Supreme Court allows appeal on failure to consider sworn witness statement as evidence of liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider a sworn witness statement submitted by the appellee, which was crucial for proving the appellee's liability for damages. The court held that the appellate court's failure to explicitly address this specific piece of evidence constituted a procedural error requiring a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible when the appellate court fails to consider a lawfully submitted piece of evidence, such as a sworn witness statement, which is essential for establishing the liability of a party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Κλωνάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 882/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2590/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του ως και τους από 21 Μαρτίου 2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο αρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων - πρώτος εναγόμενος προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως προς τούτον την αγωγή, διότι δεν εκτίθεντο σε αυτή τα στοιχεία της παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού.
Στην από 27.4.2004 ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και η οποία επισκοπείται παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) εκτίθεται ότι ο ενάγων, ύστερα από προτροπή του (μη όντος στην παρούσα δίκη διαδίκου) τρίτου εναγόμενου, αποφάσισε να επενδύσει τις οικονομίες του στην ιδιοκτησία και εκμετάλλευση ενός πλοίου, που ανήκε κατά κύριο λόγο στον πρώτο εναγόμενο και κατά διάφορα μικρότερα ποσοστά στους λοιπούς εναγόμενους, ότι προς τούτο στις 17.2.2000 ήλθε σε επαφή με τους εναγόμενους στα γραφεία της εταιρίας DISTANCE SCIPPING LTD στον Πειραιά, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν πως είχαν την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ενός πλοίου με το όνομα S...
I και ότι εκείνος μπορούσε να συμμετάσχει στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση του, επενδύοντας κεφάλαιο τουλάχιστον 10.000.000 δραχμών, ότι η απόδοση του κεφαλαίου του θα ανερχόταν σε ποσοστό 7% μηνιαίως, διότι οι ναύλοι του πλοίου ήταν ιδιαίτερα κερδοφόροι, ενόψει του ότι αυτό χρησιμοποιούνταν συνεχώς για τη μεταφορά νόμιμων φορτίων, ότι αν η απόδοση του κεφαλαίου του δεν ήταν η αναμενόμενη, θα επένδυαν τα χρήματα του σε άλλο πλοίο της εταιρίας τους ή θα του επέστρεφαν τα κεφάλαια που θα είχε επενδύσει με προθεσμία προειδοποίησης ενός μηνός, ενώ το κεφάλαιο του θα ήταν σε κάθε περίπτωση απολύτως εξασφαλισμένο, ότι ενόψει των παραπάνω διαβεβαιώσεων τον έπεισαν να παραδώσει στον (μη μετέχοντα και αυτόν στην παρούσα δίκη) δεύτερο εναγόμενο (με καταβολή μετρητών ή με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε αυτός ή συνεργάτες του) το συνολικό ποσό των 23.650.000 δραχμών (ήδη 69.405,72 ευρώ), ότι οι παραπάνω διαβεβαιώσεις όλων των εναγομένων ήταν ψευδείς, γιατί το πλοίο δεν χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά νομίμων ναύλων, αλλά αντιθέτως ήταν ήδη κατασχεμένο από την Αμερικανική Ακτοφυλακή για την μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, ότι ο ενάγων, αν γνώριζε ότι το πλοίο, στο οποίο επρόκειτο να επενδύσει τα κεφάλαια του, χρησιμοποιούνταν για παράνομους σκοπούς, δεν θα κατέβαλε τα χρήματα του και ότι οι διαβεβαιώσεις των εναγομένων σχετικά με τη συμμετοχή του στην ιδιοκτησία και την εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου, καθώς και στα ποσοστά απόδοσης του κεφαλαίου του, που του είχαν υποσχεθεί, ήταν επίσης ψευδείς, γιατί οι εναγόμενοι είχαν εξ αρχής σκοπό να αποσπάσουν παράνομα τα χρήματα από αυτόν χωρίς να του δώσουν την συνομολογημένη απόδοση της επένδυσης του.
Ενόψει αυτών ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 69.405,72 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το παρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει, ότι στο δικόγραφο αυτής εμπεριέχονταν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος-εναγομένου ως ενεχόμενου, από κοινού με τους άλλους εναγόμενους, σε αποζημίωση από αδικοπραξία, ήτοι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, η πρόκληση ζημίας από αυτή και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου και της επελθούσας ζημίας (άρθρα 297, 298, 346, 914, 926 ΑΚ, 386§Ι ΠΚ).
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, την ένσταση του αναιρεσείοντος-εναγομένου περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποιήσεως λόγω μη εκθέσεως στην αγωγή των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων, όχι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΙΙ). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεως του επί πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270§2 εδαφ.γ του Κ.Πολ.Δ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του αρθρ. 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αριθ. 11 γ του ίδιου Κώδικα ιδρύεται, και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός όμως είχε επικαλεστεί νομίμως τα από τον αντίδικο του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μετά από προτροπή του τρίτου εναγομένου, με τον οποίο διατηρούσε μακρόχρονη φιλία, αποφάσισε να επενδύσει τις οικονομίες του στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ενός πλοίου, που ανήκε κατά κύριο λόγο στον πρώτο εναγόμενο και κατά διάφορα μικρότερα ποσοστά στους λοιπούς.
Στις 17.2.2000 ο ενάγων ήλθε σε επαφή με τους εναγόμενους στα γραφεία της εταιρίας DISTANCE SCIPPING LTD στον Πειραιά αυτοί δε από κοινού τον διαβεβαίωσαν, ότι είχαν την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ενός πλοίου με το όνομα S... I και ότι αυτός μπορούσε να συμμετάσχει στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση του, επενδύοντας κεφάλαιο όχι μικρότερο των 10.000.000 δραχμών.
Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων α) η απόδοση του κεφαλαίου του θα ανερχόταν σε ποσοστό 7% μηνιαίως, γιατί οι ναύλοι του πλοίου ήταν ιδιαίτερα κερδοφόροι, ενόψει του ότι το πλοίο χρησιμοποιούνταν συνεχώς για τη μεταφορά νόμιμων φορτίων, β) αν η απόδοση του κεφαλαίου του δεν ήταν η αναμενόμενη, θα επένδυαν τα χρήματα του σε άλλο πλοίο της εταιρίας τους ή θα του επέστρεφαν τα κεφάλαια, που θα είχε επενδύσει με προθεσμία προειδοποίησης ενός μηνός, και τέλος ότι το κεφάλαιο του ήταν σε κάθε περίπτωση απολύτως εξασφαλισμένο.
Ο ενάγων πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων και κατέβαλε για λογαριασμό τους το συνολικό ποσό των 23.650.000 δρχ. (ήδη 69.405,72 ευρώ). Ειδικότερα, ο ενάγων κατέβαλε στις 18.2.2000 στον δεύτερο εναγόμενο 1.500.000 δραχμές, στις 23.2.2000 στον ίδιο εναγόμενο 7,000.000 δραχμές, στις 24.2.2000 κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, του οποίου δικαιούχος ήταν ο τρίτος Ά.
Κ. του Γ., συνεργάτης του δεύτερου εναγομένου, 1.000.000 δραχμές, στις 29.2.2000 κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας, του οποίου συνδικαιούχος ήταν και ο δεύτερος εναγόμενος, 450.000 δραχμές, στις 2.3.000 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό 50.000 δραχμές, στις 18-4-2000 κατέβαλα στον δεύτερο εναγόμενο 6.000.000 δραχμές, ενώ ακολούθησαν και τέσσερις (4) καταθέσεις χρηματικών ποσών στον ως άνω λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας και συγκεκριμένα στις 25.5.2000.
στις 2.6.2000, στις 23.6.2000 και στις 5.7.2000 για 900.000. 1.100.000, 650.000 και 5.000.000 δραχμές, αντιστοίχως. Δηλαδή ο ενάγων κατέβαλε για την συμμετοχή του στην ιδιοκτησία και την συνεκμετάλλευση του πλοίου το συνολικό ποσό των 23.650.000 δραχμών και ήδη 69.405,72 ευρώ. Ο ενάγων έλαβε μόνο το ποσό των 1.868 δολαρίων ΗΠΑ, που κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό κατά την 18.4.2000.
Όμως, οι παραπάνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων ήταν ψευδείς, γιατί το πλοίο δεν χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά νομίμων ναύλων, αλλά αντιθέτως αυτό είχε κατασχεθεί από την Αμερικανική Ακτοφυλακή για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Ο ενάγων αν γνώριζε ότι το πλοίο, στο οποίο επρόκειτο να επενδύσει τα κεφάλαια του.
χρησιμοποιούνταν για παράνομους σκοπούς, δεν θα κατέβαλε τα χρήματα του. Οι διαβεβαιώσεις των εναγομένων σχετικά με τη συμμετοχή του στην ιδιοκτησία και την εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου, καθώς και στα ποσοστά απόδοσης του κεφαλαίου τον που του είχαν υποσχεθεί, ήταν ψευδείς γιατί οι εναγόμενοι είχαν σκοπό εξ αρχής να αποσπάσουν από αυτόν παράνομα χρήματα, χωρίς να του καταβάλουν την συνομολογημένη απόδοση της επένδυσης του.
Ενόψει αυτών, οι εναγόμενοι, από κοινού προέβησαν στην παράσταση προς τον ενάγοντα των παραπάνω αναφερομένων ψευδών γεγονότων ως αληθών, αποκρύπτοντας του επίσης, ότι το πλοίο ήταν κατασχεμένο γιατί χρησιμοποιούνταν για παράνομους σκοπούς, προκειμένου να τον πείσουν να τους καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά, Συνεπώς.
υφίσταται αδικοπραξία των εναγομένων κατά την διάταξη του άρθρου 926ΑΚ και γι' αυτό έχουν αυτοί την υποχρέωση να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον ως αποζημίωση στον ενάγοντα 23.650.000 δραχμών, δηλαδή το ποσό που αυτός κατά τα άνω κατέβαλε μειωμένο κατά το ποσό των 654.416 δραχμών, δηλαδή το ισόποσο των 1.868 δολαρίων, που οι εναγόμενοι του απέδωσαν κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Άρα, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς όλων των εναγομένων, άρα και του αναιρεσείοντος πρώτου εναγομένου, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία, το ποσό των (23,650.000 - 654,416 =) 22.995,584 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 67.485.20 ευρώ. Ακολούθως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ανωτέρω και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε και τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό ...".
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ, 11 γ ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την ύπαρξη ευθύνης του για αποζημίωση του ζημιωθέντος αναιρεσίβλητου από αδικοπραξία, που τελέστηκε από κοινού με τους μη μετέχοντες στην παρούσα δίκη λοιπούς συνεναγομένους του, χωρίς να λάβει υπόψη την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα σε αυτό από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 1.557/2010 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων τούτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, έχει δοθεί μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσειόντος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο συνήγαγε το πόρισμα του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", χωρίς ωστόσο να κάνει περαιτέρω στην απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική μνεία, αλλά ούτε και να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτής, πως έλαβε υπόψη την ανωτέρω υπ' αριθ. 1.557/2010 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία όμως είχε επικαλεστεί και ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, προς ανταπόδειξη των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών του αντιδίκου του.
Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως ενώπιον του, ο δε αναιρεσείων το επικαλέστηκε ως κοινό αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του τρίτου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση υπ' ορθήν ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2590/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ