Legislator Case Law & Legislation
719/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on termination compensation under Greek labor law.

Case Number 719/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by both parties against the Second Instance Court's decision regarding termination compensation. The State argued the lower court erred in applying specific regulations on employment contracts, while the employee claimed the judgment was incorrect. The court ruled that despite the State's legal reasoning errors, the final award was correct based on the existence of a simple employment relationship, thus rejecting the appeal on all grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision, though legally flawed in its reasoning, results in a correct substantive outcome regarding the parties' rights.

Keywords

AI generated
Labor Law Termination Compensation Appeal Procedure Employment Contracts Dismissal of Appeal Substantive Justice Legal Reasoning Error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 5, 6, 7 of Presidential Decree 164/2004
Articles 1 paragraph 2, 5 paragraph 3, 6 paragraph 1, 8, and 9 paragraph 1 of Law 3198/1955
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1692/2017
Supreme Court Case 80/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σουλτάνα Δημκόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Θωμοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις, και Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Θωμοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σουλτάνα Δημκόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2010 αγωγή της Α. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 495/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6043/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η Α. αναιρεσείουσα με την από 23-1-2019 αίτησή της και το Β. αναιρεσείον με την από 24-1-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1)Με την κρινόμενη από 24-1-2019 και με αριθ. κατ. ...2019) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη κατά της Α. Π. και 2) με την κρινόμενη από 23-1-2019 και με αριθ. κατ. ...2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της Α. Π. στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αριθ. 6043/6-12-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 9-3- 2015 και με αριθ. κατ. 1496/9-3-2015 έφεσης κατά της με αριθ. 495/11-3-2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω διαδικασία επί της από 3-11-2010 και με αριθ. κατ. 192533/6678/3-11-2010 αγωγής.

Οι αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την, ως άνω, από 3-11-2010 αγωγή στρεφόμενη κατά: 1) του ΝΠΔΔ Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού και 2) του Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, Α. Π., ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), που κατήρτισε με το δεύτερο εναγόμενο, ως φορέα υλοποίησης και το πρώτο εναγόμενο, ως υπεύθυνο φορέα, τοποθετήθηκε και απασχολήθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες του δευτέρου εναγομένου και συγκεκριμένα στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, στις 21-2-2007.

Ότι η σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας απασχολήθηκε για 18 μήνες και, κατόπιν δεύτερης διαδοχικής σύμβασης, για άλλους 18 μήνες, έγινε κατ' επίφαση ως σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως σχέσης εργασίας Ότι από την πρόσληψή της παρείχε την εργασία της καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δευτέρου εναγομένου, εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους υπαλλήλους αυτού, στον ίδιο χώρο και με το ίδιο ωράριο εργασίας.

Ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν της κατέβαλλαν τις αποδοχές που κατέβαλλαν στο μόνιμο προσωπικό. Ζήτησε δε, με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως τη σχέση εργασίας και με βάση τη συνταγματική αρχής της ισότητας, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, όπως, με δήλωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιόρισε εν μέρει τα αιτήματα, : 1) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τους εναγομένους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας αυτής 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες της, 3) επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν για αποζημίωση από τη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης, άλλως παύσης της εργασιακής σχέσης το ποσό των 4.270,93 ευρώ, 4) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν για διαφορές αποδοχών των ετών 2007, 2008 και 2010 το συνολικό ποσό των 36.179,63 ευρώ και 2) να υποχρεωθούν να της καταβάλουν για διαφορές αποδοχών του έτους 2009 το ποσό των 17,610,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 495/2013 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την, ως άνω, από 9-3-2015 έφεση. Με το δικόγραφο αυτής, μεταξύ άλλων, δήλωσε: "παραιτούμαι αναφορικά με το πρώτο αίτημα αναγνώρισης των συμβάσεών μου ως αορίστου χρόνου, όπως και για το δεύτερο κύριο αίτημα της καταδίκης των αντιδίκων να αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία μου και δεν ασκώ έφεση για τα ανωτέρω αιτήματα.

Η έφεσή μου αφορά αποκλειστικά τα χρηματικά ποσά. Ενόψει μάλιστα του ότι ζητώ τις μισθολογικές μου διαφορές, είναι αδιάφορο αν αυτές οφείλονται από έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή από απλές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω τυχόν ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, ως άνω, με αριθ. 6043/2018 απόφαση, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τις βάσεις αυτής από έγκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και από αδικοπραξία, αλλά είναι νόμιμη κατά τη βάση αυτής, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή , απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο εναγόμενο- εφεσίβλητο και τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν ως προς το δεύτερο εναγόμενο κατά τη βάση αυτής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Μετά δε την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής όσον αφορά τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-3-2007 έως 4-11-2008, λόγω διετούς παραγραφής αυτών, υποχρέωσε το τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφορές αποδοχών του έτους 2009 το ποσό των 12.639 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών του έτους 2010 και για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 14.712 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο ως άνω, αναιρετικός λόγος απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου που παραβιάσθηκαν, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώσθηκε ή δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 772/2023, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 316/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης.

Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.

Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1329/2019, ΑΠ 744/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση.

Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.

Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994).

Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 Α. Κ. δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.

Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.

Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια.

Η ευθύνη δε του λήπτη περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου - in natura - του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά, κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ' αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα.

Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες κλπ) είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε κλπ), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους.

Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ (ΟλΑΠ 1773/1981). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ' αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί άκυρης σύμβασης εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.

Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελος του εργασία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ...Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "To Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.

και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023, ΑΠ 514/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος, όταν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΑΠ 1187/2020, ΑΠ 1017/2019).

Εξάλλου: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 5 π.δ. 164/2004 "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. (παρ. 1)....

Ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών (παρ. 4). β) κατά τη διάταξη του άρθρου 6 π.δ. 164/2004 Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας (παρ. 1) Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (παρ. 2)., γ) κατά τη διάταξη του άρθρου 7 π.δ. 164/2004 Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1)..

Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του.

Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις (παρ. 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 7 του ως άνω προεδρικού διατάγματος είναι η κατάρτιση σύμβασης ή συμβάσεων κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6, δηλαδή:

α) είτε η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) είτε, σε κάθε περίπτωση, οι διαδοχικές κατά τα ανωτέρω συμβάσεις να είναι περισσότερες από τρεις, γ) είτε οι κατά τα ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις να υπερβαίνουν τους εικοσιτέσσερις μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εκτός εάν, μεταξύ άλλων, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, οπότε επιτρέπεται η υπέρβαση του χρονικού αυτού ορίου (ΑΠ 91/2018).

Περαιτέρω, στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι: "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια).

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ.

Α.Π. 38/2005). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (βλ.

ΕΔΔΑ Κ. κατά Ελλάδος απόφαση της 11/12/2003 κ.α.). Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.

Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α' (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ' αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 9/2017, ΑΠ 629/2021).

Εξάλλου, κατά τα γενόμενα δεκτά από το ΕΔΔΑ, οι αποκλίσεις στην εσωτερική νομολογία είναι εγγενές στοιχείο κάθε συστήματος απονομής δικαιοσύνης, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται να εμφανίζονται ακόμη και εντός του ιδίου Δικαστηρίου. Το γεγονός δε αυτό, όπως και η μεταστροφή της νομολογίας, δεν προσκρούει στην ΕΣΔΑ, λόγω συνθηκών ανασφάλειας δικαίου που δημιουργήθηκαν με την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΟλΣτΕ 2210/2020), ούτε συνιστά παραβίαση της αρχής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, κατά την κύρια βάση αυτής, από έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, τα ακόλουθα: "...Με το περιεχόμενο που εκτέθηκε, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της (μετά την παραίτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) για ύπαρξη έγκυρης σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Και τούτο διότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι, κατά τα ίδια τα εκτεθέντα στο δικόγραφο, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια εκπαιδευτικού προγράμματος (stage), καταρτισθείσα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η εκκαλούσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης και, ως εκ τούτου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και την αποζημίωση απόλυσης, αφού οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Καθόσον δε αφορά την αναγνώριση περί ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004". Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της κριθείσας νόμιμης βάσης της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα την 21-2-2007 κατήρτισε με τους εναγόμενους το νομίμως προσκομιζόμενο συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), στο οποίο οι ανωτέρω εναγόμενοι συμβλήθηκαν με την ιδιότητα, αντιστοίχως, του υπεύθυνου φορέα και του φορέα υλοποίησης του προγράμματος.

Ειδικότερα, στα πλαίσια του προγράμματος αυτού, ο φορέας υλοποίησης, πρώτος εναγόμενος, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, με έναρξη την 1-3-2007 και λήξη την 31-8-2008, στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, η δε ενάγουσα, με το ίδιο συμφωνητικό, ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια τόσο στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.

Το ημερήσιο ωράριο συμφωνήθηκε να μην υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ, η ημερήσια αποζημίωση της ενάγουσας, όχι όμως πλέον των είκοσι δύο (22) ημερών ανά μήνα, καθορίστηκε στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος συμφωνητικού συνεργασίας, την 1-3-2007, τοποθετήθηκε στο τμήμα ανάκρισης του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ενώ, με δεύτερη σύμβαση, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, για το χρονικό διάστημα 9-2-2009 ως 9-8-2010, τοποθετήθηκε στο ίδιο τμήμα της παραπάνω υπηρεσίας.

Ωστόσο, παρά τον αναγραφόμενο στα παραπάνω συμφωνητικά σκοπό κατάρτισής της, ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πτυχιούχος του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του ΑΤΕΙ Πάτρας, με γνώσεις αγγλικής γλώσσας και χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, απασχολήθηκε, όχι ως μαθητευόμενη, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι του παραπάνω Πρωτοδικείου, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας της, υπαγόμενη και στο έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης από μέρους της στις οδηγίες και εντολές τους.

Συγκεκριμένα κατά το διάστημα των τριάντα έξι (36) μηνών της απασχόλησής της, μετέβαινε καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου και ασκούσε με την ειδικότητα υπαλλήλου τεχνολογικής εκπαίδευσης, απασχολούμενη ημερησίως από ώρα 08:00 έως ώρα 15:00 ή 07.30 έως 14.30 (θερινό ωράριο) , που αποτελεί και το νόμιμο ημερήσιο ωράριο των δημοσίων υπαλλήλων, τα ανατιθέμενα καθήκοντά της, συνιστάμενα στην τήρηση, ενημέρωση και αρχειοθέτηση όλων των ανακριτικών βιβλίων και αρχείων του γραφείο ανάκρισης, την παραλαβή δικογραφιών και ενημέρωση αντίστοιχων βιβλίων πρωτοεισάκτων ή μη δικογραφιών, την τακτοποίηση δικογραφιών, δημιουργία υποφακέλων, τη σύνταξη και δακτυλογράφηση ανακριτικών ενεργειών, την τήρηση αλληλογραφίας εισερχομένων - εξερχομένων, τη σύνταξη κλήσεων μαρτύρων - κατηγορουμένων, τη δακτυλογράφηση μαρτυρικών καταθέσεων, απολογιών, διατάξεων, ενταλμάτων, σύνταξη εγγράφουν, τήρηση πρωτοκόλλων και γενικά όλων των καθηκόντων του γραμματέως ανακριτικού γραφείου (βλ. 308/6-11-2008 βεβαίωση της Προϊσταμένης Διεύθυνσης Πρωτοδικείου Ζακύνθου).

Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκησε η "άσκηση της", καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτήν αρχικά με τον πρώτο των εναγομένων και ακολούθως με τον δεύτερο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, η επίδικη σύμβαση, έστω και εάν επιγραφόταν ως μαθητείας, λειτούργησε στην πραγματικότητα ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και η ενάγουσα να δικαιούται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν η ενάγουσα γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Όμως, δεδομένου ότι η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 3-11-2010 και επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο στις 4-11-2010 (βλ. σχετική επισημείωση στο επιδοθέν στο Ελληνικό Δημόσιο αγωγικό δικόγραφο), οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-3-2007 έως 4-11-2008, έχουν υποπέσει, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην αυτεπαγγέλτως λαμβανομένη υπόψη από το Δικαστήριο παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κατά το οποίο η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.

Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισαν οι εναγόμενοι μέχρι την 4-11-2008, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας του διαστήματος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου δε ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει άλλο διακοπτικό των αξιώσεών της γεγονός. Περαιτέρω, ως ασκήσασα καθήκοντα δικαστικού υπαλλήλου, η ενάγουσα, δικαιούται το βασικό μισθό, επίδομα ειδικών συνθηκών και την ειδική αποζημίωση του ειδικού διανεμητικού λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως τον Οκτώβριο του 2011. Σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται η ειδική παροχή των 176,00 ευρώ, διότι δεν πρόκειται για ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, μη εξομοιούμενη συνεπώς με μισθό.

Επομένως για το έτος 2009 (η δεύτερη σύμβαση άρχισε στις 9-2-2009) δικαιούνταν μηνιαίως 957 ευρώ βασικό μισθό, 185 ευρώ για επίδομα ειδικών συνθηκών, 528 ευρώ ως αποζημίωση ειδικού διανεμητικού λογαριασμού και συνολικά 1.670 ευρώ μηνιαίως. Επομένως για τους 11 μήνες του 2009 που εργάσθηκε, έπρεπε να λάβει 18.370 ευρώ μηνιαίως, αλλά έλαβε 7.260 ευρώ (30 ευρώ Χ 22 ημέρες Χ 11 μήνες). Επομένως της οφείλεται για το διάστημα αυτό το ποσό των 11.110 ευρώ. Της οφείλεται επίσης δώρο Χριστουγέννων 957 ευρώ, μέρος επιδόματος Πάσχα 282,3 1 ευρώ και επίδομα αδείας 271,15 ευρώ και συνολικά 1528,46 ευρώ. Επομένως για το έτος 2009 της οφείλονται 12.639 ευρώ.

Για το έτος 2010, που εργάσθηκε μέχρι 9-8-2010, δηλαδή οκτώ μήνες και εννέα ημέρες και έπρεπε να λάβει 1.670 Χ 8 = 13.360 ευρώ πλέον 601 ευρώ για τις εννέα ημέρες του Αυγούστου και συνολικά 13.961 ευρώ. Έπρεπε επίσης να λάβει δώρο Χριστουγέννων 321,54 ευρώ, Πάσχα και επίδομα αδείας 334,95 ευρώ έκαστο και συνολικά 991,44 ευρώ. Επομένως έπρεπε συνολικά να λάβει 14.952 ευρώ, όμως έλαβε 4.1 36,98 ευρώ και της οφείλονται 10.815 ευρώ. Συνολικά επομένως για τα έτη 2009 και 2010 της οφείλονται 23.454 ευρώ.

Τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία κατέστη πλουσιότερο το δεύτερο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο, υποχρεούται να αποδώσει, ως ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία της ενάγουσας, καθόσον τα ίδια ποσά θα αναγκαζόταν να καταβάλει αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση για την ίδια εργασία έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα με αυτά της ενάγουσας, η οποία, εφόσον αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται και ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας. Αντιθέτως, από τα ίδια τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε σχέση εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου ν.π. δ. δ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", αφού ουδέποτε τέθηκε στη διάθεσή του η εργασιακή της δύναμη, με συνέπεια να μην συντρέχει και αντίστοιχη ωφέλεια από τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών της, χο3ρίς η κρίση αυτή να αναιρείται από μόνο το γεγονός της ανάληψης υποχρέωσης να καταβάλει το ποσό των 30.00 ευρώ ημερησίως στην ενάγουσα, στα πλαίσια της σύμβασης μαθητείας, η οποία, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι λειτούργησε εν τοις πράγμασι ως σχέση εργασίας μόνο μεταξύ της ενάγουσας και του δεύτερου των εναγομένων.

Η ενάγουσα δικαιούται ακόμη και την αποζημίωση απόλυσης, κονδύλιο το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 7 πδ 164/2004 και 55 παρ. 1 και 2 410/1988 (εφόσον σε περίπτωση εκτέλεσης ακύρων συμβάσεων η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο ισούται με το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, το οποίο ποσό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 ν.410/88). Το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται ανέρχεται σε (1670 + 1/6 X 2 =) 3.897 ευρώ.

Το δεύτερο εναγόμενο πρότεινε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένσταση με περιεχόμενο ότι η άσκηση των παραπάνω αξιώσεων της ενάγουσας αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, καθότι η ενάγουσα υπέγραψε τις παραπάνω συμβάσεις γνωρίζοντας το περιεχόμενο αυτών και μετά πάροδο δύο ετών και δύο μηνών επιδίωξε δικαστικώς να αναγνωρισθεί η διαφορετική φύση των συμβάσεων που υπέγραψε και αποδέχθηκε εργαζόμενη καθόλη τη διάρκεια αυτών. Τα παραπάνω όμως πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεδομένου ότι η ενάγουσα με την υπογραφή της συμβάσεως και την προσφορά της εργασίας της δεν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στο εναγόμενο ότι ουδέποτε θα ασκήσει τις νόμιμες αξιώσεις της. Επομένως απορριπτέα τυγχάνει ως αβάσιμη κατ'ουσίαν η παραπάνω ένσταση.

Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την παραπάνω βάση της περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το πρώτο εναγόμενο. Περαιτέρω, πρέπει, η αγωγή, κατά την ίδια ως άνω βάση της, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.815 ευρώ (έτος 2009) και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσό των 12.639 ευρώ (έτος 2010) και το ποσό των 3.897 ευρώ (αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης), ήτοι συνολικά 14.712 ευρώ (10.815 + 3.897) με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επομένη επίδοσης της αγωγής.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 23-1-2019 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Α. Π. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και μάλιστα τόσο η πρώτη (αρχική) όσο και η δεύτερη από αυτές είναι άκυρες και περαιτέρω με το να απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια, από έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, βάση αυτής ως μη νόμιμη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 655 ΑΚ, 14 παρ. 2 ν. 2190/1994, 2 παρ. 1, 3, 5 παρ. 1, 6 παρ. 2 και 7 παρ. 1 π.δ. 164/2004 (πρώτος λόγος) καθώς και των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 1 π.δ. 164/2004 (δεύτερος λόγος).

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια η επίδραση του επικαλούμενου νομικού σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης, καθώς και σε τί συνίσταται το έννομο συμφέρον της για την προβολή των αναιρετικών αυτών λόγων και ειδικότερα ποια η βλάβη που υφίσταται από την, ως άνω, κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει και της διαλαμβανόμενης στην από 9-3-2015 έφεση, ως άνω, δήλωσής της ότι είναι αδιάφορο αν οι μισθολογικές διαφορές, που ζητεί, οφείλονται από έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου , ή, λόγω της ακυρότητας αυτών, από απλές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση τις οποίες και επιδικάσθηκαν.

Ούτε, εξάλλου, επικαλείται η αναιρεσείουσα έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, έτσι ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, βάσει των οποίων απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την, ως άνω, κύρια βάση αυτής.

Με τον πρώτο λόγο της από 24-1-2019 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 5, 6 και 7 π.δ. 164/2004, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 εδ.α', με το να κρίνει νόμιμη τη θεμελιούμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής και ακολούθως δεχόμενο αυτήν κατ' ουσίαν, με το να επιδικάσει τα, ως άνω, ποσά.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που είναι κατά νόμο αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον η ενάγουσα που προσλήφθηκε στο Δημόσιο με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας-συμφωνητικά συνεργασίας stage, δεν δικαιούτο να λάβει με βάση τις διατάξεις αυτές τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών και τα επιδόματα εορτών και αδείας, αφού ο φορέας απασχόλησης-Δημόσιο δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζόμενου με έγκυρη σύμβαση εργασίας, στη θέση στην οποία απασχόλησε αυτήν, ώστε να αποκομίσει ωφέλεια.

Όμως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ως νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας της προσληφθείσας άνεργης ενάγουσας σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ως άνω, διατάξεις, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αγωγή, αναφερόταν σ' αυτήν ότι η σύμβαση μαθητείας της ενάγουσας λειτούργησε στην πραγματικότητα ως απλή σχέση εργασίας και με το επικουρικό της αίτημα αυτή ζητούσε να της επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας.

Περαιτέρω δε ορθά κατ' ουσίαν υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ τα, ανελέγκτως αναιρετικά, κατά την κρίση του αποδειχθέντα θεμελιωτικά της επικουρικής βάσης της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, δεχόμενο ότι η ενάγουσα δικαιούται τα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία το εναγόμενο αποκόμισε ως ωφέλεια, αφού θα αναγκαζόταν να τα καταβάλει αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση για την ίδια εργασία άλλο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα με αυτά της ενάγουσας, καθόσον σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, επί των συμβάσεων μαθητείας, που λειτουργούν ως απλές σχέσεις εργασίας, όταν προεχόντως παρέχεται εργασία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος γεννάται από αυτή καθεαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα εργασία προς όφελος του εργοδότη και δεν επηρεάζει τη βασιμότητα της αγωγής το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα.

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της από 23-1-2019 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Α. Π. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις της υπόκεινται σε διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη γένεση κάθε αξίωσης και περαιτέρω με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραγραφής, την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις μέχρι τις 4-11-2008 αξιώσεις της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, 6 της ΕΣΔΑ, του 1ου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, οι αξιώσεις εργαζομένου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που έχουν ως βάση τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού και αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, όπως οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, υπόκεινται στην προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, που αρχίζει από τη γένεση κάθε αξίωσης, η διάταξη δε αυτή, ως ειδική κατισχύει της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, που ορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε κάθε αξίωση. Περαιτέρω, η, σύμφωνα με τα παραπάνω, διετής παραγραφή έχει θεσπισθεί για λόγους δημόσιου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εισαγωγή της, ως άνω, εξαίρεσης (από την προβλεπόμενη στο άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ παραγραφή), η εν λόγω δε διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 1° του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ η επικαλούμενη διακύμανση, κατά το παρελθόν, της νομολογίας όσον αφορά το χρόνο παραγραφής των κατά του Δημοσίου εργατικών αξιώσεων και την έναρξη του χρόνου παραγραφής, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα παραπάνω, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2962/1995 και δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 23-1-2019 αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή δε, δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η από 23-1-2019 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της.

Με το δεύτερο λόγο της από 24-1-2019 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να επιδικάσει στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης: α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (αριθμός 8) και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε (αριθμός 9), καθόσον μετά την παραίτηση της ενάγουσας από τα αιτήματα να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο το αναγκαίως συνεχόμενο με αυτά αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το εν λόγω αίτημα (αριθμός 14) διότι με την υποβολή του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ενάγουσα μετέβαλε τη βάση της αγωγής.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα, σε σχέση με το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, διαλαμβάνει στην αγωγή (σελ. 18) και τα ακόλουθα: "σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι με τους αντιδίκους δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση εργασίας και ότι συνδέομαι μαζί τους μόνο με σχέση εργασίας, οι αντίδικοι οφείλουν να μου καταβάλουν ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 4.270,93 ευρώ", ενώ στο αιτητικό της αγωγής, μετά την αναφορά των αιτημάτων να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της (από τα οποία, όπως προεκτέθηκε η ενάγουσα παραιτήθηκε με την έφεσή της), διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Επικουρικώς, να καταδικασθούν οι αντίδικοι....στην καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης εκ της σιωπηρής καταγγελίας, άλλως παύσης της εργασιακής σχέσης...".

Από το, ως άνω, περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα υπέβαλε επικουρικά το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης λόγω της παύσης σχέσης εργασίας. Με την διαλαμβανόμενη δε στην έφεση δήλωσή της, που προκτέθηκε, η ενάγουσα δεν δήλωσε ότι παραιτείται από το αίτημα αυτό. Αντίθετα, δήλωσε ότι ασκεί την έφεση για τα χρηματικά ποσά, στα οποία περιλαμβάνεται και το εν λόγω αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο, επομένως, μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Έτσι, το Εφετείο, με το να επιδικάσει στην ενάγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση αποζημίωση απόλυσης, μετά την παραδοχή ότι η επίδικη σύμβαση λειτούργησε στην πραγματικότητα ως άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να δημιουργείται μεταξύ των διαδίκων σχέση εργασίας δεν επιδίκασε κάτι που δεν μεταβιβάσθηκε ενώπιον του ή δεν ζητήθηκε, ούτε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, αφού το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε με την αγωγή, ώστε να μην τίθεται ζήτημα απαράδεκτης μεταβολής της βάσης αυτής στην κατ' έφεση δίκη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 24-1-2019 αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον τέταρτο λόγο της από 24-1-2019 αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να επιδικάσει στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 π.δ. 164/2004.

Όπως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν δύο συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, το πρώτο στις 21-2- 2007 με χρόνο έναρξης 1.3.2007 και λήξης 31.8.2008 και το δεύτερο μετά την πάροδο 4 μηνών και 12 ημερών, στις 12-1-2009, με χρόνο έναρξης 9/2/2009 και λήξης 9/8/2010 συνολικής διάρκειας 36 μηνών.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχουν οι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, προϋποθέσεις για επιδίκαση στην ενάγουσα αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 π.δ. 164/2004, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις των άρθρων 5 και 6 του ίδιου π.δ., αφού:

α) οι συμβάσεις είναι λιγότερες από 3, β) μεταξύ των 2 συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν, μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών, γ) η συνολική διάρκεια των συμβάσεων υπερβαίνει μεν τους 24 μήνες, ωστόσο καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενου προγράμματος, οπότε επιτρέπεται η υπέρβαση του χρονικού αυτού ορίου.

Δικαιούται όμως η ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 ν.3198/1955, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τους διαδίκους συνέδεε μέχρι τη λήξη της δεύτερης σύμβασης απλή σχέση εργασίας. Ετσι, παρά το σφάλμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που αφορά τις νομικές αιτιολογίες της απόφασης, το διατακτικό αυτής είναι ορθό, οπότε δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 80/2016).

Πρέπει επομένως ο, ως άνω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 24-1-2019 αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τις από 24-1-2019 και από 23-1-2019 αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 6043/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -

Απορρίπτει αυτές.

-Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ