Supreme Court dismisses late appeal and restoration request due to procedural time limits and lack of force majeure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and request to restore the case to its previous state, ruling both requests procedurally inadmissible. The appellant had previously filed a similar appeal in 2018 which was rejected for non-payment of a court fee, and this new filing occurred after the statutory deadline expired. The court rejected the claim of force majeure regarding the court's failure to collect the fee, noting that the opposing party had already served the judgment to the appellant's lawyer in 2019, making the delay attributable to the appellant rather than the court. Consequently, the appeal was rejected with the court fee collected and the appellant ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564 §1, 152 §1, 153, 155 of the Code of Civil Procedure; The request for restoration of the case to its previous state is inadmissible if filed after the expiration of the appeal period, as the burden of proving force majeure lies with the appellant and knowledge of the judgment by the lawyer triggers the time limit regardless of the appellant's actual awareness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ν. Ξ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Π. και Α. Γ., κατοίκου Ζακύνθου, 2) Α. χήρας Β. Π. ( Φ.), το γένος Κ. και Π. Μ., 3) Ε. συζ. Θ. Β. (πρώην συζ. Γ. Μ.), το γένος Β. και Α. Π. ( Φ.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σιγάλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2020 αίτησή της και την από 10-1-2020 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει την από 18-4-2018 αίτηση για αναίρεση της 29/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε υποπέσει στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατ' αυτήν, είχε λάβει υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί. Με την 1053/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση εκείνη, διότι δεν είχε καταβληθεί το κατ' άρθρ. 495§3 ΚΠολΔ παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Ήδη, η αναιρεσείουσα άσκησε, (έχουσα καταβάλει το σχετικό παράβολο), την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με όμοιο, όπως και η προηγούμενη, περιεχόμενο και αιτητικό. Εν τούτοις, η αίτηση αυτή (κρινόμενη) πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και επομένως ως απαράδεκτη, αφού: Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη 6839Β/19-3-2018 έκθεση επίδοσης, του δικ.
επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ., τότε (19-3-19) με πρωτοβουλία των αναιρεσιβλήτων είχε επιδοθεί στην δικηγόρο Σταυρούλα Μπονάτσου, ως πληρεξουσία και αντίκλητο της νυν αναιρεσείουσας (και λοιπών μη εν προκειμένω διαδίκων), η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση. Η δε υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών, κατά τα ως άνω, στις 9-1-2020, ήτοι μετά την παρέλευση της κατ' άρθρ. 564§1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση, απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: 1) Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας, και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή, την ανώτερη βία, στην οποία συγκαταλέγεται και η ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου υπό προϋποθέσεις και ο δόλος του αντιδίκου του. 2) Η αίτηση επαναφοράς, που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο και έχει ως περιεχόμενο την πράξη που παραλείφθηκε ή την αναφορά ότι έχει ήδη ενεργηθεί, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρ. 153 ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανώτερη βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου.
Και 3) με τη διάταξη του άρθρ. 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο, ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού δεν κάνει διάκριση η διάταξη, χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της.
Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση μαζί με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και η από 10-1-2020 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 ΚΠολΔ). Με αυτήν η αιτούσα (αναιρεσείουσα) επικαλείται το άρθρο 308§1 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που αναφέρεται στην διαδικασία καταβολής των παραβόλων.
Στη συνέχεια (η αναιρεσείουσα) αιτούσα υποστηρίζει, ότι, κατ' άρθρο 152§1 ΚΠολΔ, συντρέχει στην περίπτωσή της ανωτέρα βία από την παράλειψη της αρμόδιας γραμματείας του δικαστηρίου (Εφετείου Πατρών) για την μη καταβολή παραβόλου. Ζητεί δε να επανέλθουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση και να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η από (κατ' εκτίμηση) 8-1-2020 με αρ.
κατ. 1/9-1-2020 υπό κρίση, κατά τα ως άνω, αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση αυτή επαναφοράς είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη και άρα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, (παρεκτός του ότι κατά την §2 του πιο πάνω άρθρου 152 ΚΠολΔ η προαναφερόμενη δικηγόρος Σταυρούλα Μπονάτσου, που είχε καταθέσει στις 18-4-2018 την (πρώτη) αίτηση αναίρεσης, όφειλε να συγκαταθέσει και το απαιτούμενο, κατ' άρθρο 495§3 ΚΠολΔ, παράβολο, σε κάθε περίπτωση), κατ' άρθρο 153 ΚΠολΔ, η κατά την αναιρεσείουσα αίτηση επαναφοράς έπρεπε να κατατεθεί και να επιδοθεί, κατ' άρθρο 155 ΚΠολΔ, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε, (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας), την ανώτερη βία.
Εδώ, δε, η παραπάνω 1053/2019 απόφαση αυτού του δικαστηρίου είχε δημοσιευθεί στις 23-8-2019, η δε αίτηση επαναφοράς κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-1-2020 και αυθημερόν επιδόθηκε, όπως προκύπτει απ' τη σφραγίδα του δικ. επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., ενώ ο ισχυρισμός της αιτούσας, ότι έλαβε γνώση της άνω απόφασης του Α.Π.
στις 13-12-2019 για να δικαιολογήσει το εμπρόθεσμο της αίτησης επαναφοράς είναι αλυσιτελής, γιατί δεν απαιτείται η γνώση του διαδίκου για την έναρξη της εν λόγω προθεσμίας (ΑΠ 782/2004).
ΙΙ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν, κατά τα ως άνω, η αίτηση αναίρεσης, με διάταξη εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να επιβληθεί δε στην αναιρεσείουσα - απούσα την επαναφορά, που ηττάται, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων καθών η αίτηση επαναφοράς (που κατέθεσαν κοινές προτάσεις και για τα δύο εναντίον τους δικόγραφα), κατά παραδοχή του αντιστοίχου αιτήματός τους, (άρθρα 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και την αίτηση επαναφοράς.
Απορρίπτει την από 8-1-2020 αίτηση της Α. Ξ. για αναίρεση της 29/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Απορρίπτει την από 10-1-2020 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα - αιτούσα την επαναφορά τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων - καθών η αίτηση επαναφοράς, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ