Legislator Case Law & Legislation
71/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal of traffic accident damages due to driver's license suspension.

Case Number 71/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the insurance company's appeal against the First Instance Court's decision to deny traffic accident damages. The First Instance Court had ruled that the insurer could not claim a reduction in liability solely based on the driver's lack of a valid license, requiring instead proof of a causal link between the license suspension and the accident. The Supreme Court found the First Instance Court violated the law by demanding more than the statute required, thus overturning the lower court's judgment and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 and 226 paragraph 4 items b' and c' of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine whether an absent party was legally and timely summoned; if so, the appeal is admissible even without their presence, and the lower court's decision is overturned if it misapplied substantive law regarding the burden of proof for causal connection.

Keywords

AI generated
traffic accident damages insurance liability reduction driver license suspension causal connection requirement appeal admissibility Code of Civil Procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b' and c' of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e' of the Code of Civil Procedure
Article 12 paragraph 2 of Law 4045/2012
Article 6beta paragraph 1a of Presidential Decree 237/1986
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 71/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαντζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-1-2013 και 22-2-2013 αγωγές φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν με τις από 3-9-2013 (αρ. εκθ. καταθ. …2013 και …2013) παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 18-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 614/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 22-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 24-6-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 62/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 4-3-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (18-11-2016) με σχετική επισημείωση στο πινάκιο.

Από την .../5-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δ. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (4-3-2016).

Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτός παρών. Κατά το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6β παρ. 1α του ίδιου νόμου, εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδες συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, και αρκούσε το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.

Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη την 22-9-2012 και ώρα 11.00 στην πόλη της Λαμίας επί της οδού ..., συγκρούστηκαν τρία οχήματα, το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε. Κ. (συγκύριος αυτού μετά της Α.

Χ. κατά ποσοστό 50% ο καθένας), το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Κ. (ιδιοκτήτης του) και το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος (ιδιοκτησίας του) και ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Δέχθηκε επίσης ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος αυτού ήταν ο Γ. Κ. και ο αναιρεσίβλητος κατά ποσοστό 50% ο καθένας και υπό τα περιστατικά που εκθέτει ότι αποδείχθηκαν.

Επικύρωσε δε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, το οποίο δέχθηκε κατά ένα μέρος τις από 8-1-2013, 22-2-2013 και 18-11-2013 αγωγές των ανωτέρω ζημιωθέντων κατά το ατύχημα και απέρριψε τις από 3-9-2013 δύο παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ασφαλισμένου της αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες ζητούσε, όπως περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό το αίτημά τους, να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος οφείλει να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσόν υποχρεωθεί αυτή να πληρώσει στους ενάγοντες των δύο πρώτων κυρίων αγωγών, λόγω του ότι αυτός δεν καλυπτόταν ασφαλιστικά, κατά τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης, επειδή οδηγούσε το ανωτέρω όχημά του χωρίς να έχει την από το νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης.

Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο, σχετικά με τις παρεμπίπτουσες αυτές αγωγές, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι με τη σύμβαση ασφάλισης έγκυρα συμφωνήθηκε μεταξύ της εκκαλούσας (παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας) και του τέταρτου των εφεσίβλητων (παρεμπιπτόντως εναγομένου), ότι αποκλείεται η κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρία των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του ασφαλισμένου οχήματος στην περίπτωση που ο οδηγός δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 8 του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου, που συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας και του τέταρτου εφεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 26.3.2012 έως 26.9.2012. Ο τέταρτος εφεσίβλητος (παρεμπιπτόντως εναγόμενος), ο οποίος κατά το χρόνο που συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ηλικίας 77 ετών, οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, καθόσον η άδεια που κατείχε είχε λήξει στις 17.5.2010 και δεν βρισκόταν σε ισχύ (άρθρο 95 παρ. 5 ν. 2696/1999).

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά του τέταρτου εφεσίβλητου ως οδηγού (μη παραχώρηση προτεραιότητας) και ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος, διότι αυτός είχε την ικανότητα να οδηγεί, γεγονός που αποδεικνύεται εκ του ότι ανανέωσε σχετικά σύντομα την άδεια ικανότητας οδήγησης στις 22.10.2012, δηλαδή ένα μήνα μετά το ατύχημα.

Επίσης, το τροχαίο ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που καταδεικνύουν ανικανότητα στο πρόσωπο του τέταρτου εφεσίβλητου να οδηγεί, ως στερουμένου της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατείχε άδεια οδήγησης που δεν είχε τυπικά ανανεωθεί μέχρι την ημέρα του ατυχήματος.

Συνεπώς, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση του άρθρου 8 της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την εκκαλούσα (παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη ηγουμένη μείζονα σκέψη, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος, για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.

Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση έλλειψης της άδειας ικανότητας οδήγησης, όπως ορίζεται ρητά στο ζήτημα της μέθης ή της διαφορετικής χρήσης του οχήματος, και η απαλλαγή της εκκαλούσας δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη αυτή, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και του τροχαίου ατυχήματος.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δικαιούται η εκκαλούσα (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) να διεκδικήσει αναγωγικά από τον ασφαλισμένο της (τέταρτο των εφεσίβλητων - παρεμπιπτόντως εναγόμενο) την αποζημίωση, που θα καταβάλει στους ιδιοκτήτες των ζημιωθέντων αυτοκινήτων και τα έξοδα που θα υποβληθεί με αφορμή το τροχαίο ατύχημα".

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, απαιτώντας, για την εφαρμογή του άρθρου 6β παρ. 1α (του Π.Δ/τος 237/1986) και τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ελλείψεως αδείας οδήγησης και της ζημίας που προκάλεσε στο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα ο ασφαλισμένος της αναιρεσείουσας παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει.

Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης είναι βάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι χωρίς να διαπιστώσει την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου στη σύμβαση ασφαλίσεως προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ερμήνευσε τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών σχετικά με το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε καμία ερμηνεία αυτών, αλλά ερμήνευσε εσφαλμένα το νόμο.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 62/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά τις παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ".

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ