Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment regarding acquisitive prescription and derivative acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on land ownership. The State argued the lower court erred in applying acquisitive prescription and derivative acquisition rules, yet the court found the original judgment legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay reduced legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision is based on valid legal grounds regarding acquisitive prescription and derivative acquisition, even if the appellant raises additional arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ι. του Χ. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μεταξά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Alpha Bank A.E.", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 520/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-2-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, πρώτη αναιρεσίβλητη, με αρ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ. , ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη (άρθρα 126 παρ. 1γ, 127, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση μη παράστασης κατ` αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όμως θεωρείται ότι αυτή αντιπροσωπεύεται (ΑΠ 1114/2024, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1028/2022) από την αναγκαία ομόδικό της, πρώτη αναιρεσίβλητη, καθόσον η αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στρέφεται κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, με συνέπεια να υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 76 παρ. 1 περ.
γ' ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1152/2018, ΑΠ 240/2015). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης (576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 7-2-2024 και με αρ. καταθ. 5/8-2-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 520/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία της πρώτης εφεσίβλητης και ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), κατά την τακτική διαδικασία, η οποία κατέστη τελεσίδικη καθόσον από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στην δεύτερη αναιρεσίβλητη και αναγκαία ομόδικο της πρώτης, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στις ...-2024, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 8-2-2024, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε ημερών (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς η δεύτερη αναιρεσίβλητη να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους λοιπούς διαδίκους.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-3-2023 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αρ. 74/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την, από 29-7-2019 και με αρ. καταθ. .../19, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής κατ' άρθρο 6 του ν. 2664/1998.
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 8-2-2024, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός τη τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στις ...-2024 (με αρ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ." (παρ.1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή." (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής (ν.
ΔΞΗ/1912 και τα έκτοτε εκδοθέντα διατάγματα περί δικαιοστασίου και άρθρο 21 του ν. δ. της 22.4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π." σε συνδυασμό με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ και άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938). Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.
Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντίθετα, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσης της νομής, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από την ημιπερίοδο "...εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.", καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 95/2024, ΑΠ 727/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα από αυτή. Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια του άρθρου 984 ΑΚ, αναφέρεται σε προσβολή της νομής, προστατεύεται δε η τελευταία κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του όρου "νέμεται αδιαταράκτως" στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1εδ.
β' του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο, αρκεί να έλαβε χώρα μέχρι τις 19-3-2003. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος παρενόχλησης είναι, μεταξύ άλλων, η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος (ΟλΑΠ 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η επίδοση -και όχι μόνο η έκδοση - πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΑΠ 1023/2013), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη από τον ιδιώτη δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει καταχωρισθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 712/2020), δηλαδή, ο νομέας δημοσίου κτήματος παύει να νέμεται αδιατάρακτα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε γνώση ότι υφίσταται κατά τα ανωτέρω παρενόχληση από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 95/2024, ΑΠ 1813/2017).
Αντίθετα, για την κατάφαση της ως άνω διατάραξης δεν αρκεί η εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση κατ' άρθρο 2 του ν. 2308/1995 (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 15/2023) ή η κατάθεση δήλωσης δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά την κατάρτιση δασικών χαρτών (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 443/2021), ούτε η ανάρτηση του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 727/2022), ούτε η υποβολή ένστασης του άρθρου 6 του ν. 2308/1995 κατά αυτού (προσωρινού κτηματολογικού πίνακα) εκτός αν έχει κοινοποιηθεί στον θιγόμενο (άρθρο 7 παρ. 9 εδ.
τελ. του ν. 2308/1995), ούτε η άρνηση της οικείας Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να χορηγήσει στον νομέα άδεια καθαρισμού του επιδίκου, λόγω μη προσκόμισης τίτλων ιδιοκτησίας, ούτε το έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, για την καταγραφή του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος (ΑΠ 768/2025, ΑΠ 22/2021).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08, ΑΠ 712/2020, 23/2019).
Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) Το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1557/2023, ΑΠ 1264/2017, ΑΠ 960/2017).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 770/2023).
Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ, α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 6/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1133/2018).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 76/2016).
Από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος αυτής, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "ΝΕΑ ΜΑΝΩΛΑΔΑ" της περιφέρειας του Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης του Νομού Ηλείας. Κατά το από 29.6.2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Π., το επίδικο έχει συνολική έκταση 85,02 τ.μ και οριοθετείται γύρωθεν υπό τα στοιχεία περιμέτρου 5-6-8-9-11 και αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με αριθμό 151490403004, το οποίο έχει συνολική έκταση 234 τ.μ και φέρεται στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης.
Κατά το με αριθμ. πρωτ. ....2018 έγγραφο της κτηματικής υπηρεσίας του Νομού Ηλείας προκύπτει αναντίρρητα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 85,02 τ.μ εμπίπτει εντός των ορίων του καταγεγραμένου δημόσιου κτήματος με αριθμό ΑΒΚ 200 της κτηματικής υπηρεσίας Ηλείας. Όπως τούτο απεικονίζεται κατά όρια με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, συνολικής έκτασης 5.962,44 τ.μ .
Το μείζον ως άνω γεωτεμάχιο καταχωρίστηκε ως δημόσιο κτήμα το έτος 1967. Τούτο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου ως νεκρά γαία, δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης της 9ης.7.1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδας" και των από 3/22.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 σχετικών πρωτοκόλλων του Λονδίνου, δίχως η κυριότητα του να αμφισβητείται επ' αυτού, ειδικά για το επίδικο τμήμα, μέχρι και το έτος 1922.
Ακολούθως δυνάμει του με αριθμό ....1922 πωλητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Ο., με τη νόμιμη σύμπραξη του τέως συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάσθηκε τμήμα της ιδιωτικής περιουσίας της Α.Μ Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου, συνολικής επιφάνειας 400 στρεμμάτων, που βρισκόταν στη θέση "ΜΠΑΡΑΓΚΕΣ" του Δήμου Βουπρασίας της επαρχίας Ηλείας του Νομού Αχαϊοήλιδος στους Α.
Ι., Α. Β. και Χ. Λ., αντί τιμήματος 10 δραχμών ανά στρέμμα με τη ρητή δέσμευση των ως άνω αγοραστών να κατατμήσουν την ανωτέρω μείζονα έκταση των 400 στρεμμάτων και να μεταβιβάσουν τα κατατμηθέντα τμήματα έναντι τιμήματος 10 δραχμών ανά στρέμμα σε ρητά κατονομαζόμενους στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο κατοίκους του χωριού "ΜΑΝΩΛΑΣ" της Ηλείας, το οποίο και καταστράφηκε από την υπερχείλιση του ποταμού Βεργή, προκειμένου να το οικοδομήσουν και ουσιαστικά να μετεγκατασταθεί το ανωτέρω χωριό στην έκταση αυτή.
Μεταξύ των ρητά κατονομαζομένων κατοίκων του χωριού ήταν και ο απώτερος δικαιοπάροχος της πρώτης εναγόμενης, Δ. Ι., το γεωτεμάχιο δε που του μεταβιβάσθηκε φέρει αύξοντα αριθμό 33 στην από 17.5.1922 οριζοντιογραφία που ζητήθηκε από τον συμβληθέντα ως αγοραστή στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο Α. Ι. αυτός δε εγκαταστάθηκε στο ανωτέρω γεωτεμάχιο μέχρι και τον χρόνο του θανάτου του στις αρχές του έτους 1942.
Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του κατά αδιαίρετο ποσοστό 1/4 και τα τέσσερά του τέκνα κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου έκαστο. Με το με αριθμό ....1963 συμβόλαιο δωρεάς του τέως συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Β. Κ. , η σύζυγος του ως άνω αποβιώσαντος μεταβίβασε ως δωρεά αιτία θανάτου το ανωτέρω αδιαίρετο ποσοστό της επί μίας ανωγείου οικίας μετά του συνεχόμενου οικοπέδου της, κείμενης εντός του οικισμού Νέας Μανωλάδας Ηλείας, όσης έκτασης και αν είναι, στη θυγατέρα της Μ.
Ι., η οποία και μετά τον θάνατο της δωρήτριας, στις ....1975, επαύξησε το αδιαίρετο ποσοστό της 2/16 κατά 1/4 επιπλέον, καθιστάμενη κυρία του ανωτέρω ακινήτου κατά αδιαίρετο ποσοστό 10/16. Με το με αριθμό ....1987 πωλητήριου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Βάρδας Γ. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα ο υιός του ανωτέρω αποβιώσαντος απώτερου δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης πώλησε στον αδερφό του και πατέρα της πρώτης εναγόμενης το μερίδιο του στο ανωτέρω ακίνητο, και ειδικότερα αδιαίρετο ποσοστό 2/16 ενός οικοπέδου εμβαδού 458 τ.μ με μία παλιά πλινθόκτιση οικοδομή, εμβαδού 63,36 τ.μ ανά όροφο και μία ερειπωμένη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 53,24 τ.μ ευρισκόμενου στο χωριό Νέα Μανωλάδα νομού Ηλείας και επί της οδού Πατρών - Πύργου και Αγίου Νικολάου, με αποτέλεσμα ο πατέρας της πρώτης εναγόμενης να καταστεί και αυτός κύριος κατά αδιαίρετο ποσοστό 4/16 ή 1/4.
Με το με αριθμό ....1990 πωλητήριο συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Βάρδας Γ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο έτερος υιός του ανωτέρω αποβιώσαντος και αδερφός του άμεσου δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης, πώλησε στην πρώτη εναγόμενη το αδιαίρετο ποσοστό του 2/16 ενός οικοπέδου εμβαδού 458 τ.μ με μία παλιά πλινθόκτιση οικοδομή, εμβαδού 63,36 τ.μ ανά όροφο που κρίθηκε ως σεισμόπληκτη και κατεδαφιστέα με την με αριθμό .../1989 σχετική βεβαίωση αυτοψίας πλινθόκτιστου κτιρίου, και μίας ισόγειας νεόδημητης οικίας, επιφάνειας 97 τ.μ, κτισμένης το έτος 1989 με την με αριθμό 438/25.9.1989 άδεια οικοδομής της πολεοδομίας Αμαλιάδας, ευρισκόμενη στο χωριό Νέα Μανωλάδα νομού Ηλείας και επί της οδού Πατρών - Πύργου και Αγίου Νικολάου.
Στη συνέχεια η αδερφή του πατέρα της πρώτης εναγόμενης άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας την από 1.3.1996 αγωγή διανομής κατά των έτερων συγκυριών του ανωτέρω ακινήτου που ήταν η πρώτη εναγόμενη κατά αδιαίρετο ποσοστό 2/16, ο πατέρας της κατά ποσοστό 4/16 και η ίδια η ενάγουσα κατά αδιαίρετο ποσοστό 10/16.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 152/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, δίχως να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση. Στη συνέχεια με το με αριθμό ....1998 διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Δ. Κ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω συγκύριοι του ακινήτου προέβησαν σε μερική διανομή του επίδικου ακινήτου των 458 τ.μ και η αδερφή του πατέρα της πρώτης εναγόμενης παρέλαβε διαιρετά κατά αποκλειστική κυριότητα το νότιο τμήμα του ακινήτου, επιφάνειας 223 τ.μ ενώ οι λοιποί δύο συγκύριοι, ο πατέρας της πρώτης εναγόμενης και η πρώτη εναγόμενη παρέλαβαν κατά το ιδανικό τους μερίδιο και ειδικότερα κατά αδιαίρετο ποσοστό 1/3 η πρώτη εναγόμενη και 2/3 ο πατέρας της, το βόρειο τμήμα του ακινήτου, επιφάνειας 235 τ.μ, με τα επ αυτού κτίσματα (νεοαναγερθείσα ισόγεια οικία και κατεδαφιστέα πλινθόκτιση οικία).
Το ανωτέρω αδιαίρετο ποσοστό του 2/3 ο πατέρας της πρώτης εναγόμενης το μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη με το με αριθμό ....1998 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Δ. Κ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και με το με αριθμό ....2000 συμβολαίου γονικής παροχής επικαρπίας ο ανωτέρω μεταβίβασε και την επικαρπία στην πρώτη εναγόμενη.
Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγόμενη κατέστη παραγώγως αποκλειστική κυρία του προπεριγραφόμενου ακινήτου των 235 τ.μ με τις επ' αυτού οικίες.
Περαιτέρω η πρώτη εναγόμενη κατέστη και πρωτοτύπως αποκλειστική κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθόσον με προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων της επ' αυτού, οι οποίοι και ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες σε αποκλειστικούς κυρίους πράξεις νομής επ' αυτού, και δη καλλιέργεια, οριοθέτηση και ανοικοδόμηση, από το έτος 1922 και εντεύθεν, συμπληρώνοντας 97 έτη συνεχούς νομής επ' αυτού δίχως να έχουν ενοχληθεί από το ενάγον ή να έχει αμφισβητηθεί η κυριότητα της επ' αυτού καθοιονδήποτε τρόπο από το τελευταίο, μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 2019.
Έτσι κατά τις διατάξεις του Ν. 3127/2003 που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται για οικισμό κάτω των 2.000 ατόμων, η πρώτη εναγόμενη κατόπιν προσμέτησης του χρόνου αδιάλλειπτης καλόπιστης νομής των δικαιοπαρόχων της στον δικό της χρόνο καλόπιστης νομής, έχει καταστεί αποκλειστική κυρία αυτού με διαδρομή χρόνου καλόπιστης νομής από το έτος 1922 έως και το έτος 2003 συνολικά 81 ετών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, νομή, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε (261 ΚπολΔ) και από το ενάγον, το οποίο προβάλει τον ισχυρισμό περί κακής πίστης των δικαιοπαρόχων της πρώτης εναγόμενης και της ίδιας, υπέχον, πέραν του βάρους επικλήσεως, και του σχετικού βάρους αποδείξεως του ανωτέρω ισχυρισμού του.
Ωστόσο, και σε πλήρη αρμονία με τα ανωτέρω αναφερόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, το ενάγον δεν απέδειξε, ως δικονομικά ώφειλε, τον σχετικό ισχυρισμό του. Ειδικότερα πέραν του ότι όλα τα έγγραφα που προσκομίζει προς απόδειξη του αφορούν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του έτους 1922 (από το έτος 1968 έως και το έτος 1984) δηλαδή σε χρόνο 44 ετών τουλάχιστον μετά την εγκατάσταση στη νομή του επίδικου του απώτατου δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης, το ενάγον δεν απέδειξε την γνώση των δικαιοπαρόχων της πρώτης εναγόμενης και της ίδιας ότι το επίδικο ήταν τμήμα του με αριθμό ΑΒΚ 200 δημόσιου κτήματος, όπως τούτο καταγράφηκε για πρώτη φορά το έτος 1967 και τούτο διότι το ενάγον δεν έχει κοινοποιήσει οιαδήποτε δικαστική ή διοικητική ενέργεια του στους δικαιοπαρόχους της πρώτης εναγόμενης ή και στην ίδια, σχετική με την ιδιότητα του επίδικου ως τμήματος δημόσιου κτήματος, αξιώνοντας ή προστατεύοντας την κυριότητα του επ' αυτού, ή άλλη διοικητική πράξη που καταφάσκει τον δημόσιο χαρακτήρα του ακινήτου ώστε αν το Δημόσιο κοινοποιήσει στον νεμόμενο καλή τη πίστη δημόσιο κτήμα τέτοια πράξη, από της κοινοποιήσεως αυτής ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τελευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του δημοσίου κτήματος (ΟλΑΠ 11 /2015, ΑΠ 159/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 786/2012 ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα τούτος (ο νεμόμενος) να βρίσκεται έκτοτε σε επιγενόμενη κακή πίστη (mala fides).
Επισημαίνεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου ότι τέτοιες ενέργειες θα ήταν η σύνταξη σε βάρος τους πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ή η αίτηση εξαγοράς του από αυτούς, ενώ η κοινοποίηση πρωτοκόλλων αποβολής σε έτερους "καταπατητές" του μείζονος δημόσιου κτήματος με αριθμό ΑΒΚ 200, και συνολικής επιφάνειας 5.962,44 τ.μ δεν αποτελεί απόδειξη επιγενόμενης κακής πίστης των δικαιοπαρόχων της πρώτης εναγόμενης και της ίδιας, ούτε η ύπαρξη αιτήσεως περί παραχωρήσεως της χρήσης του το έτος 1968 στην τέως κοινότητα Μανωλάδας, ούτε η κτηματογράφηση του, ούτε η σύσταση επιτροπής για την εκτίμηση της αξίας του το έτος 1974, καθόσον οι ενέργειες αυτές δεν κοινοποιήθηκαν στους δικαιοπαρόχους της πρώτης εναγόμενης ή στην ίδια, δίχως βέβαια να υποκαθιστά την κοινοποίηση διοικητικών ή δικαστικών ενεργειών, ως μορφών εξωτερίκευσης της προστασίας της νομής και κυριότητας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, το δια λογικού άλματος εξαγόμενο ως δεδομένο της γνώσης στους δικαιοπαρόχους της πρώτης εναγόμενης, λόγω του μικρού αριθμού των κατοίκων του οικισμού Νέας Μανωλάδας Ηλείας σε συνδυασμό με την ανωτέρω κοινοποίηση πρωτοκόλλων αποβολής σε έτερους "καταπατητές" του μείζονος δημόσιου κτήματος με αριθμό ΑΒΚ 200, και συνολικής επιφάνειας 5.962,44 τ.μ.
Επομένως στο ίδιο συμπέρασμα που οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την εκκαλουμένη ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις σχετικά με την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων της πρώτης εναγομένης και της ίδιας, διορθώνοντας παραδεκτά τις αιτιολογίες (534 ΚΠολΔ) ως προς τα ποσοστά συγκυριότητας του ακινήτου απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος ως αβασίμου κατά τα ανωτέρω.".
Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε προς απόδειξη της κακής πίστης της πρώτης αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της κατά τον χρόνο κτήσης της νομής.
Ειδικότερα, αιτιάται ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με τις προϋποθέσεις της ειδικής έκτακτης χρησικτησίας επί δημοσίων κτημάτων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν έλαβε υπόψη του την με αρ. ...-1931 απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνίας Δ.
Δ., δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ευρύτερου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, την με αρ. ...-1933 απόφαση του υπουργού του αυτού ως άνω Υπουργείου Γ. Σ. με την οποία συντελέσθηκε η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση με την σύσταση γραμματίων παρακαταθήκης υπέρ των φερομένων ως ιδιοκτητών, μεταξύ των οποίων και ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης Δ.
Ι. και τις με αρ. 7/1984 και 8/1986 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Βάρδας ως και την με αρ. 79/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που αποδεικνύουν ότι το Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος επιδίκου γεωτεμαχίου με πρωτότυπο τρόπο και καταγράφηκε το έτος 1968 στα βιβλία καταγραφής της Οικονομικής εφορείας Λεχαινών ως δημόσιο κτήμα με αρ. ...-1968.
Ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι τα ανωτέρω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα γνωστοποιήθηκαν έως τις 19-3-2003 στην ενάγουσα ή στους δικαιοπαρόχους της, ώστε να λάβουν γνώση της διατάραξης της νομής τους δια της παρενοχλήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, του ότι τα εκδοθέντα κατά έτη 1931 και 1933 έγγραφα δεν αναφέρονται στην τελευταία τριακονταετία έως τις 19-3-2003 κατά την οποία ορίζει ο νόμος (άρθρο 4 του ν. 3127/2003) ότι πρέπει να ασκείται αδιατάρακτα η νομή σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της αοριστίας του όσον αφορά τις δικαστικές αποφάσεις, καθόσον δεν διαλαμβάνει το περιεχόμενο αυτών, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
Με τον δεύτερο λόγο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί μη κήρυξης απαράδεκτης της ένστασης ιδίας κυριότητας, λόγω αοριστίας, υπό τις αιτιάσεις ότι η ενισταμένη πρώτη εναγομένη δεν ισχυρίσθηκε εάν τα τέκνα του κληρονομουμένου και απώτερου δικαιοπαρόχου της Δ.
Ι., ήταν κατά τον χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας το έτος 1942, ανήλικα ώστε να περιέλθει σ αυτά, κατά το ισχύον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, αυτοδικαίως η κληρονομία του πατέρα τους ενώ ισχυρίσθηκε ότι οι κληρονόμοι δεν προέβησαν σε αποδοχή κληρονομίας χωρίς να εκθέτει ότι υπεισήλθαν στην κληρονομία με την άσκηση υλικών πράξεων νομής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθόσον η προβληθείσα από την πρώτη εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 24-12-2019 προτάσεων της πρώτης εναγομένης, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας δυνάμει της ειδικής έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και συγκεκριμένα στην επί τριάντα συνεχόμενα έτη, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου στις 19-3-2003, άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη και αδιατάρακτα, προσμετρώντας στον χρόνο άσκησης νομής από την ίδια και αυτόν των δικαιοπαρόχων της τα τελευταία τριάντα έτη πριν από τις 19-3-2003 ήτοι από το έτος 1973, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, μη ασκούσας ουσιώδη επιρροή, της, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κτήσης και άσκησης της νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της.
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, που αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την παραδοχή της περί κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, α) για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 974 του ΑΚ και 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003 λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και β) για την εκ του αρ. 8α της ίδιας διάταξης πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν.
Ειδικότερα με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου, το αναιρεσείον αιτιάται ότι δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση το είδος και η χρονική διάρκεια των υλικών πράξεων νομής κάθε δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης και με το δεύτερο σκέλος ότι για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του διακατοχικές πράξεις νομής, τις οποίες δεν επικαλείται η ενιστάμενη πρώτη εναγομένη με την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας.
Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι οι υλικές πράξεις νομής που άσκησε η ενιστάμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοι της, αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Περαιτέρω κατά το πρώτο σκέλος του ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος διότι α) για την προσμέτρηση του χρόνου άσκησης νομής των δικαιοπαρόχων της εναγομένης, στον χρόνο άσκησης νομής από την ίδια, δεν απαιτείται και ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 511/2023), β) με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι η πρώτη εναγομένη απέκτησε την κυριότητα και με την ειδική έκτακτη χρησικτησία δημοσίου κτήματος του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, προσμετρώντας, στον δικό της χρόνο άσκησης της νομής και τον χρόνο άσκησης νομής των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι καλλιεργούσαν, οριοθετούσαν το επίδικο ακίνητο, ανεγείροντας εντός αυτού οικοδόμημα - οικία, από το έτος 1922, με καλή πίστη και αδιατάρακτα ενώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 1963 έως το 2000, προέβαιναν σε νόμιμες μεταβιβάσεις των εξ αδιαιρέτου ποσοστών τους και σε συμβολαιογραφική, νόμιμα μεταγραφείσα διανομή αυτών, προσδιορίζει το είδος των υλικών πράξεων νομής που ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης και με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η τελευταία απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου γεωτεμαχίου με την ειδική έκτακτη χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.
Περαιτέρω ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμπίπτει εντός του με στοιχεία ΑΒΚ 200 δημοσίου κτήματος με την καταγραφή του στο βιβλίο της κτηματικής υπηρεσίας Ηλείας το έτος 1967 και ότι αυτή καταγραφή, η οποία δεν γνωστοποιήθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν αποτελεί παρενόχληση της νομής της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη, είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι η έννοια του "νέμεται αδιαταράκτως" κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3127/2003, αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία εκδηλώνεται με την γνωστοποίησή των ενεργειών που τη συνιστούν, στον νομέα του δημοσίου κτήματος, κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Τέτοια όμως γνωστοποίηση δεν αποτελεί η καταγραφή του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος στο βιβλίο της κτηματικής υπηρεσίας Ηλείας ενώ, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων, η εν λόγω καταγραφή δεν γνωστοποιήθηκε προς την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ή τους δικαιοπαρόχους της έως τον χρόνο έναρξης του ν. 3127/2003, με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει διατάραξη της νομής από το Ελληνικό Δημόσιο κατά την τελευταία τριακονταετία πριν από τις 19-3-2003.
Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3127/2003. Έτι περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττομένη ή στην ανεπιτυχώς πληττομένη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 781/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον μέμφεται την απόφαση του Εφετείου, για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), ν. 69 Πανδ. (29.2), ν. Εισ. (2.19), 3 Εισ. (3.1, 14 Πανδ. (38.16), περί κληρονομικής διαδοχής κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193 ,1195, 1198 και 1199 ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι, με την παραδοχή ότι η πρώτη εναγομένη κατέστη κυρία του επιδίκου γεωτεμαχίου με παράγωγο τρόπο, δεχόμενο ως απώτερους δικαιοπαρόχους της τους κληρονόμους του Δημητρίου Ίσκου, χωρίς να αναφέρει ότι οι κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομία, για το πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα ήτοι έως 23-2-1046, ρητά ή σιωπηρά δια της αναμείξεώς τους σ αυτήν και για τον χρόνο μετά την εισαγωγή του ΑΚ με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και περαιτέρω με το να συνυπολογίσει τον χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων της στον δικό της χρόνο άσκησης της νομής και να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι κατέστη κυρία και με πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε και την διάταξη του άρθρου 4 του ν 3127/2003.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις για την κτήση της κυριότητας από την πρώτη αναιρεσίβλητη με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος διότι η έναρξη της τριακονταετούς νομής επί του επιδίκου ακινήτου για την κτήση της κυριότητας με την ειδική χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος της ανωτέρω διάταξης, ανάγεται στο έτος 1973 (19-3-1973 έως 19-3-2003) και δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή η άσκηση της νομής των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, πριν από τον χρόνο αυτό.
Στη συνέχεια, ως προς τις αιτιάσεις που πλήττουν την παραδοχή περί του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος με παράγωγο τρόπο, δυνάμει διαδοχικών μεταβιβάσεων με συμβολαιογραφικά έγγραφα που μεταγράφηκαν νόμιμα και με επάλληλη αιτιολογία ότι κατέστη κυρία και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της ειδικής έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, προσμετρώντας στον χρόνο άσκησης της νομής από την ίδια και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη αιτιολογία της κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, η οποία επλήγη ανεπιτυχώς με τους προεκτεθέντες αναιρετικούς λόγους και τυχόν παραδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο, υποβληθέν με τις προτάσεις της, αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο πρέπει να καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Για την δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν θα επιβληθούν έξοδα ελλείψει, λόγω της ερημοδικίας της, σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2024 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 520/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ