Legislator Case Law & Legislation
71/2025 AI generated

Greek Supreme Court dismisses State's appeal on procedural grounds and lack of admissible legal arguments.

Case Number 71/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a lower court's property ownership decision. The State argued the lower court distorted the contract, but the court found this claim baseless as the factual assessment was legally unreviewable. Consequently, the appeal was rejected because no other valid grounds for review existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) of the Code of Civil Procedure and Article 6A(1) of the 1944 Decree; The Supreme Court reviews its own jurisdiction over the absence of a party and rejects appeals where the lower court's factual findings are legally unreviewable and no other admissible grounds exist.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default unreviewable facts state appeal property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 6A(1) of the 1944 Decree
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 71/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. του Α., ήδη συζ. Α. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 25-10-2024 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του Ν. 4305/2014, ορίζεται ότι "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.

κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (ΑΠ 586/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 298/2021, ΑΠ 697/2021, ΑΠ 207/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθ. 9397/11-10-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, Π. Λ., που προσκομίζει νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (06-11-2024), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στη δικηγόρο Αγρινίου Α.

Κ., η οποία είχε εκπροσωπήσει τους ήδη αναιρεσιβλήτους (ως εκκαλούντες) κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (...) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος των ως άνω διαδίκων κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.

Η προαναφερόμενη δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 27-10-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ... απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων κατά της ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος - εναγομένου.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 26-09-2014 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 29-10-2015 με αριθμό ...).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) β.ρ.δ., με έκτακτη χρησικτησία [βλ.

ν. 8 παρ. 8 κωδ.(7-39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ (50-4) ν. 9 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44-3) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ.(23-3)], προϋποθέσεις της οποίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα (30) τουλάχιστον έτη, με καλή πίστη, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση ότι, με την άσκηση της νομής πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού [βλ. ν. 27 Παν.(18.1), ν. 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ.(51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ.(50.16)]. Την ύπαρξη δε της καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα.

Η ύπαρξη "ταπί", "χοτζέτι" ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17-11/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά την συνείδηση του νομέα (Α.Π. 102/2010, Α.Π. 178/2004, Α.Π. 546/2003).

Ο τριακονταετής χρόνος χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και τις 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης" και 60 του ν. ΣΟΖ/1855 (Α.Π. 1359/2002 ΑΠ 1281/2002). Ειδικότερα δε επί δημοσίων κτημάτων, όταν ενάγεται το Ελληνικό Δημόσιο από ιδιώτη, ο τελευταίος, εφόσον αμφισβητηθεί η κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, πρέπει να συμπληρώσει την αγωγή του καθορίζοντας τον τρόπο κτήσης κυριότητας από το δικαιοπάροχό του με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα με συνεχή τριακονταετή νομή μέχρι και την 11.9.1915 (ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 1203/2012).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 115/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "..Κατά το έτος 1885 οι κληρονόμοι του Χ. Σ., που πέθανε το έτος 1872, δηλαδή οι Α. Χ. Σ., Ι. Χ. Σ., Κ. Χ. Σ., Λ. Χ. Σ., Γ. Χ. Σ., Χ. Χ. Σ., καθώς και οι κληρονόμοι του αδελφού του Δ.

Σ., που πέθανε το 1875, δηλαδή οι Σ. Δ. Σ., Χ. Δ. Σ., Ν. Δ. Σ., Φ. Δ. Σ. και Ν. Δ. Σ., με το ... συμβόλαιο του τ. συμβ/φου Αγρίνιου Δ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τ. Δήμου Θεστιέων (...), διένειμαν την κοινή περιουσία των ανωτέρω πατέρων τους. Στην περιουσία αυτή περιλαμβάνονταν και μία έκταση, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... ...

Αιτωλοακαρνανίας, η οποία αποτελούνταν από καλλιεργήσιμα και δασώδη τμήματα. Με τη διανομή αυτή η εν λόγω έκταση περιήλθε στους προαναφερόμενους κληρονόμους του Χ. Σ., οι oπoioι έκτοτε καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της έκτασης αυτής και εκμίσθωναν σε τρίτους τα δασώδη τμήματά της για τη βόσκηση των ζώων τους.

Με τον τρόπο αυτό οι παραπάνω κληρονόμοι του Χ. Σ. πραγμάτωσαν τη φυσική εξουσίαση της ανωτέρω έκτασης και εκδήλωσαν τη θέλησή τους να εξουσιάζουν αυτή ως κύριοι με καλή πίστη. Το έτος 1912 οι πιο πάνω αναφερόμενοι κληρονόμοι του Χ. Σ. με το ... συμβόλαιό του τ. συμβ/φου Αγρίνιου Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο Β' των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρίνιου με α/α ..., πώλησαν και παρέδωσαν κατά κυριότητα στον Γ.

Μ. τμήμα εμβαδού 200 στρεμμάτων περίπου ("ως έγγιστα"), το οποίο συνόρευε με ακίνητα Χ. Γ., ιδίων πωλητών και κληρονόμων Δ. Σ., με λαγκάδια, με περιφέρεια του χωριού ... στη θέση "..." και κατ' ευθείαν "...". Με το συμβόλαιο αυτό οι παραπάνω πωλητές δεν μεταβίβασαν την κυριότητα όλης της έκτασης, η οποία είχε περιέλθει σ' αυτούς με την προαναφερόμενη διανομή, αλλά τους απέμεινε έκταση, εμβαδού 73.506,5 τ.μ., προς το Δυτικό μέρος του όλου αρχικού ακινήτου, η οποία συνορεύει Ανατολικά με την έκταση την κυριότητα της οποίας μεταβίβασαν στον Γ.

Μ., Βόρεια με βραχώδη έκταση με την ονομασία "...", Δυτικά με βραχώδη έκταση με την ονομασία "..." και Νότια με φυσική τάφρο και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Χ. Γ.. Τμήμα στη Νοτιοδυτική πλευρά της έκτασης αυτής, εμβαδού 48.682,30 τ.μ., που συνορεύει Βόρεια με βραχώδη έξαρση με την ονομασία "...", Δυτικά με βράχο με την ονομασία "...", Νότια με φυσική τάφρο και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Χ.

Γ. και Ανατολικά με το υπόλοιπο της ίδιας έκτασης, εμβαδού 24.854,20 τ.μ. αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Το έτος 1912 περίπου κατόπιν εξώδικης διανομής που έγινε μεταξύ των κληρονόμων του Χ. Σ., ο Α. Σ., παππούς των εναγόντων, απέκτησε τη φυσική εξουσίαση της παραπάνω έκτασης των 73.506,5τ.μ., την οποία ασκούσε με τις προαναφερόμενες πράξεις με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη.

Ο Α. Σ. πέθανε το έτος 1913 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Α., Γ., Α. και Β., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του με ανάμιξη, αφού ενεργούσαν στην προαναφερόμενη έκταση τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής με καλή πίστη. Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Α. Χ. Σ. συνέχισαν να κατέχουν και να νέμονται την έκταση αυτή με καλή πίστη μέχρι το έτος 1935 περίπου.

Τόσο το ότι με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1912 δεν μεταβιβάσθηκε ολόκληρη η έκταση που με το διανεμητήριο συμβόλαιο του έτους 1885 είχε περιέλθει στους κληρονόμους του Χ. Σ., όσο και οι πράξεις νομής από τους τελευταίους στην παραπάνω εναπομείνασα σ αυτούς έκταση, προκύπτουν τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Ρ., που περιέχεται στα 344/1987 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου, σύμφωνα με την οποία.........

Συνεπώς από την 4-3-1885, οπότε καταρτίστηκε το πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο, μέχρι τις 11-9-1915 συμπληρώθηκε τριακονταετής αδιάκοπη νομή με καλή πίστη στην έκταση αυτή. Η συμπλήρωση αυτή έγινε όταν νομείς της έκτασης αυτής ήταν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Α. Σ., οι οποίοι έτσι έγιναν κύριοι της έκτασης αυτής με την προσμέτρηση στη δική τους νομή αυτής των δικαιοπάροχων τους.

Συνεπώς τυχόν δικαιώματα του εναγομένου στην έκταση αυτή είχαν καταλυθεί από το χρόνο αυτό. Η κρίση περί του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παραπάνω μείζονος ακινήτου του διανεμητηρίου συμβολαίου προκύπτει και από την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 136/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου πραγματογνώμονα Ν. Π., τοπ. μηχανικού, αλλά και ........Το έτος 1935 ύστερα από εξώδικη διανομή που έγινε μεταξύ των προαναφερόμενων κληρονόμων του Α. Σ. η έκταση αυτή περιήλθε στον Γ. Α. Σ., πατέρα του πρώτου ενάγοντος και στον Α. Σ. πατέρα της δεύτερης ενάγουσας. Μετά το έτος 1935 οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Γ. Α. Σ. και Α. Α. Σ. συνέχισαν να νέμονται την παραπάνω έκταση των 73.506, 5 τ.μ., άρα και το επίδικο, με καλή πίστη. Ειδικότερα έσπερναν βρώμη στο καλλιεργήσιμο τμήμα της, γεγονός που αποδεικνύεται από την ύπαρξη πέτρινου αλωνιού και αναβαθμίδων μέσα σε ολόκληρη την έκταση αυτή ...........εκμίσθωναν αυτή σε συγχωριανούς τους για τη βόσκηση των ζώων τους, όπως στον πιο πάνω μάρτυρα Χ. Ρ. μετά το έτος 1940, τα έτη 1955 -1956 στον Β. Σ. (βλ. την παραπάνω κατάθεση αυτού), αλλά και στους Γ. και Δ. Μ., είχαν αναθέσει τη φύλαξή της σε αγροφύλακες, και ανέθεταν στον Σ. τον οποίο είχαν προσλάβει ως βοσκό τη συλλογή του ελαιόκαρπου των εντός της έκτασης αυτής φυομένων ελαιόδεντρων και γενικά προστάτευαν την έκταση αυτή. .......Οι Γ. και Α. Α. Σ. μέχρι το

θάνατό τους, τα έτη 1957 και 1977 αντίστοιχα, ασκούσαν τη νομή με διάθεση αυτής προς βόσκηση και φύλαξή της, αφού από το 1940 εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια των καλλιεργούμενων τμημάτων, με συνέπεια και αυτά με την πάροδο των ετών να δασωθούν...... Μετά το θάνατο των τελευταίων (Γ. και Α. Α. Σ.) η παραπάνω έκταση περιήλθε στους κληρονόμους τους.

Ειδικότερα ο Γ. Σ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. και τα τέκνα του Α. (πρώτο ενάγοντα), Α., Λ. και Β., που αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την ... πράξη του συμβ/φου Αγρινίου Γ. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου (τ.42 και α/α 884). Ακολούθως με το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (...), οι ως άνω μητέρα και αδελφές του πρώτου ενάγοντα μεταβίβασαν σ' αυτόν, λόγω δωρεάς, τα ποσοστά τους στην έκταση αυτή.

Ο Α. Σ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη δεύτερη ενάγουσα, κόρη του, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του με την ... δήλωση αποδοχής του συμβ/φου Αγρινίου Β. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Β Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου (...), η οποία διορθώθηκε με την ... πράξη του ίδιου συμβ/φου που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία (...).

Έτσι καθένας των εναγόντων έγινε συγκύριος της έκτασης αυτής κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Να σημειωθεί ότι με το ... έγγραφό του το Δασαρχείο Αγρινίου, απαντώντας σε αίτηση των εναγόντων περί αναγνώρισης της επίμαχης έκτασης των 73.506,5 στρεμμάτων (80 περίπου στρεμμάτων κατά το έγγραφο αυτό), ως ιδιωτική δασική, αναγνωρίζει ότι η έκταση αυτή είναι ήδη αναγνωρισμένη ως ιδιωτική δασική έκταση με την 6/1929 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, αφού είναι έκταση που υπάγεται στην ευρύτερη έκταση του ...

συμβολαίου. Με το έγγραφο δηλαδή αυτό το Δασαρχείο, ανεξάρτητα αν θεωρεί την ανωτέρω έκταση ως τμήμα της έκτασης που πωλήθηκε στον Γ. Μ., πάντως αναγνωρίζει ότι η έκταση αυτή δεν ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, γι' αυτό και προτρέπει τους ενάγοντες να ακολουθήσουν τη διαδικασία της οροθέτησης και αποτερματισμού του ιδιωτικού δάσους ...

σε σχέση με τα, πέραν αυτού προφανώς, δάση και τις δημόσιες δασικές εκτάσεις. Με το από 24 και 25/7/1985 πρωτόκολλο οροθετήσεως και αποτερματισμού του δημοσίου δάσους ... και ... ... προς το όμορο δάσος Κ. Μ. το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε σαν δημόσιο δάσος. Ενόψει όμως των παραπάνω οι ισχυρισμοί του εναγομένου, που πρόβαλε με τις προτάσεις του πρώτου βαθμού, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του α) ως δημόσια δασική έκταση, β) ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 4/16 Ιουνίου και 19/6-1/7/1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, γ) με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17-11/1-12-1836 περί ιδιωτικών δασών και δ) ως λιβάδι, άλλως ως βοσκότοπος κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 β.δ/τος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. ....".

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή την έκανε δεκτή και ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους του επιδίκου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε ότι το επίδικο νέμονταν καλόπιστα από το έτος 1885 και εφεξής οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και στη συνέχεια οι ίδιοι καταστάντες συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους καταλυτικούς της αγωγής των αναιρεσίβλητων ισχυρισμούς - ενστάσεις του, ιδίας κυριότητας του επιδίκου, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, απορριπτομένων των πρώτου και δευτέρου λόγου αναίρεσης για παραβίαση των διατάξεων 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (Ολ.Α.Π.2/2008).

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 366/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αυτό αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη και να δεχθεί τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί κτήσης κυριότητας στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Αγρινίου Β. Π.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 'Οπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), κατά το ενδιαφέρον μέρος, το Εφετείο δέχθηκε ότι συμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο αυτό ήταν "... οι πιο πάνω αναφερόμενοι κληρονόμοι του Χ.

Σ....", ήτοι τα τέκνα του Α.ς, Ι., Κ., Λ., Γ. και Χ.. Από δε την επισκόπηση περίληψης του παραπάνω συμβολαίου από το βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου, που προσκόμισε το αναιρεσείον (σημειωτέον ότι το αναιρεσείον καίτοι είχε υποχρέωση να προσκομίσει το συμβόλαιο, δεν το προσκόμισε και αρκέστηκε στην προσκόμιση περίληψής του), προκύπτει ότι ως συμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο αυτό αναγράφονται οι "....Χ.

Χ. Σ., Ι. Χ. Σ., Γ. Λ. Σ., Χ. Λ. Σ., Α.ς Χ. Σ. και Γ. Γ. Σ...." Στη συνέχεια δε αναγράφεται "...οι εξ πρώτοι των συμβαλλομένων έχοντες στην κυριότητα και κατοχήν τους εκ κληρονομίας του πατέρα τους Χ. Σ., αποβιώσαντος προ τεσσαρακονταετίας περίπου, Λ. Σ. και Γ. Σ., αποβιωσάντων προ δεκαπενταετίας περίπου...". Η λανθασμένη όμως ανάγνωση του συμβολαίου ως προς τα ονόματα των συμβαλλομένων, δεν ασκεί καμία ουσιώδη επιρροή στο συμπέρασμα της προσβαλλομένης ότι οι κληρονόμοι του Χ.

Σ. (τέκνα και εγγόνια αυτού που υπεισήλθαν προφανώς στη θέση αποβιωσάντων πριν τη σύνταξη του συμβολαίου τέκνων του, όπως προκύπτει από την ορθή ανάγνωση του ενδιαφέροντος τμήματος του συμβολαίου) νέμονταν καλόπιστα μέχρι το 1912 τη μείζονα έκταση τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος και υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν υπέβαλαν αντίστοιχο αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ