Legislator Case Law & Legislation
71/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and non-justiciability of proportionality principle in damages. Appeal rejected due to absence of defendant and lack of legal reviewability of court's discretion on compensation amount.

Case Number 71/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Second Instance Court's decision regarding damages for mental distress. The plaintiffs argued the lower court violated substantive law and the principle of proportionality by awarding a specific sum, while the defendant failed to appear at the hearing. The court ruled the appeal inadmissible because the amount of compensation is a matter of factual evaluation within the lower court's discretion, not subject to appellate review under the relevant articles of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code; Article 25 § 1 of the Constitution: The Supreme Court lacks jurisdiction to review the amount of monetary compensation for mental distress as it constitutes a factual evaluation within the lower court's discretionary power, and the principle of proportionality does not allow for direct appellate intervention in this context.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility discretionary power mental distress damages proportionality principle absence of defendant factual evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code
Article 25 § 1 of the Constitution
Article 185 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 6/2009
Supreme Court Case 13/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 71/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. θυγατέρας Λ. Μ. , συζύγου Μ. Τ. , 2) Μ. Τ. του Δ. , ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους: 3) Λ. Τ. του Μ. , 4) Α. Τ. του Μ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Α. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζουπάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30/9/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1967/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5000/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/7/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 4906/23-10-2006 και 11139/10-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικατικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας Α. Τ. , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο: 1) της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 21-9-2007 κατά την οποίαν η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά για τις δικασίμους της 25-1-2008 και της 28-11-2008, οπότε και ματαιώθηκε και 2) της από 22-10-2009 κλήσης των αναιρεσειόντων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ο. Α. . Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρ. 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά, (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Εξ άλλου δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας γιατί η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική (ΑΠ 1670/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, όσον αφορά την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα κάτωθι: "Στις 16.3.2003 και ώρα 00.10', ο Λ.

Μ. , πατέρας της πρώτης ενάγουσας, πεθερός του δευτέρου και παππούς των δύο τελευταίων ανηλίκων, εκπροσωπουμένων από τους δύο πρώτους γονείς τους, οδηγώντας το … δίκυκλο μοτ/το, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην επαρχιακή οδό Άρτης - Νεοχωρίου, με κατεύθυνση προς Νεοχώρι, έχοντας συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του Θ.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ιδίας ως άνω επαρχιακής οδού, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Νεοχώρι προς Άρτα. Όταν το ως άνω Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, κινούμενο με ταχύτητα 80 χιλ. την ώρα, αντί της επιτρεπομένης των 50 χιλ. την ώρα, έφτασε στο 12 χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, από αμέλεια του οδηγού του (πρώτου εναγομένου) παρεξέκλινε της πορείας του και, πλαγιολισθαίνοντας περί τα 30 μέτρα προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το ως άνω δίκυκλο μοτ/το και συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο μέρος του μοτ/του με την πίσω δεξιά πόρτα του Ι.Χ.Ε.

Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρή και είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί το μοτ/το σε παρακείμενο αρδευτικό αύλακα και να τραυματισθούν θανάσιμα ο οδηγός και η συνεπιβαίνουσα του ως άνω μοτ/του, το οποίο και υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες. Σημειωτέον, δέχεται το Εφετείο, ότι στο παραπάνω σημείο της, η επαρχιακή ως άνω οδός Άρτης - Νεοχωρίου είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, έχει πλάτος οδοστρώματος 8.40 μ., με ελαφρά καμπύλη, ενώ κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα, επικρατούσε σκοτάδι, η κατάσταση της οδού ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων αραιή...

Ο θανών Λ. Μ. , πατέρας της πρώτης ενάγουσας από πρώτο γάμο του με την Π. Μ. , είχε τελέσει δεύτερο γάμο με τη θανούσα Θ. Μ. , η οποία ανέθρεψε την πρώτη ενάγουσα από ηλικία τεσσάρων ετών ως να ήταν η φυσική μητέρα της και είχε αναπτύξει μαζί της έντονο συναισθηματικό δεσμό, καθώς και σχέση στοργής και αγάπης, (βλ.

και ανωμοτί κατάθεση της α' ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου καταθέτει ότι "για μένα ήταν η μαμά μου η θανούσα και η οποία με μεγάλωσε από 4 ετών και αυτή που περιποιήθηκε τον πατέρα μου"), ενώ ολόκληρη η τοπική κοινωνία τους θεωρούσε ως οικογένεια. Η πρώτη ενάγουσα το έτος 1991 τέλεσε γάμο με το Μ.

Τ. , δεύτερο ενάγοντα, από τον οποίο απέκτησαν, τα εκπροσωπούμενα ήδη από τους γονείς τους - συνενάγοντα τέκνα τους Λ. και Α. , ηλικίας αντίστοιχα 12 και 4 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος,... εγγόνια των θανόντων, με τους οποίους επίσης συνδέονταν με αισθήματα στοργής και αγάπης, για την ανάπτυξη των οποίων ήταν αδιάφορη η ύπαρξη ή μη και νομικής σχέσεως με τη θανούσα γιαγιά τους.

Κατ' ακολουθία, εξαιτίας του αδόκητου θανάτου των ως άνω, ηλικίας 61 και 59 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος θανατωθέντων Λ. Μ. και Θ. Μ. , οι ενάγοντες, συνδεόμενοι μαζί τους με σχέσεις στοργής και αγάπης, υπέστησαν έντονη ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (932 ΑΚ).

Κατά την κρίση δε και του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να επιδικαστεί για την εν λόγω αιτία το ποσό των 45.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, (θυγατέρα του θανόντος, Μ. Λ. και τέκνου του συζύγου της από άλλο γάμο της θανούσας Θ. Μ. ), και για κάθε θανόντα, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται εκείνο των 44 ευρώ, που επιφυλάχθηκε να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική δίκη, το ποσό των 5.000 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, (γαμβρό των θανόντων) και το ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε εκπροσωπούμενο ανήλικο τέκνο των εναγόντων, (εγγόνια των θανόντων) και για κάθε θανόντα, στα οποία ποσά δεν περιλαμβάνεται εκείνο των 44 ευρώ που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν, (γαμβρός και εγγόνια), ως πολιτικώς ενάγοντες στην ποινική δίκη, ενόψει όλων των περιστάσεων και ιδίως των συνθηκών τελέσεως της ανωτέρω αδικοπραξίας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του βαθμού του πταίσματος αυτού, (αποκλειστική υπαιτιότητα), της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων φυσικών προσώπων, εφόσον η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική, της συναισθηματικής σχέσεως των εναγόντων με τους θανατωθέντες, του βαθμού της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψεως των εναγόντων και των λοιπών προσωπικών σχέσεων αυτών".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να μη λάβει ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως και την περιουσιακή κατάσταση της δεύτερης εναγομένης (και υπόχρεου) ασφαλιστικής εταιρίας και να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως γιατί η ευθύνη της είναι εγγυητική.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.

ΑΠ 6/2009). Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.

ΑΠ 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενα τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σ' αυτούς τα πιο πάνω ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αντί των αιτηθέντων με την αγωγή τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.

Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος. Εξ άλλου, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της.

Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του.

Επομένως, εφ' όσον και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 185 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2006 αίτηση αναίρεσης των: Μ. θυγ. Λ. Μ. , 2) Μ. Τ. , 3) Λ. Τ. και 4) Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5000/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρόντος αναιρεσιβλήτου την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ