Legislator Case Law & Legislation
71/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final compensation unit determination, rejecting claims of legal basis deficiency and lawyer fee allocation errors.

Case Number 71/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's final decision regarding the determination of a compensation unit. The appellants argued that the lower court erred in applying specific laws and failed to allocate legal fees equitably between their respective lawyers. The court found no violation of the cited statutes and rejected the claim for a unified fee allocation, ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(1) and 18(4) of Law 2882/2001; Article 100(1) and 107(2) of Law 2882/2001; Article 17(2)(a) of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR: The Supreme Court holds that the lower court did not violate these provisions by determining the compensation unit and that the request for a unified legal fee allocation is inadmissible.

Keywords

AI generated
compensation unit determination legal basis deficiency legal fee allocation appeal dismissal statutory interpretation legal costs award procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 8(1) of Law 2882/2001
Article 18(4) of Law 2882/2001
Article 100(1) of Law 2882/2001
Article 107(2) of Law 2882/2001
Article 17(2)(a) of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χορομίδη και κατέθεσε προτάσεις, δήλωσε δε ότι η 2η αναιρεσείουσα Ε. Ζ. του Ι. απεβίωσε στις 9/10/2009 και κληρονομήθηκε από τον πλησιέστερο συγγενή - γιό της, Χ. Μ., ο οποίος συνεχίζει τη δίκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, α) από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, β) από τον Υπουργό Πολιτισμού, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και γ) από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, κατοικοεδρεύοντα στην Αττική, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστο Κορατζάνη και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. Του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κοτταρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-10-2005 και 17-11-2006 αιτήσεις των ως άνω διαδίκων, περί καθορισμού οριστικής μονάδας αποζημιώσεως, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιά. Εκδόθηκε η 213/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεση, της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 213/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιά κατά το μέρος της μόνο που προσδιόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το επικείμενο κτίσμα των αναιρεσειόντων, αναγκαία δε και της διάταξης της ίδιας απόφασης για τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης υπέρ των αναιρεσειόντων, όσο αντιστοιχεί στο 3% της αξίας του απαλλοτριωθέντος κτίσματος.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως, αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου.

Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.3193/2003, ορίζεται, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί, προκειμένου περί οικοδομής, το είδος της κατασκευής, η παλαιότητα, ο αριθμός των ορόφων, το εμβαδόν, το είδος της χρήσεως κ.α.

Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται ,ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες, για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη επί οικοδομήματος για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου μάλιστα, ότι αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς της έννοιας της προσόδου του ακινήτου, ως ενδεικτικά οριζομένου από το νόμο κριτηρίου διαγνώσεως της αξίας αυτού, παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό της αξίας του οικοδομήματος κι έτσι δεν στοιχειοθετεί την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1045535/4202/0010/22.6.2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 571/1.7.2005 (τεύχος Δ') και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 1216 και αριθμό 286 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 829,42 τετρ.

μέτρων, μετά του επ' αυτού κτίσματος, κείμενο επί της ενταύθα οδού Διστόμου αριθμ. 8. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του "Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (Τ.Α.Π.Α.), για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την ανάδειξη, συντήρηση και προστασία του αρχαιολογικού χώρου των αστικών πυλών του Πειραιώς.

Ολόκληρο το ακίνητο βρίσκεται μεταξύ των οδών Διστόμου, Ελένης Ζαννή και Ευριπίδου του Πειραιώς, έχει δε αποτυπωθεί με κλίμακα 1:200 και με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Οκτωβρίου 1996 και με αριθμό 2857 κτηματολογικό διάγραμμα - πίνακα, που έχουν συντάξει οι Γ. Θ. και Μ. Μ. και θεωρήσει η προϊσταμένη αποτυπώσεων και συντηρήσεων κτιρίων του Τ.Α.Π.Α.

Ι. Γ. Ν. Α. στις 30.10.2003. Με την υπ' αριθμ. 2888/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αναγνωρίσθηκαν οι αιτούντες της πρώτης αιτήσεως Γ. Ι. Ζ. και Ε. Ι. Ζ. ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως, διατάχθηκε η διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της απαλλοτριώσεως, ώστε να εμφαίνεται σ' αυτά το ορθό εμβαδόν του ακινήτου σε 829,42 τετρ.

μέτρα και προσδιορίσθηκε με ακρίβεια ο όγκος του επ' αυτού κτίσματος σε 4544,77 κυβ. μέτρα. Με την υπ' αριθμ. 4548/1.9.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση για την υπ' όψη απαλλοτρίωση στο ποσό των 1500,00 € ανά τετρ. μέτρο για την εδαφική έκταση, στο ποσό των 500,00 € ανά κυβ.

μέτρο για το κτίσμα και στο ποσό των 40.000,00 € για τη μεταφορά και μετεγκατάσταση του υπάρχοντος στο απαλλοτριούμενο ακίνητο ηλεκτρομηχανολογικού και λοιπού κινητού εξοπλισμού. Οι παραπάνω τιμές αναφέρονται στο χρόνο της επ' ακροατηρίου συζητήσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που πραγματοποιήθηκε στις 10.4.2006.

Αφού, λοιπόν, η συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε την 15η Νοεμβρίου 2007, δηλαδή μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος υπέρτερου του ενός έτους, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 1 εδάφ. β' Ν. 2882/2001, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 § 4 Ν. 2985/2002, να ληφθεί υπ' όψη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως η αξία κατά το χρόνο της τελευταίας αυτής συζητήσεως (15.11.2007).

Ως προς το ζήτημα της οριστικής αποζημιώσεως σημειώνονται τα εξής, που προκύπτουν από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία: Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή "Πύλη", στα όρια της συνοικίας Ευαγγελίστριας, παραπλεύρως του υπό διαμόρφωση αρχαιολογικού πάρκου των Αστικών Πυλών του Πειραιώς, στο οικοδομικό τετράγωνο 158, όπου ισχύει ο συντελεστής δομήσεως 3,6.

Το οικοδομικό αυτό τετράγωνο περικλείεται από τις οδούς Ευριπίδου, Ελένης Ζαννή, Διστόμου και Πύλης, στις τρεις πρώτες από τις οποίες το επίδικο έχει πρόσοψη. Πλησιέστερες των παραπάνω οδών και περιμετρικά με αυτές, σε σχετικά μικρή απόσταση, είναι οι οδοί 34ου Συντάγματος, Κόδρου, Καραΐσκου, Σκυλίτση Ομηρίδου και Παυσανίου.

Ακόμη το υπ' όψη ακίνητο βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από το εμπορικό κέντρο του Πειραιώς, εξυπηρετείται από τα μέσα μαζικής μεταφοράς του δικτύου αστικών συγκοινωνιών και διαθέτει σύνδεση με όλες τις υπηρεσίες των οργανισμών κοινής ωφέλειας. Η περιοχή του ήταν γνωστή κατά το παρελθόν για τις πολλές βιοτεχνίες βαρελοποιίας, ενώ και στο επίδικο στεγαζόταν βαρελοποιείο μέχρι το έτος 1995, οπότε διέκοψε τη λειτουργία του.

Στη συνέχεια μετά εκτεταμένες εργασίες ανακαινίσεως, διαμορφώθηκε σε κέντρο νυκτερινής διασκεδάσεως με το όνομα "βαρελάδικο". Η ευρύτερη περιοχή είχε διαμορφωθεί οικιστικά από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα με βιοτεχνίες, βιομηχανίες και αποθήκες, αλλ' από τις αρχές της δεκαετίας 1970 αναπτύχθηκε εμπορικά και στη συνέχεια, με τον περιορισμό των "οχληρών" χρήσεων, δυνάμωσαν οι εμπορικές δραστηριότητες στην περιοχή.

Κατά την περίοδο των ετών 1995 - 2000 λειτουργούσαν πολλά νυκτερινά κέντρα διασκεδάσεως, αλλά στην επόμενη τετραετία (2001 - 2004) πολλά από αυτά υπολειτούργησαν ή και διέκοψαν τη λειτουργία τους κυρίως λόγω της προθέσεως, που εκδηλώθηκε, για τη δημιουργία αρχαιολογικού πάρκου. Με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 3474/27.9.2004 (και υπό ημερομηνία ορθής επαναλήψεως 18.3.2005) έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς προσδιορίζεται για το απαλλοτριούμενο ακίνητο η αντικειμενική οικοπεδική (φορολογητέα) αξία ποσοστού 72,22% που αντιστοιχεί στο σύνολο της υπολειπόμενης, μέχρις εξαντλήσεως του συντελεστή δομήσεως, δομήσιμης επιφάνειας, στο ποσό των 208.109,13 € και η αντικειμενική (φορολογητέα) αξία της επαγγελματικής στέγης του ίδιου ακινήτου στο ποσό των 275.204,53 €.

Το κτίσμα, που υπάρχει στο επίδικο οικόπεδο, είναι παλαιό, περίπου εβδομήντα ετών, ισόγειο, συνολικού όγκου 4544,77 κυβ. μέτρων, με φέροντα οργανισμό από λιθοδομή και με διπλή στέγαση, εσωτερική και εξωτερική, από λαμαρίνες. Κατά την περίοδο 1995/1996 ανακαινίσθηκε τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, λειτούργησε δε ως εστιατόριο - μπαρ και κέντρο νυκτερινής διασκεδάσεως με τον τίτλο "βαρελάδικο".

Η ανακαίνιση περιλάμβανε σιδηροκατασκευές, εγκαταστάσεις για συστήματα κεντρικού κλιματισμού και συναγερμού, καλωδιώσεις, νέα ξύλινα ζευκτά, κεκλιμένη στέγη και ψευδοροφές, ενισχύσεις στον φέροντα οργανισμό, ξύλινες επενδύσεις, μπαρ, εγκαταστάσεις κουζίνας - μαγειρείου και συστήματα πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης.

Η δυναμικότητα του σε στεγασμένες θέσεις εστιάσεως καθήμενων εκτιμάται σε 330 άτομα και σε θέσεις όρθιων, ταυτόχρονα παρευρισκόμενων, σε 1000 άτομα περίπου. Τούτο ήταν εκμισθωμένο και το μηνιαίο μίσθωμα, που εισέπρατταν οι ιδιοκτήτες του, ανερχόταν, κατά το έτος που κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, στο ποσό των 6227,72 €.

Η μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, αρχαιολόγος Κ. Δ. Α., που εξετάσθηκε τόσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη δίκη προσδιορισμού της προσωρινής αποζημιώσεως όσο και στο παρόν Δικαστήριο, προσδιορίζει την αξία του επιδίκου στο ίδιο επίπεδο με αυτό της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, που αναφέρθηκε ανωτέρω.

Για την τεκμηρίωση της απόψεως της επικαλείται, μεταξύ άλλων, ότι η περιοχή του επιδίκου είναι σχετικά υποβαθμισμένη, χωρίς αξιόλογη εμπορική κίνηση, ότι τούτο ευρίσκεται εσωτερικά της κεντρικής οδού 34ου Συντάγματος Πεζικού χωρίς πρόσοψη σ' αυτή και ότι το κτίσμα είναι απαξιωμένο λόγω της μεγάλης παλαιότητας του.

Αντίθετα, ο μάρτυρας Ι. Π., επιχειρηματίας, που εξετάσθηκε με επιμέλεια των διαδίκων Γ. Ι. Ζ. και Ε. Ι. Ζ. (ιδιοκτητών του απαλλοτριούμενου), διατυπώνει την άποψη ότι η αξία του επιδίκου οικοπέδου ανέρχεται σε 1000,00 € ανά τετρ. μέτρο, ενώ εμμέσως πλην σαφώς επιβεβαιώνει τις θέσεις των ιδιοκτητών για την αξία του κτίσματος, προς τεκμηρίωση δε της απόψεως του επικαλείται την αξιόλογη εμπορική κίνηση της περιοχής του επιδίκου, την υψηλή τιμή των διαμερισμάτων των πολυκατοικιών της ίδιας περιοχής, το γεγονός ότι το επίδικο διαθέτει πρόσοψη σε τρεις οδούς, την εκτεταμένη ανακαίνιση του κτίσματος και τη σημαντική πρόσοδο, που στερούνται οι ιδιοκτήτες του συνεπεία της απαλλοτριώσεως.

Ως συγκριτικά στοιχεία προσκομίζονται: (α') Η υπ' αριθμ. 853/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για το ίδιο ακίνητο, πριν από την ανάκληση της κηρυχθείσας κατ' έτος 1997 αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που καθόρισε ως οριστική αποζημίωση, με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού την 18.1.1999 για την εδαφική έκταση το ποσό των 130.000 δραχμών (381,51 €) ανά τετρ.

μέτρο και για το κτίσμα το ποσό των 90.000 δραχμών (264,12 €) ανά τετρ. μέτρο. (β') Η υπ' αριθμ. 646/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκε ως οριστική αποζημίωση για απαλλοτριούμενο ακίνητο πλησίον του επιδίκου, στη διασταύρωση των οδών Σκυλίτση Ομηρίδου και Ευριπίδου, με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού την 22.5.2003 το ποσό των 115000 € ανά τετρ.

μέτρο, (γ') Η υπ' αριθμ. 930/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που αναφέρεται σε αναγκαστική απαλλοτρίωση γειτονικών με το επίδικο και για τον αυτό σκοπό απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθόρισε δε ως οριστική αποζημίωση, για όσα από τα αναφερόμενα σ' αυτή ακίνητα είναι αντίστοιχα του επιδίκου, με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού την 8.12.2003, το ποσό των 1000,00 έως 1250,00 € ανά τετρ.μέτρο, ανάλογα με την ειδικότερη θέση καθενός.

Το ακίνητο, που αναφέρεται στην ίδια απόφαση, για το οποίο καθορίσθηκε ως οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως το ποσό των 1550,00 € ανά τετρ. μέτρο, δεν είναι απολύτως πρόσφορο για σύγκριση εν προκειμένω, διότι βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 143, που ορίζεται από τις οδούς 34ου Συντάγματος Πεζικού, Ευριπίδου, Πύλης και Ναυσικά, με πρόσοψη στην οδό Πύλης και ισχύει γι' αυτό συντελεστής δομήσεως 4,2.

Εν όψει όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και λοιπών δεδομένων, λαμβανομένων υπ' όψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η κατά τον κρίσιμο χρόνο (15.11.2007) αξία του επιδίκου απαλλοτριούμενου ακινήτου πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ ανά τετρ.μέτρο για την εδαφική έκταση και στο ποσό των εκατό είκοσι (120) ευρώ ανά κυβ.μέτρο για το κτίσμα.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα αναφορικά με την αξία του κτίσματος, ανεπαρκείς αιτιολογίες διέλαβε καθόσον ειδικότερα, δεν προσδιορίζει όπως θα έπρεπε την αντικειμενική αυτού αξία καθώς και την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη η μη παράθεση των στοιχείων αυτών δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον καθορισμό της αξίας του κτίσματος. Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την αξία του απαλλοτριουμένου κτίσματος δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αιτούντων-αναιρεσειόντων σε σχέση α)με τον ακριβή τρόπο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του απαλλοτριούμενου κτίσματος λόγω εσφαλμένου υπολογισμού από την εκτιμητική επιτροπή της αντικειμενικής αξίας του οικοπέδου και β) την αξία παρακειμένων και ομοειδών κτιρίων, όπως αυτή καθορίστηκε με την υπ' αρ. 930/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιά η οποία ειδικότερα ανήρχετο με κρίσιμο χρόνο την 8.12.2003 1)για ισόγειο κτίσμα επί γωνιακού οικοπέδου με πρόσωπο στις οδούς Ελένης Ζαννής και Πύλης σε 380 ευρώ το τμ. 2)για κτίριο επιφανείας 1.117,60 τμ επί οικοπέδου με πρόσωπο επί της οδού Πύλης σε 340μ ευρώ το τμ. 3)για κτίριο επί της οδού Ελένης Ζαννή σε 340 ευρώ το τμ. 4)για ισόγειο κτίσμα όγκου 6.045,60 τμ.

επί γωνιακού οικοπέδου με πρόσωπο στις οδούς Ελένης Ζαννής και Κόρδου σε 380 ευρώ το τμ. 5)για ισόγεια κτίρια (με χρήση συνεργείου) επιφανείας 1.610 τμ. και 820 τμ. αντίστοιχα επί οικοπέδου με πρόσωπο επι της οδού Ευριπίδου σε 270 και 260 ευρώ το τμ. αντίστοιχα και 6)για ισόγειο κτίσμα επιφανείας 6.252 τμ. με χρήση επαγγελματικού χώρου επί οικοπέδου με πρόσωπο στην οδό Πύλης σε 360 ευρώ το τμ.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως ενόψη του ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.τελ.του ν. 2882/2001 δεν καθιερώνονται υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την προεκτεθείσα του όρου έννοια.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 τελ.

εδάφιο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Τέλος, κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 8/1999).Η αποζημίωση για την άξιο της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης στους αιτούντες και νυν αναιρεσείοντες για τα διαφυγόντα κέρδη από τη διακοπή της εκμετάλλευσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ.1 και 2 και 25 Ν. 2882/2001 ως κριτήριο προς διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου λαμβάνεται μεταξύ άλλων και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου, ενώ ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου μόνο για το χρόνο από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληξη μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως.

Η αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, δεν συμπεριλαμβάνεται ως διακεκριμένο μέγεθος στην έννοια της πλήρους αποζημιώσεως, αλλά λαμβάνεται υπ'οψη ως συνδεόμενη με το ακίνητο πρόσοδος κατά την εκτίμηση της αξίας του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων.

Τούτο δε καθ' όσον, 1)σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης, έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριούμενου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξ αιτίας της παύσης της λειτουργίας της σ'αυτό επιχείρησης και 2) το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 ορίζει ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατά τους "προβλεπόμενους υπό του νόμου...όρους και τέτοιοι προφανώς είναι οι ως άνω μνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΑΑΑ, που όμως, έχουν την παραπάνω έννοια και μόνο, σε σχέση με τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης" από απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, χωρίς ανατροπή της εύλογης και δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αφενός του δημόσιου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας του προσώπου.

Άλλωστε, ο συνταγματικός νομοθέτης της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ενόψει και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας με την αναθεώρηση των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Συντάγματος εισήγαγε σ' αυτές νέες ρυθμίσεις στο θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την κατά τα ανωτέρω κρίση του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δυο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Ως ενιαία απόφαση του Εφετείου για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των διαδικασιών, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, είναι νοητέα η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου και όχι η επιπρόσθετη επιδίκαση δικαστικών εξόδων για την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, δεδομένου ότι σε περίπτωση αιτήσεως στο εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως η προσωρινώς καθορίσασα την αποζημίωση απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου καθίσταται, σύμφωνα με τα άρθρα 18 ν. 2882/2001, ενόλω ανίσχυρη, ο δε δικαιούχος της αποζημιώσεως διάδικος αφού μια φορά θα πληρώσει την αμοιβή του δικηγόρου του, ακόμη και σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, μια φορά πρέπει να λάβει την αμοιβή αυτή από τον αντίδικο του υπόχρεου, 2) τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν:

α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (αρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την ενώπιον του εφετείου παράσταση (αρθρ. 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων), γ) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης και των προτάσεων (αρθρ. 103 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων).

Οι υπό στοιχ. (β) και (γ) δικηγορικές αμοιβές καθορίζονται πλήρεις, αφού δεν επιτρέπεται εν προκειμένω ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων που προβλέπει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 22 ν. 3693/1957 (αρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, 17 παρ. 4 του ν.δ. 446/1974, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επομ.

του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων ή ανταιτήσεως και προτάσεων προκειμένου να επιτύχει τον καθορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και περιέρχεται στο δικαιούχο ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, ανέρχεται δε, προκειμένου περί δίκης καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως ενώπιον του εφετείου κατά τα άρθρα 100, 103 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων και την 1314/21-12-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'1626/29-12-2000), σε ποσοστό 3% της αποζημιώσεως, αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει αίτηση ή ανταίτηση ή κυρία παρέμβαση και για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της ανταιτήσεως ή της παρεμβάσεως και σε ποσοστό 2%, επ' αυτής, αν ο δικαιούχος είναι απλώς καθού (Ολ.ΑΠ 17/2000).

Το ποσό της δικαστικής δαπάνης παρακατατίθεται από τον υπόχρεο προς καταβολή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (άρθρο 8 παρ.1 εδ.α' Ν.2882/2001, όπως αντικ.από το άρθρο 31 στοιχ.γ' Ν.3130/2003). Ως οικείος δε δικηγορικός σύλλογος νοείται εκείνος, του οποίου ο παραστάς στη δίκη δικηγόρος είναι μέλος.

Επομένως, αν ο δικαιούχος της αποζημιώσεως εκπροσωπήθηκε στη δίκη και από δικηγόρο που είναι μέλος δικηγορικού συλλόγου διαφορετικής περιφέρειας εκείνης του δικάσαντος δικαστηρίου ο οποίος παραστάθηκε επιτρεπτά κατ' άρθρο 54 του κώδικα περί Δικηγόρων η αναλογούσα δικαστική δαπάνη και αμοιβή αυτού που είναι ενιαία για τις δίκες προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού κατά τα προαναφερθέντα, δηλαδή 2% για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης και 1% για τις προτάσεις, θα πρέπει να κατατεθεί υπέρ του δικού του δικηγορικού συλλόγου.

Ενώ εξ άλλου, δεν αποδίδονται τα από την εκπροσώπηση με περισσότερους του ενός δικηγόρους πραγματοποιηθέντα από τους δικαιούχους της αποζημιώσεως έξοδα αν και είχαν κοινό συμφέρον να εκπροσωπηθούν στη δίκη με ένα δικηγόρο, ως από υπερβολική πρόνοια γενόμενα. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 100, 103 και 107 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι αν περισσότερες αγωγές που ασκούνται με χωριστά δικόγραφα, έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αντικείμενο δεν οφείλεται ιδιαίτερη σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου τους στο δικηγόρο που συνέταξε αυτές και τις προτάσεις για τη συζήτησή τους, αλλά οφείλεται μια μόνο αμοιβή αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται στην ουσία για την ίδια εργασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τ'ακόλουθα σε σχέση με τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειούντων -δικαιούχων. Λόγω της παραστάσεως των δικαιούχων της αποζημιώσεως δι' ενός μόνο δικηγόρου (Ιωάννη Χορομίδη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης) στη δίκη του καθορισμού της προσωρινής αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που άσκησε ανταίτηση με τις υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις και δια δύο δικηγόρων (ήτοι του ίδιου, ως άνω, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και της Φανής Γ.

Γκροπά του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών) στη δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, στα πλαίσια της οποίας αμφότεροι συνέταξαν αίτηση και υπέβαλαν έγγραφες προτάσεις, α') να καθορισθεί η δικαστική δαπάνη στο ποσό των 500,00 € για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημιώσεως στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, που πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και β') να καθορισθεί ενιαία η δικαστική δαπάνη και η δικηγορική αμοιβή για τη δίκη του προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως σε συνολικό ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως (ήτοι 2% για την αίτηση και 1% για τις προτάσεις) γι' αμφότερους τους δικηγόρους, που υπογράφουν τα παραπάνω δικόγραφα και σε ποσό 1300,00 € για την παράστασή τους στο Εφετείο, που πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατ' ισομοιρία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 18 παρ.4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 100 παρ.1, 107 παρ.2 και του Κ.Δ/ν.δ.3026/1954), 17 παρ.2 εδ.α του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ο τρίτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έπρεπε α)να επιδικασθεί ενιαία δικαστική δαπάνη και δικηγορική αμοιβή για το δικηγόρο Θεσσαλονίκης ο οποίος παρέστη στη δίκη τόσο του προσωρινού όσο και του οριστικού καθορισμού ανερχόμενη α1)σε ποσό 500 ευρώ για την παράσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά α2)σε ποσό 650 ευρώ για την παράσταση ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και α3)σε ποσοστό 4% (3% ενιαία για την σύνταξη της 128/1244/19-10-2006 αίτησης οριστικού καθορισμού, τις από 14.11.2007 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και τις από 3.6.2005 προτάσεις-ανταιτήσεις κατά την συζήτηση στις 6.6.2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά της 854/2.2.2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου (κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή τους λόγω έλλειψης της επιτασσόμενης προδικασίας με την 4477/2005 απόφαση αυτού) συν 1% για τις από 10.4.2006 προτάσεις-ανταιτήσεις κατά τη συζήτηση στις 10.4.2006 της ανωτέρω αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, ομοίου κατά την ιστορική και νομική αιτία περιεχομένου με τις από 6.6.2005 όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους παραδεκτώς (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) και να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και β)να επιδικασθεί δικαστική δαπάνη και δικηγορική αμοιβή στη δικηγόρο Αθηνών η οποία συμπαραστάθηκε με το δικηγόρο Θεσσαλονίκης μόνο στη δίκη οριστικού καθορισμού, ανερχόμενη β1)σε ποσό 650 ευρώ για την παράσταση ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και β2)σε ποσοστό 3% (2% για την υπογραφή της 128/1244/19.10.2006 αίτησης οριστικού καθορισμού συν 1% για την υπογραφή των από 14.11.2007 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, άλλως να επιδικασθεί ενιαία δικαστική δαπάνη σε αμφοτέρους τους δικηγόρους και να παρακατατεθούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα 3/4 αυτής υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και το 1/4 αυτής υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κατά τα αναπτυσσόμενα ειδικότερα στην αίτηση αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.11.2008 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων 1)Γ. Ζ. και 2)της αποβιωσάσης στις 9.10.2009 Ε. Ζ. και τη δίκη συνέχισε ο κληρονόμος Χ. Μ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.11.2008 αίτηση αναιρέσεως της 213/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ