Supreme Court allows appeal against eviction order due to insufficient evidence of debtor's ability to pay debts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order, finding the lower court failed to assess the debtors' ability to pay. The appellants argued the eviction violated their right to housing because the court ignored their financial situation and lack of assets. The Court ruled that without evidence of the debtors' income and assets, the eviction order lacked the necessary justification under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 1 of Law 3869/2010; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The eviction order must be based on a verified assessment of the debtor's ability to pay debts, and an order is invalid if the court fails to examine the debtor's financial situation and assets.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 71/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Χ., 2) Β. συζ. Β. Σ., το γένος Ι. Ν., κατοίκων ... 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Βαρτζιώτη, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-7-2012 και 2-1-2013 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας και επί των οποίων εκδόθηκαν οι 20/2014 και 21/2014, αντίστοιχα, οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως εκδόθηκε η 62/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1η-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη με αριθμό .../2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. που με επίκληση προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 1.2.2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1/7.2.2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρ. 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ, στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Κατά συνέπειαν, αφού η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η αναιρεσιβαλλομένη 62/2016 απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (υπερχρεωμένα νοικοκυριά), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι σύζυγοι με τις από 2.7.2012 και αρ. καταθ. 62/2012 ο πρώτος και την από 2.1.2013 και αρ. καταθ. 2/2013 η δεύτερη, αιτήσεις τους, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης κατά των αναφερομένων σε κάθε μία Τραπεζικών Ιδρυμάτων ζήτησαν, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές, την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010, και ειδικότερα να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών τους και απαλλαγή τους σύμφωνα με το άρθρο 8 §§ 1 & 2 του νόμου αυτού.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις επ' αυτών υπ' αριθμ. 20 και 21/2014 αντίστοιχα αποφάσεις που εξέδωσε, απέρριψε τις αιτήσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά των αποφάσεων αυτών οι δύο ηττηθέντες αιτούντες άσκησαν τις από 10.3.2014 και με αριθμό καταθ. 13 και 14/2014 συνεκδικασθείσες εφέσεις τους, επί των οποίων εξεδόθη η προσβαλλομένη, η οποία κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε αυτές ως βάσιμες και στην ουσία.
Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ όπως αντικ. με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015), επισημαίνεται, (ενόψει του δεσμού της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας με την οποία συνδέονται μεταξύ τους οι αναιρεσίβλητοι - ΑΠ 436/2018, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 1049/2017), ότι η παρισταμένη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Τράπεζα Πειραιώς στην κατ' έφεσιν δίκη είχε την ιδιότητα της εφεσίβλητης, όχι μόνον ως τρίτη των καθών στην αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Β.
Σ., αλλά και ως υπεισελθούσα στη δικονομική θέση των καθών και στις δύο ένδικες αιτήσεις Τραπεζικών Ιδρυμάτων και συγκεκριμένα της μεν Τράπεζας Κύπρου Α.Ε. εξ αρχής λόγω ειδικής διαδοχής και ακολούθως της Γενικής Τράπεζας Ελλάδος, ως καθολική διάδοχος αυτής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.
Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής Ε.ς του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι από την ρύθμισή του αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν. έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος της 2/15.5. 1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπροθέσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά τον χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αιτήσεως προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στην ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν όμως και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα.
Επίσης υπάγονται και οι μικροέμποροι, όπως είναι και οι κατασκευαστές - πωλητές ειδών τέχνης, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του εμπόρου, ούτε πτωχευτική ικανότητα (πρβλ. ΑΠ ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 947/1995, ΑΠ 463/1991) για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας.
Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους (ΑΠ 327/ 2019, ΑΠ 803/2017).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 (όπως 559 αρ. 1) ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 (όπως 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, που συνεκδίκασε ως Εφετείο και τις δύο εφέσεις των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων με την προσβαλλομένη 62/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/ 2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών Β.
Σ. γεννήθηκε στις 03-07-1963 και διαμένει μόνιμα, αυτός και η οικογένειά του στην πόλη της Πρέβεζας, στην περιοχή ... Είναι αυτοκινητιστής και συγκεκριμένα έχει επαγγελματική άδεια εκμεταλλεύσεως ΤΑΞΙ. Κατά το παρελθόν είχε πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων (βενζινάδικο) στο ... Το πρατήριο αυτό έπαυσε τη λειτουργία του στις 30-12-2007.
Από τότε απασχολείται αποκλειστικά ως αυτοκινητιστής. Τη χρονική στιγμή που συντάχθηκε η αίτησή του, το μέσο μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.875 ευρώ, καθόσον οι ετήσιες αποδοχές του για το έτος 2011 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 22.500 ευρώ. Το εισόδημά του συνίσταται αποκλειστικά στα έσοδα από την εργασία του και από το μίσθωμα που εισπράττει για την εκμίσθωση γηπέδων ποδοσφαίρου της κατηγορίας 5 χ 5. [...] Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 800 ευρώ το μήνα.
Η αιτούσα Β. Ν. γεννήθηκε στην Αθήνα στις 02-10-1971. Από το έτος 1991 όμως διαμένει μόνιμα στην πόλη της Πρέβεζας, στην περιοχή ..., που είναι και ο τόπος της οικογενειακής της εγκατάστασης. Μέχρι τον Μάιο του 2011 διατηρούσε στην Πρέβεζα ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τη λειτουργία ψητοπωλείου - καφετέριας. Το Μάιο του 2011 όμως διέκοψε τη λειτουργία του καταστήματος, λόγω οικονομικών δυσχερειών.
Από το χρονικό αυτό σημείο και έπειτα είναι άνεργη, χωρίς να μπορέσει μέχρι σήμερα να εξεύρει εργασία. Το εισόδημά της συνίσταται αποκλειστικά στο μίσθωμα που εισπράττει από την εκμίσθωση γηπέδων ποδοσφαίρου της κατηγορίας 5x5. [...] Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 800 ευρώ το μήνα. Το έτος 1988 ο αιτών και η αιτούσα τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο.
Από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν τέσσερα (4) τέκνα, τον Χ., ο οποίος γεννήθηκε στις 11-12-1988, την Ε., η οποία γεννήθηκε στις 19-12-1990, τον Ι., ο οποίος γεννήθηκε στις 12-3-2000 και τον Α., ο οποίος γεννήθηκε στις 18-5-2003. Από τα ως άνω τέκνα του αιτούντος εργάζεται μόνο ο Χ. Σ., ενώ τα υπόλοιπα τέκνα τους διαμένουν μαζί τους, καθώς στερούνται (τα τέκνα) οποιουδήποτε εισοδήματος.
Ο μεν αιτών είναι αυτοκινητιστής, δεν είναι όμως σε θέση να συνεισφέρει κάποιο χρηματικό ποσό στην αποπληρωμή των δανείων της αιτούσας. Αλλά και η αιτούσα από τον Μάιο του 2011 είναι άνεργη, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να μην συνεισφέρει απολύτως κανένα χρηματικό ποσό στον οικογενειακό προγραμματισμό.
Άλλωστε τόσο ο αιτών όσο και η αιτούσα έχουν λάβει δάνεια, η αποπληρωμή των οποίων εξανεμίζει το σύνολο των κερδών από την εργασία του αιτούντος. Από τα τέκνα των αιτούντων, η θυγατέρα τους Ε. Σ. δεν εργάζεται, καθόσον δεν έχει εξεύρει εργασία. Διαμένει λοιπόν μαζί με τους αιτούντες, όπως φυσικά και τα ανήλικα τέκνα τους, ο Ι.
Σ. και ο Α. Σ.. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας των αιτούντων, λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσής τους αλλά και του ηθικού καθήκοντος που έχουν προς διατροφή των τέκνων τους, ανέρχεται κατ' ελάχιστον στο ποσό των 1.470 ευρώ μηνιαίως, όπως ακριβώς θα αναλυθεί στη συνέχεια. Στην συγκυριότητα του αιτούντος και της αιτούσας, ήτοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, βρίσκεται ένα αγροτικό ακίνητο που έχει έκταση 3.576,20 τ.μ.
μετά της εν αυτώ υπαρχούσης ισογείου οικοδομής που αποτελείται από υπόγειο επιφάνειας 200 τ.μ. και ισόγειο όροφο 200 τ.μ. [...] Η εκτιμώμενη εμπορική αξία του ως άνω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 110.000 ευρώ, ήτοι σε έκαστο των αιτούντων αναλογεί ποσό (110.000 χ 50% =) 55.000 ευρώ... Πέραν τούτων ο αιτών διαθέτει και τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
I) Ένα οικόπεδο με ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου, εμβαδού 784,86 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού της Κοινότητας ... [...] Η εμπορική αξία του συγκεκριμένου οικοπέδου εκτιμάται στο ποσό των 8.000 ευρώ. II) Ένα αυτοκίνητο μάρκας VW, τύπου PASSAT, μοντέλο 2004, 1.800 κ.εκ., αξίας 5.000 ευρώ, ένα αυτοκίνητο VW, τύπου JETTA, μοντέλο 2009, 1.900 κ.εκ., αξίας 7.000 ευρώ, μία μοτοσυκλέτα, μάρκας HONDA, 600 κ.εκ., μοντέλο 1996, αξίας 800 ευρώ, ένα δίτροχο μοτοποδήλατο, μάρκας YΑΜΑΧΑ, μοντέλο 2007, 97 κ.εκ., αξίας 250 ευρώ και ένα δίτροχο μοτοποδήλατο, μάρκας HONDA, μοντέλο 1999, 97 κ.εκ., αξίας 150 ευρώ.
Εξάλλου η αιτούσα διαθέτει και τα εξής περιουσιακά στοιχεία: Ι) τα 7/8 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου ξηρικού (αριθ. τεμαχίου 65), άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικής εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 13.209 τ.μ., μετά δε τη γενόμενη απαλλοτρίωση για την επέκταση του Αεροδρομίου Ακτίου εκτάσεως 5.109 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... [...] Η εμπορική δε αξία του ακινήτου αυτού εκτιμάται στο ποσό των 26.000 ευρώ. II) Ένα οικόπεδο εκτάσεως 340 τ.μ. μετά της επ' αυτού υπάρχουσας ισόγειας κατοικίας, εμβαδού 58,65 τ.μ., καθώς και μίας ισόγειας κουζίνας, εμβαδού 19,95 τ.μ., που βρίσκεται στην πρώην κοινότητα ...
του Δήμου ... [...] Η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού εκτιμάται στο ποσό των 12.000 ευρώ και III) ένα αυτοκίνητο μάρκας FΙΑΤ, τύπου BERTONE Χ19, μοντέλο 1982, 1.500 κ.εκ., αξίας 500 ευρώ. Περαιτέρω ο αιτών χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και ειδικότερα:
Α) προς την "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." οφειλή ύψους 53.691,45 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης, οφειλή ύψους 204.660,34 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επαγγελματικού δανείου, η οποία έχει εξασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου και οφειλή ύψους 402.980,24 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία έχει εξασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου, Β) προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 2.538,34 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, Γ) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 832,97 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, η οποία έχει εξασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου, Δ) προς τη "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχο της οποίας τυγχάνει η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 62.385,71 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου, οφειλή ύψους 7.970,51 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση ανοιχτού λογαριασμού και Ε) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΛ", ειδική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 13.535,87 ευρώ προεχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου... Περαιτέρω η αιτούσα, χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της και ειδικότερα:
Α) προς την "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." οφειλή ύψους 417.804,84 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, η δε απαίτηση αυτή έχει εξασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου, Β) προς τη "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΑΑΑΔΟΣ ΑΤΕ.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 73.352,76 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση επιχειρηματικού δανείου και οφειλή ύψους 9.170,21 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ανοιχτού λογαριασμού και Γ) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΛ", ειδική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." οφειλή ύψους 14.866,56 ευρώ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου".
Με τις παραδοχές του αυτές το ως άνω Μονομελές Δικαστήριο του Πρωτοδικείου Πρεβέζης δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις, εξαφάνισε τις απορριπτικές με αριθμό 20 και 21/2014 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, ακολούθως δε κράτησε και συνεκδίκασε τις ένδικες αιτήσεις, τις οποίες δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες ρυθμίζοντας τα χρέη των αιτούντων για τον καθένα τους, με την καταβολή στην αναιρεσείουσα και στις 3η και 4η αναιρεσίβλητες Τράπεζες, κατά τον αναλυτικά αναφερόμενο στο διατακτικό για κάθε μία εξ αυτών ανάλογο ποσοτικό επιμερισμό:
α) 60 μηνιαίων δόσεων ύψους 400 ευρώ από τον πρώτο και 215 ευρώ από την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και β) 180 συνολικά μηναίες δόσεις (15 χρόνια), ύψους 244,11 ευρώ σε καθένα τους για τη διάσωση της εξαιρεθείσας από την εκποίηση, ανήκουσας ισομερώς και στους δύο, κύριας κατοικίας. Συνοπτικώς δε κατ' αποτέλεσμα απέκοψε την έναντι των δανειστριών διαδίκων Τραπεζών συνολική οφειλή των αναιρεσιβλήτων, του μεν πρώτου κατά ποσοστό 91% επιβάλλοντας σ' αυτόν την καταβολή 67.999,20 ευρώ έναντι συνολικού χρέους 784.595,43 ευρώ και της δεύτερης κατά ποσοστό 89%, επιβάλλοντας σ' αυτήν την καταβολή ποσού 56.899,20 ευρώ έναντι συνολικού χρέους 515.197,34 ευρώ.
Με τις κρίσεις του όμως αυτές το παραπάνω δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Δικαστήριο του Πρωτοδικείου Πρεβέζης που με την προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες αιτήσεις υπήγαγε τις οφειλές των αιτούντων στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής των επίδικων αιτήσεων, (πριν τροποποιηθεί με τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015), την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον στον ελάσσονα συλλογισμό της δεν διαλαμβάνει τα ουσιώδη για την εφαρμογή της στοιχεία α) της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων διότι, ενόψει παραδοχών της, ότι ασκούσαν εμπορική δραστηριότητα, ο μεν πρώτος τούτων μέχρι το 2007 επιχείρηση πωλήσεως υγρών καυσίμων και η δεύτερη μέχρι το Μάιο του 2011 επιχείρηση εστίασης (ψητοπωλείο) και καφετέριας, δεν αναφέρεται αν συνέχισαν τις πληρωμές τους και μετά την παύση της εμπορίας τους μέχρι του χρονικού σημείου της άσκησης των ενδίκων αιτήσεων (2.7.2012 και 7.1.2013 αντίστοιχα), κατά το οποίο περιήλθαν σε γενική αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεών τους και β) της μονιμότητας της γενικής αδυναμίας αυτών να ανταποκριθούν στις πληρωμές των ληξιπροθέσμων χρηματικών χρεών τους.
Παράλληλα αναφορικά με τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία και εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει μέχρι ποιο χρονικό σημείο οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξυπηρετούσαν τα αναφερόμενα στην αίτηση δάνειά τους, καθώς και ποιά τα εξαιρετικά, ή έκτακτα περιστατικά που επηρέασαν ουσιωδώς την εισοδηματική τους κατάσταση και τους οδήγησαν σε αδυναμία πληρωμών, ούτε και παραθέτει προκύψαντα εκ των αποδείξεων γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν τη μονιμότητα της αδυναμίας να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, καθόσον δεν αναφέρονται στην αιτιολογία της περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν την μακροχρόνια ανεργία της ευρισκομένης ακόμη, κατά την άσκηση της αίτησης (7.1.2013), σε παραγωγική ηλικία (43 ετών) δεύτερης των αναιρεσιβλήτων δανειολήπτριας, αλλά και περιστάσεις που καθιστούν την ενήλικη θυγατέρα τους (24 ετών), η οποία κατά διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη διαμένει με τους αιτούντες, προστατευόμενο μέλος και αποκλείουν την προοπτική της οικονομικής αυτονομίας της.
Τα περιστατικά αυτά είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του ύψους του ετησίου εισοδήματος των αιτούντων και του ποσού με το οποίο, τηρουμένης της προϋποθέσεως της αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, έχουν τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους. Η έλλειψή των ως άνω στοιχείων καθιστά εν προκειμένω αδύνατη την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών όσον αφορά τους αιτούντες και εντέλει συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας του αποδεικτικού πορίσματος που στηρίζει το διατακτικό, αφού έτσι δεν στοιχειοθετείται το κρίσιμο για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3836/2010 ζήτημα της συντρέχουσας, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης έως και τη συζήτηση αυτής μόνιμης αδυναμίας των αιτούντων να ανταπεξέλθουν στην πληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών τους.
Μετά από αυτά, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή στο σύνολό της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 62/2016 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.
Ως εκ τούτου, αφού η ως άνω απόφαση ακυρώνεται στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών από το άρθρο 560 αριθμ. 1, 5 και 6 ΚΠολΔ, αναιρετικών λόγων (τρίτου και τέταρτου, αντίστοιχα), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω δεκτών γενομένων αναιρετικών λόγων καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ.
β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 62/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Και Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ