Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility due to lack of legal interest in the appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting evidence without verifying its admissibility and by failing to address specific claims about forged documents. The court rejected these arguments as lacking legal interest, noting that the appellant had already established a claim of adverse possession which rendered the specific allegations about forgery legally irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8, 11, 12, 14, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest in the appeal grounds, as the established facts render the specific allegations legally irrelevant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 71/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. χήρας Ι. Λ. και 2)Α. Ι. Λ., κατοίκου .... Η 1η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον 2ο, που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Μοιρασγεντή.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία - Μιχήλ Μαρκόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-7-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 80/2015 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο...δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.8), "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει...ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". (αρ/.11 α,γ), "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (αρ.12), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (αρ.14) και περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του εν λόγω άρθρου η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙ.- Εν προκειμένω: Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων Α.Λ., (ο οποίος), αποβιώσασας της πρώτης αναιρεσείουσας Δ. Λ., συνεχίζει μόνος την δίκη), προσάπτει στο Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, ότι με την προσβαλλομένη, 80/2015, απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ αρ.19 του άνω άρθρ. πλημμέλεια, καθόσον διαλαμβάνει ελλιπείς, ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι στερείται νομίμου βάσεως, εν σχέσει προς τον χρόνο και τρόπο περιελεύσεως του επιδίκου ακινήτου (στην ...) στην δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Λ.
Κ., με επίκεντρο των αιτιάσεων δύο συμφωνητικά άτυπης διανομής ακινήτων, τα οποία φέρονται να συντάχθηκαν στις 24-10-1963 και 26-10-1963, αντιστοίχως, ανάμεσα στην ανωτέρω Λ. Κ. και στον τότε κάτοικο ΗΠΑ, θείο της,Α. Β. Λ., (αποβιώσαντα στις 15-10-1976 στις ΗΠΑ), οπότε κατά το προειπωθέν έτος συντάξεώς τους (1963) αφετηριάζεται η έναρξη της κτήσεως της νομής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων συγκεκριμενοποιεί τις αιτιάσεις του, επιρρίπτων την μομφή της πλαστότητος των δύο αυτών συμφωνητικών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, τούτου δοθέντος, διότι, κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εκτίθεται η δυνάμει (έκτακτης) χρησικτησίας ιδιοκτησιακή περιέλευση του επιδίκου στην Λ.
Κ., χρησιδεσποτεία, η ροή της οποίας, κατά τα δεκτά γενόμενα υπό του δικαστηρίου με την προσβαλλομένη απόφασή του, άρχισε το έτος 1963. Οι επιρριπτόμενες (προρρηθείσες) μομφές στα άνω δύο συμφωνητικά καθίστανται μη επαγωγές εννόμων συνεπειών, αφού η λυσιτέλεια εδώ εστιάζεται στον θεσμό της χρησικτησίας και στα δυνάμει της συνδρομής των προϋποθέσεών της στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, η οποία έτσι (με την χρησικτησία) είχε γίνει ιδιοκτήτρια του επιδίκου, παρά τα υπό του αναιρεσείοντος αντίθετα, ως άνω, υποστηριζόμενα, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων περαιτέρω στοχεύει στην προμνησθείσα αναγνώριση της χρησικτησίας στο πρόσωπο της Λ. Κ. και μέμφεται αυτήν ως προς το γεγονός της δημοσιεύσεως και κηρύξεως ως κυρίας της από 16-5-1939 (φερομένης) ως ιδιόγραφης διαθήκης του Α.Β., η οποία, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο,απεδείχθη, ότι "επρόκειτο για μια απλή επιστολή" και την δυνάμει αυτής της δημοσιεύσεως αποδοχή, στην οποία είχε προβεί το έτος 2006 η εν λόγω Λ.
Κ.. Ο αναιρεσείων ψέγει εν τοιαύτη περιπτώσει, ότι λογικώς αντιπαρατίθεται η αναγκαιότης της διαδικασίας δημοσιεύσεως της διαθήκης αυτής και της αντίστοιχης κληρονομικής αποδοχής, υπό το δεδομένο της δυνάμει χρησικτησίας κατοχυρώσεως της ιδιοκτησίας του επιδίκου. Προσέτι, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, παρακατιώντας, ότι στο ...1984 συμβόλαιο του συμ/φου Ερεσσού Λέσβου Π.
Π., (με το οποίο η ήδη αποβιώσασα πρώτη αναιρεσείουσα-μητέρα του αναιρεσείοντος είχε αγοράσει αγρό ενός στρέμματος, που κατά τα δεκτά γενόμενα υπό του Εφετείου με την προσβαλλομένη απόφασή του, μαζί με έτερο αγρό τριών περίπου στρεμμάτων που είχε αγοράσει με το .../1986 συμβόλαιο του ιδίου συμ/φου και το διορθωτικό του τελευταίου συμβόλαιο ...2007 και με το .../1997 συμβόλαιο αυτού την συνολική έκταση κατά ψιλή κυριότητα είχε μεταβιβάσει ως γονική παροχή στον αναιρεσείοντα), θα ανεφέρετο ως ιδιοκτήτρια του επιδίκου η άνω Λ.
Κ., αν είχε κατοχυρώσει την επ’ αυτού εικοσαετία της χρησικτησίας της. Πάντα, όμως, τα προεκτιθέμενα στερούνται λυσιτέλειας, προκειμένης και κατοχυρωμένης της χρησικτησίας στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, όπως έγινε δεκτό υπό του Εφετείου με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μη εχόντων ενδιαφέρον εδώ και μη προκαλουμένων εννόμων συνεπειών τα καταλογιζόμενα περί συμφωνητικών, διαθήκης και του περιεχομένου του ...84 συμβολαίου.
Όλα αυτά είναι αλυσιτελή, όπως προδιαλαμβάνεται. Οι δε αντίστοιχες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος καθίστανται αίολες, όπως ενδελεχώς αναλύεται.
ΙΙΙ.- Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτιε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη, απόφασή του "διολίσθησε" στην υπ.αρ.8 πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψιν τα περί την ανωτέρω διαθήκη υπ’ αυτού υποστηριζόμενα και ότι στο δωρητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Π.Π., με το οποίο η Λ. Κ. δώρισε το επίδικο στον αναιρεσίβλητο, γίνεται μνεία περί της κυριότητός της δυνάμει της αποδοχής επί τη βάσει της διαθήκης αυτής. Ο αναιρεσείων επικαλείται ακόμη, ότι ο ισχυρισμός είναι ουσιώδης, καθότι αφενός καταλύει τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, (ότι η Λ. Κ. είχε γίνει κυρία του επιδίκου με χρησικτησία) και αφετέρου είναι θεμελιωτικός του ισχυρισμού της ιδίας κυριότητός τους επί του επιδίκου, ισχυρισμού επί του οποίου υπό του Εφετείου δεν δόθηκε απάντηση στον αντίστοιχο λόγο εφέσεως, αντιμετετωπισθέντος μόνον του ετέρου (με λόγο ξεχωριστό εφέσεως) ισχυρισμού περί κυριότητος της πρώτης αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου βάσει πράξεων νομής επ’ αυτού. Τα στον παρόντα λόγο αναφερόμενα περί διαθήκης και τα εν συναρτήσει προς αυτήν προεκτεθέντα στερούνται λυσιτέλειας, όπως ανωτέρω εκτενώς αναπτύσσεται.
Εν προκειμένω, όπως επιτρεπτώς επισκοπείται, στην κρισιολογηθείσα αγωγή και, περαιτέρω, κατά τα δεκτά γενόμενα υπό του Εφετείου με το πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, η Λ. Κ. είχε καταστεί κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Γιαυτό και είναι αλυσιτελής ο λόγος αυτός.
IV.- Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ.αρ. 11γ πλημμέλεια, αφού δεν έλαβε υπόψιν του τα εκεί αναφερόμενα και δη: Την από 29-5-2007 εξώδικη διαμαρτυρία των γονέων για λογαριασμό του ανηλίκου τότε αναιρεσιβλήτου, όπου γίνεται μνεία περί της κληρονομικής διαδοχής ως μοναδικού τρόπου κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου εκ μέρους της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου (δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης), την προεκτεθείσα (από 30-10-2006) δήλωση (υπ.αρ....) αποδοχής κληρονομίας, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης Μ. Μ., ότι η ανωτέρω δεν είναι διάταξη τελευταίας βουλήσεως και την από 4-10-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απ’ το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε και στο οποίο γίνεται επίκληση της διαθήκης αυτής. Και ο παρών λόγος αναιρέσεως είναι ανεπέρειστος λυσιτέλειας με την αυτή δικανική κρίση, η οποία προεκτίθεται και συνίσταται στο ότι εδώ, που στην κριθείσα γωγή εμπεριέχεται η χρησικτησία, επί τη βάσει της οποίας είχε καταστεί κυρία του επιδίκου η Λ. Κ., όλα τα αφορώντα στην διαθήκη είναι εννόμως αδιάφορα.
V.- Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (επικουρικώς και δη σε περίπτωση παραδοχής λήψεως υπόψιν του πρακτικού δημοσιεύσεως της άνω διαθήκης και της επ’ αυτής μεταγεγραμμένης δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας) ο αναιρεσείων επιρρίπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην υπ.αρ.11α πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε παρά τον νόμο την .../2008 ένορκη βεβαίωση της Α. Τ., η οποία αναφέρεται σε πράξεις νομής απ’ την Λ. Κ. επί του επιδίκου από το 1963, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρος (του ενάγοντος) Α. Λ., η οποία είχε δοθεί στα πλαίσια δίκης για την …/07 αγωγή και εμπεριέχετο στα 51/09 πρακτικά του Μον.Πρ.Μυτιλήνης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έγινε δεκτή απόδειξη μέσω μαρτυρικών καταθέσεων , "οι οποίες περιέχονται σε δικαστικά τεκμήρια, κατά του περιεχομένου των ως άνω δημοσίων εγγράφων".
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προειπωθείσα αντιμετώπιση του ζητήματος προσέκρουσε στις διατάξεις 393 ΚΠολΔ, (το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της εφέσεως, προέβλεπε το υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις ανεπίτρεπτο αποδείξεως συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων) και 395 ιδίου κώδικος, (στο οποίο προβλέπεται η σύμπτωση της απαγορευτικότητος του ανεπιτρέπτου αποδείξεως με μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια) και συναφώς υπέπεσε στην προδιαληφθείσα πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως του ότι τελεί σε αλληλένδετο νοηματικό πεδίο ως προς την έλλειψη λυσιτέλειας που αναφέρεται, κατά τα ως άνω, εν σχέσει προς τα διαλαμβανόμενα εκεί (φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψιν) έγγραφα, εν πάση περιπτώσει εμφιλοχωρεί απαράδεκτο λόγω λανθασμένης προϋποθέσεως, μη τιθεμένου στην προκειμένη περίπτωση πεδίου εφαρμογής και υπό του δικαστηρίου δια του πορίσματος του προσκρούσεως στις διατάξεις των άρθ.393,395 ΚΠολΔ.
VI.- Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, (επικουρικώς, ήτοι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε τελικώς υπόψιν τα προμνησθέντα κληρονομικού ενδιαφέροντος έγγραφα, δηλαδή το πρακτικό δημοσιεύσεως της διαθήκης και την δήλωση αποδοχής κληρονομίας, σε συνδυασμό με την .../08 ένορκη βεβαίωση της Α.
Τ. και την επ’ ευκαιρία άλλης δίκης κατάθεση του Α. Λ., όπως προαναφέρεται), ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο ότι με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ.αρ.12 πλημμέλεια, τούτου δοθέντος, εφόσον παρά τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα, στο πόρισμα της αποφάσεως διαλαμβάνεται η παραδοχή της επί του επιδίκου χρησιδεσποτείας της Λ.
Κ. μετά την υπό του θείου της Α.Β. Λ. άτυπη παραχώρηση σε αυτήν, το έτος 1963, ημερολογιακό ορόσημο που έκτοτε (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως) και μέχρι την δωρεά προς τον αναιρεσίβλητο (το 2006) το ενέμετο, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο διακατοχικές πράξεις και απ’ το 1984 που είχε μετεγκατασταθεί στην πόλη της Μυτιλήνης, προβαίνουσα σε εκμίσθωσή του σε τρίτους και περαιτέρω στον ιστό του πορίσματος εμπεριέχεται η παραδοχή, ότι όλα τα προμνησθέντα ως δεκτά γενόμενα προκύπτουν με σαφήνεια απ’ την ένορκη βεβαίωση της Α.
Τ. και την μαρτυρική κατάθεση του Α. Λ.. Ο λόγος αυτός συμπαρασύρεται ως αλυσιτελής, συμφώνως προς την ανωτέρω ανάλυση, υπό το δεδομένο δε της ελλείψεως λυσιτέλειάς του δεν μπορεί να γίνει λόγος για διολίσθηση του δικαστηρίου στην αντιστοίχως καταλογιζόμενη πλημμέλεια.
VII.- Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την βαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ.αρ.11α πλημμέλεια, αφού έλαβε υπόψιν τα προπαρατεθέντα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά του έτους 1963, δίχως προηγουμένως να διαπιστώσει, εάν επρόκειτο περί επιτρεπομένου ή μη αποδεικτικού μέσου, αν και αυτός (αναιρεσείων) είχε προβάλει με λόγο εφέσεως ισχυρισμό πλαστότητος αυτών. Και ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού εκτενώς ανωτέρω έχει αναπτυχθεί η έλλειψη της αντίστοιχης λυσιτέλειας, καθόσον αφορά στην δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλητου, η οποία είχε καταστεί κυρία, όπως προαναφέρεται, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και άρα είναι μη επαγωγός εννόμων συνεπειών και αποτελεσμάτων ο προαναφερθείς περί πλαστότητος των ιδιωτικών συμφωνητικών ισχυρισμός.
VIII.- Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "διολίσθησε" στην υπ.αρ. 14 πλημμέλεια, τούτου δοθέντος, καθόσον απέρριψε την ένσταση πλαστότητος των ανωτέρω δύο συμφωνητικών ως απαράδεκτη λόγω μη ονομαστικής επίκλησης των μαρτύρων στηρίξεώς της, καίτοι, είχε γίνει επίκληση των αποδεικτικών μέσων αποδείξεώς της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως επίσης είναι αλυσιτελής με την ίδια (προεκτιθέμενη) δομή δικανικής κρίσεως.
VIV.- Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ2,495 παρ.3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2016 αίτηση του Α., Ι. Λ. περί αναιρέσεως της 80/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ