προσάρτημα αυτής τέθηκαν σε ισχύ την 31.3.1999 και ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δηλαδή η χειρουργική επέμβαση επήλθε την 17.4.2000, δηλαδή μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου στο άρθρο 13 δωδεκαμήνου, με συνέπεια να μην ισχύει η εξαίρεση περί προϋπάρχουσας παθήσεως.

Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι δεν σχετίζεται με την άσκηση από την εναγομένη του δικαιώματός της να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να απαλλαγεί έτσι από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω παραβάσεως από τον ενάγοντα από πρόθεση της παραπάνω, από το νόμο επιβαλλόμενης, προσυμβατικής του υποχρέωσης, στην οποία (παράβαση) αυτή στηρίζει την καταγγελία της, αφού ο αποκλεισμός τού δικαιώματος της εναγομένης, να επικαλεσθεί την απαλλαγή της για τις αναφερόμενες στην περίπτωση ε' του άρθρου 13 του Προσαρτήματος ΧΧ

ΙΙΙ, προϋπάρχουσες της ασφάλισης, νόσους ή παθήσεις, εφόσον το προσάρτημα παρέμενε σε ισχύ δώδεκα συνεχείς μήνες από την ημερομηνία εκδόσεώς του, ισχύει, όχι για τις νόσους ή παθήσεις, τις οποίες ο ενάγων ασφαλισμένος αποσιώπησε δολίως, αν και υποβλήθηκε σ' αυτόν σχετική έγγραφη σαφής ερώτηση, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά για τις προϋπάρχουσες της ασφάλισης νόσους ή παθήσεις, τις οποίες από δικαιολογημένη αιτία ή από αμέλεια δεν γνωστοποίησε ο ασφαλιζόμενος στον ασφαλιστή.

Έκρινε δε περαιτέρω το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία που και αυτή αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, ότι και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ως άνω εξαίρεση της εξαιρέσεως ισχύει και στην περίπτωση καταγγελίας, με την έννοια ότι συμφωνήθηκε με αυτή να επέρχεται έκπτωση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας από το δικαίωμα καταγγελίας τής συμβάσεως, σε περίπτωση κατά την οποία το προσάρτημα παρέμεινε σε ισχύ δώδεκα (12) συνεχείς μήνες από την ημερομηνία εκδόσεώς του, και πάλι ο όρος αυτός του ασφαλιστηρίου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση κατά την οποία η καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία έλαβε χώρα λόγω δόλιας απόκρυψης, εκ μέρους τού ενάγοντος, της υποβολής του σε ειδική εξέταση που ήταν παθολογική, αν και σαφώς γνώριζε αυτήν κατά την υποβολή της αιτήσεώς του για ασφάλιση και παρά το ότι η εναγομένη κατά την υποβολή τής ως άνω αιτήσεώς του έθεσε σαφές και γραπτό σχετικό ερώτημα, στο οποίο απάντησε αρνητικά, η οποία (καταγγελία) έτσι στηρίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997, αφού η απαντώμενη στα ασφαλιστήρια ρήτρα, κατά την οποία ο ασφαλιστής δεν δικαιούται να επικαλεστεί τις συνέπειες των ανακριβών ασφαλιστικών ανακοινώσεων, συνήθως μετά πάροδο ορισμένου χρόνου από την κατάρτιση της συμβάσεως (ρήτρα του αδιαφιλονίκητου) είναι ισχυρά, με εξαίρεση την περίπτωση που ο ασφαλισμένος ενήργησε με δόλο.

Διαφορετική εκδοχή, συνεχίζει το Εφετείο, ότι δηλαδή και στην περίπτωση δόλου του ασφαλισμένου ο ασφαλιστής δεν θα δικαιούται να επικαλεστεί τις ως άνω συνέπειες μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, καθορισθέντος με συμβατική ρήτρα, θα ευνοούσε την κακοπιστία, αφού θα παρείχε τη δυνατότητα στον ασφαλισμένο να αποκρύπτει επιμελώς τα πραγματικά περιστατικά μέχρι να συμπληρωθεί ο ως άνω χρόνος και ύστερα να αξιώνει τις παροχές, για τις οποίες είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ αν δεν τα απέκρυπτε από τον ασφαλιστή, εκείνος δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, ή δεν θα τη δεχόταν με τους ίδιους όρους.

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, αφού έκρινε ως βάσιμη την παραπάνω περί άμεσης απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος ένσταση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ζητούσε την καταβολή του συμφωνημένου ασφαλίσματος, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχτεί ειδικότερα, α) ότι η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη στις 31.3.1999, β) ότι ο ασφαλισμένος ενάγων παρέβη από δόλο την, από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 αλλά και από τη σύμβαση, υποχρέωσή του να δηλώσει στην αναιρεσίβλητη, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, κατόπιν υποβολής προς αυτόν σχετικού ερωτήματος, την παραπάνω πάθησή του, γ) ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της παραβάσεως αυτής στις 13.2.2001, δ) ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 17.4.2000, δηλαδή πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως και επομένως επήλθε αμέσως η απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος, ανεξάρτητα από το ότι αυτή προέβη και σε καταγγελία της σύμβασης, μέσα σε ένα μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως και ε) ότι στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της από δόλο παραβάσεως της πιο πάνω υποχρέωσης, δεν ισχύει ο προαναφερόμενος περί μη απαλλαγής της αναιρεσίβλητης όρος του άρθρου 13 του Προσαρτήματος της Σύμβασης, δεν παραβίασε καμμία από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες και ο αναιρεσείων επικαλείται και επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση παραβιάσεως, ευθέως ή εκ πλαγίου, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός συμβάσεως, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων. Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των μερών, ως προς την πραγματική έννοια του πιο πάνω επίμαχου όρου του άρθρου 13 του Προσαρτήματος ΧΧ

ΙΙΙ της ασφαλιστικής σύμβασης, δέχτηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να επικαλεστεί τις ευνοϊκές γι' αυτόν συνέπειες που προβλέπει ο όρος αυτός, χωρίς όμως να προσφύγει, για την ερμηνεία του όρου αυτού, στις διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι και τις διατάξεις αυτές, αλλά και τη μνημονευόμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2251/1994.

Ανεξάρτητα από το ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματι την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στον παραπάνω όρο και ότι προχώρησε σε ερμηνεία του όρου αυτού, αφού το Εφετείο, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασής του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχτηκε, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 6 του ν. 2496/1997 (και όχι του επίμαχου όρου), ότι η λεγόμενη "ρήτρα του αδιαφιλονικήτου" δεν έχει ισχύ σε περίπτωση δόλου του ασφαλισμένου, πάντως και υπό την υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα εκδοχή, ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία του συμβατικού αυτού όρου, ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος σε κάθε περίπτωση, αφού το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι διαφορετική έννοια, ότι δηλαδή και στην περίπτωση δόλου του ασφαλισμένου ο ασφαλιστής δεν θα δικαιούται να επικαλεστεί απαλλαγή από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος μετά πάροδο ορισμένου, καθορισθέντος με συμβατική ρήτρα, χρόνου, "θα ευνοούσε την κακοπιστία, αφού θα παρείχε τη δυνατότητα στον ασφαλισμένο να αποκρύπτει επιμελώς τα πραγματικά περιστατικά μέχρι να συμπληρωθεί ο ως άνω χρόνος και ύστερα να αξιώνει τις παροχές, για τις οποίες είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ αν δεν τα απέκρυπτε από τον ασφαλιστή, εκείνος δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, ή δεν θα τη δεχόταν με τους ίδιους όρους", είναι πρόδηλο, πάντοτε υπό την πιο πάνω επικουρική εκδοχή, ότι έλαβε υπόψη και τους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες, η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει στην προκείμενη περίπτωση την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ μόνη η παράλειψη της ονομαστικής μνείας τους δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, οπότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, οπότε υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/99). Ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 24/92). Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος αυτός από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι αυτός χορήγησε στην αναιρεσίβλητη την εξουσιοδότηση να παραλάβει από το Ωνάσειο Καρδιολογικό Κέντρο όλα τα στοιχεία τα σχετικά με τις εξετάσεις του που προηγήθηκαν της χειρουργικής επέμβασης και παρέσχε σ' αυτήν, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και τη χειρουργική του επέμβαση, όλες τις σχετικές πληροφορίες που ζητήθηκαν από αυτήν, αντιφατικώς προς αυτά δέχτηκε ότι αυτός, κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, δολίως απέκρυψε την πάθησή του, ενώ, αν είχε τέτοιο δόλο, θα επιδίωκε πρωτίστως να εξασφαλίσει τη μη ελεύθερη πρόσβαση της αναιρεσίβλητης σ' όλες τις ιατρικές πληροφορίες που τον αφορούσαν, όταν του ζητήθηκε από αυτήν, ή θα επιδίωκε να εξαφανίσει τις προηγούμενες ιατρικές γνωματεύσεις που διενήργησε στις 24.2.1999.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα, για τη θεμελίωσή του, πιο πάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα γεγονότα, αφορούν επιχειρηματολογία του για την επιστήριξη τού ισχυρισμού του, ότι δεν ενήργησε από δόλο, αποκρύπτοντας την πάθησή του. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η άλλη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχτηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, η διαφορά για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο στις 18 Σεπτεμβρίου 2002, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2915/2001.

Επομένως, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος της αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο και με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχτηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, για δόλια εκ μέρους του απόκρυψη στοιχείων, χωρίς να διατάξει αποδείξεις για τον ισχυρισμό αυτόν, αν και ρητώς τον αμφισβήτησε, είναι απαράδεκτος.

V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαΐου 2005 αίτηση του .... , για αναίρεση της 3746/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ