Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment regarding back pay and severance calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment involving multiple employees and a construction company. The court found that the lower court incorrectly considered prior service bonuses when calculating specific damages like unpaid wages and severance pay. Consequently, the judgment was annulled for the affected employees and remanded for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must annul a judgment if the lower court erroneously considered prior service bonuses in the calculation of specific damages such as unpaid wages and severance pay, as these bonuses directly influence the final amount awarded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με το διακριτικό τίτλο "Μ.Ε.Σ.Κ.Α." η οποία εδρεύει στην Χαλκίδα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Στρίγγα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Κ., κατοίκου ..., 2)Ι. Μ., κατοίκου ..., 3) Κ. Β., κατοίκου ..., 4) Α. Μ., κατοίκου ..., 5) Γ. Μ., κατοίκου ..., 6) Σ. Χ., κατοίκου ..., 7) Γ. Π., κατοίκου ..., 8) Χ. Β., κατοίκου ..., 9) Γ. Π., κατοίκου ..., 10) Δ. Ν., κατοίκου ..., 11) Ι. Α., κατοίκου ..., 12) Π. Κ., κατοίκου ..., 13)Δ. Γ., κατοίκου ..., 14) Φ. Γ., κατοίκου ..., 15) Β. Κ., κατοίκου ..., 16) Σ. Α., κατοίκου ..., 17) Κ. Μ. (K. M.), κατοίκου ..., 18) Σ. Ν.(D. S.), κατοίκου ..., 19) Β. Ν. (D. L.), κατοίκου ..., 20) Κ. Δ., κατοίκου ..., 21) Τ. Ρ. Φ. Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1ος, 4ος, 5ος, 6ος,8ος ,9ος,10ος,13ος,16ος,17ος,18ος και 19ος, παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Μιμίκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 103/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 133/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του KΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του KΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του KΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του KΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.
β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 6-4-2017 και με αριθ. κατάθ. 27/8/25-4-2017 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας, που στρέφεται κατά είκοσι ένα (21) συνολικά αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 133/2-11-2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (15 Μαρτίου 2022), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την από 29-10-2021 παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής της Ευαγγελίας Αλεξ.
Μιμίκου, ως πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών, σε συνδυασμό με την επ' αυτού, από 19-11-2021, σημείωση επιδόσεώς του προς την αναιρεσείουσα, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Η. Δ. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2ος, 3ος, 7ος, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 20ός, και 21ος των αναιρεσίβλητων, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (12 τον αριθμό), εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια.
Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου τους αναιρεσείουσας κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικο Οργανισμό, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου με τη ΔΑ 31/2008, διετούς ισχύος, με έναρξη από 1-1-2008 και λήξη την 31-12-2009, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ ...-2009 και την από 17-9-2010 ΣΣΕ "Για τους όρους αµοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λπ.
Μηχανηµάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Εργων", με διάρκεια ισχύος από 1-1-2010, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 36/9-11-2010, στις διατάξεις των οποίων υπάγονται οι χειριστές και βοηθοί χειριστών των παντός τύπου και συστήµατος λειτουργίας Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών, Γεωτρητικών, Ισοπεδωτικών, Οδοποιητικών και Χωµατουργικών εν γένει Μηχανηµάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Εργων, που περιλαµβάνονται στο Π? 31/90 όλης της χώρας, ορίστηκε ειδικότερα:
Άρθρο 3 Επιδόµατα 1. Επίδοµα Τριετιών α) Στους αδειούχους χειριστές χορηγείται επίδοµα πολυετίας, σε ποσοστό 10% για κάθε µία τριετία απασχόλησης και µέχρι πέντε τριετίες, που υπολογίζεται στους πιο πάνω βασικούς µισθούς. Σαν χρόνος προϋπηρεσίας για την αναγνώριση των τριετιών υπολογίζεται ο χρόνος από την απόκτηση της αδείας χειριστού και µε την προϋπόθεση ότι έχουν πραγµατοποιήσει, συνολικά, τουλάχιστον εξακόσια (600) ηµεροµίσθια,.................β) Διευκρινίζεται ότι ως χρόνος προϋπηρεσίας λογίζεται και ο χρόνος που διανύθηκε µε την ειδικότητα του βοηθού και συνεπώς, χειριστής κάτοχος αδείας, εφόσον έχει συµπληρώσει 600 ηµεροµίσθια (χειριστού και βοηθού), δικαιούται να λάβει το επίδοµα της πρώτης τριετίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο συνολικός χρόνος απασχόλησής του ως βοηθού και αδειούχου χειριστή να είναι τουλάχιστον τρία (3) ηµερολογιακά έτη.
γ) Για τους χειριστές των νέων οχηµάτων - µηχανηµάτων που υπήχθησαν στο Π? 31/90 "Περί επιβλέψεως, συντηρήσεως και χειρισµού Μηχανηµάτων 'Εργων", όπως οι Αντλίες εκτοξεύσεως ετοίµου Σκυροδέµατος (Πρέσες Μπετού), τα ΤΑΜΠΕΡΣ, ΧΟΛΜΠΑΚΣ, ΓΙΟΥΓΓΛΙΣ, ΜΠΕΡΛΙΕ, ΒΑΓΓΟΝ-ΝΤΡΙΛ και άλλα, η προϋπηρεσία για την προσµέτρηση των τριετιών αυτών των Χειριστών θα υπολογίζεται από την ηµέρα που ανέλαβαν εργασία σαν Οδηγοί σε αυτά τα Οχήµατα - Μηχανήµατα, µε την προϋπόθεση ότι πραγµατοποίησαν 600 τουλάχιστον πλήρη ηµεροµίσθια για κάθε τριετία στα Μηχανήµατα αυτά.
Αυτό θα αποδεικνύεται από τις ασφαλιστικές βεβαιώσεις του ΙΚΑ ή από άλλες σχετικές βεβαιώσεις των εργοδοτών. δ) Για απασχόληση διαρκείας µικρότερης του µήνα, των παραπάνω µισθωτών, καθορίζεται ηµεροµίσθιο ίσο προς το 1/22 των πιό πάνω αναφεροµένων µισθών αναλόγου κατηγορίας, σύµφωνα µε τις τριετίες, προσαυξηµένο µε τα επιδόµατα που καθορίζονται γενικά µε την παρούσα.
ε) Ο αριθµός των πραγµατοποιουµένων ηµεροµισθίων, που πιό πάνω αναφέρονται, θα αποδεικνύεται από τις ασφαλιστικές βεβαιώσεις των εργαζοµένων σε οποιονδήποτε εργοδότη και θα αποδεικνύεται µε πιστοποιητικά των οικείων εργοδοτών. 2. Επίδοµα συζύγου. Σε όλους τους έγγαµους µισθωτούς της παρούσας παρέχεται Επίδοµα Συζύγου εκ ποσοστού 10%.
Το παραπάνω επίδοµα χορηγείται και στους χήρους ή διαζευγµένους εφόσον όλοι αυτοί έχουν την επιµέλεια ενός τουλάχιστον παιδιού. 3. Επίδοµα τέκνων. α) Στους εργαζόµενους που υπάγονται στην παρούσα χορηγείται επίδοµα τέκνων σε ποσοστό 15% για κάθε παιδί, από το τρίτο παιδί και πλέον, συµβάλλοντας έτσι στην προσπάθεια για την µείωση της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα.
β) Από την παρούσα ρύθµιση εξαιρείται το πρώτο και δεύτερο παιδί, το επίδοµα των οποίων οι εργαζόµενοι της παρούσας θα εξακολουθούν να το λαµβάνουν µέσω του ΟΑΕΔ. γ) Το επίδοµα αυτό χορηγείται µέχρι συµπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας εφόσον δεν εργάζονται, συντηρούνται από τον εργαζόµενο ή εργαζόµενη και είναι άγαµα.
Όταν τα τέκνα σπουδάζουν σε µεταλυκειακές αναγνωρισµένες σχολές που λειτουργούν µε άδεια κρατικής Αρχής, το επίδοµα αυτό εξακολουθεί να χορηγείται µέχρι συµπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας τους, πράγµα που θα αποδεικνύεται µε βεβαίωση κάθε σχολής. Το επίδοµα αυτό χορηγείται και στους ανύπαντρους γονείς και στους εργαζόµενους - ες που τελούν σε χηρεία ή σε διάζευξη ή σε διάσταση εάν και εφόσον έχουν την επιµέλεια των τέκνων. 4.
Επίδοµα Ειδικών Συνθηκών. Σε όλους τους Χειριστές και βοηθούς Χειριστές της παρούσας χορηγείται Επίδοµα Ειδικών Συνθηκών εκ ποσοστού 15%. 5. Επίδοµα Γαλαρίας. Σε όλους τους µισθωτούς της παρούσας που εργάζονται µέσα σε στοές (γαλαρίες) καταβάλλεται ειδικό επίδοµα γαλαρίας (ανεξάρτητο από το επίδοµα ειδικών συνθηκών) εκ ποσοστού 15%. 6.
Επίδοµα Οδηγήσεως Γερανοφόρων Οχηµάτων. Στους χειριστές που απασχολούνται παράλληλα στον χειρισµό και στην οδήγηση Γερανοφόρων Οχηµάτων (αυτοκινητογερανών) επί των οποίων λειτουργεί Ανυψωτικό Μηχάνηµα ανυψωτικής ικανότητας έξι (6) έως δέκα (10) τόνων και έχουν τα νόµιµα προσόντα γι' αυτό (Άδεια χειριστού και άδεια οδηγού αυτοκινήτων) χορηγείται για κάθε ηµέρα τέτοιας πραγµατικής απασχόλησης, ανεξάρτητα από τις ώρες ηµερήσιας εργασίας τους, προσαύξηση 10% υπολογιζόµενη επί του 1/22 των βασικών µηνιαίων µισθών κάθε κατηγορίας και για οχήµατα - µηχανήµατα ανυψωτικής ικανότητας άνω των δέκα (10) τόνων, ποσοστό 15%. 7.
Επίδοµα Οδηγήσεως Μηχανηµάτων Έργων. Στους χειριστές που οδηγούν Λαστιχοφόρα µηχανήµατα στο Οδικό δίκτυο, όπως Γκρέϊντερ, Καδοφόρα Οχήµατα, Αντλίες εκτοξεύσεως ετοίµου Σκυροδέµατος, Τσάπες, Φορτωτές και λοιπά Μηχανήµατα (εξαιρουµένων των Ειδικών Αυτοκινήτων µεταφοράς υγρού σκυροδέµατος - µπετού (Βαρέλες), καθ' ότι τα Οχήµατα αυτά είναι µεταφορικά και όχι µηχανήµατα έργων) χορηγείται για κάθε ηµέρα τέτοιας απασχόλησης στην οδήγηση, προσαύξηση του 1/22 του βασικού µισθού εκ ποσοστού 6%.
Διευκρινίζεται ότι το ανωτέρω επίδοµα δεν το δικαιούνται οι Χειριστές που οδηγούν τα εν λόγω µηχανήµατα, που εργάζονται σε εργοληπτικές επιχειρήσεις, όταν τα µηχανήµατα αυτά διακινούνται εντός των χώρων της περιοχής του έργου της εργολαβίας, καθώς και προς τις συναφείς εγκαταστάσεις αυτής, ήτοι Συνεργεία επισκευών, αποθήκες, Λατοµεία, Αµµορυχεία, χώρους λήψεως δανείων κ.λ.π.
έστω και αν χρησιµοποιούν Δηµόσιες οδούς προς τούτο, εκτός και αν µετακινούν τα εν λόγω µηχανήµατα από το υπόψη έργο σε άλλο έργο ή σε άλλη περιοχή για οποιονδήποτε λόγο. Περαιτέρω, με τη ΔΑ 19/2011, "Για τους όρους αµοιβής και εργασίας των υπαλλήλων των χειριστών και βοηθών χειριστών µηχανηµάτων εκτελέσεως ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ όλης της χώρας", στις διατάξεις της οποίας υπάγονται οι χειριστές και βοηθοί χειριστών των παντός τύπου και συστήµατος λειτουργίας Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών, Γεωτρητικών, Ισοπεδωτικών, Οδοποιητικών και Χωµατουργικών εν γένει Μηχανηµάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Εργων, που περιλαµβάνονται στο ΠΔ 31/90 όλης της χώρας, με έναρξη ισχύος από 14-2-2011, η οποία καταγγέλθηκε την 18-1-2012 κατά το νόμο 4046/2012 και ΠΥΣ 6/2012, ορίστηκε με το άρθρο 3, "Επιδόµατα.
Επίδοµα Ειδικών Συνθηκών: Το Επίδοµα Ειδικών Συνθηκών που χορηγείται στους Χειριστές και βοηθούς Χειριστές της παρούσας ορίζεται από 1-11-2011 σε ποσοστό 13% αντί του ισχύοντος 15%, υπολογιζόµενο επί του βασικού µισθού ή βασικού ηµεροµισθίου", ακολούθως δε με το άρθρο 5, "Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της από 17ης Σεπτεµβρίου 2010 (Π.Κ.
Υπ. Εργασίας 36/9-11-2010) συλλογικής σύµβασης εργασίας, εφόσον δεν τροποποιούνται ή καταργούνται µε την παρούσα". Περαιτέρω, με τις ΣΣΕ για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων Μετάλλου όλων των μεταλλουργικών επιχειρήσεων κλπ α) από 24-6-2008, με ισχύ από 1-1-2008 έως 31-8-2011 και β) από 16-10-2010, με ισχύ από 1-1-2010 έως 31-12-2012, προβλέπεται η χορήγηση στους εργατοτεχνίτες, ηλεκτροσυγκολλητές κλπ,, πλήν των άλλων επιδομάτων (ανθυγιεινής εργασίας, αναρρίχησης κλπ), οικογενειακού επιδόματος και επιδόματος προυπηρεσίας.
Ειδικότερα προβλέπεται, η χορήγηση οικογενειακού επιδόματος γάμου 10% σε όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες εργαζοµένων για τον ή την σύζυγο ανεξάρτητα αν εργάζεται ο ή η σύζυγος ή συνταξιοδοτείται, το οποίο υπολογίζεται πάντα επί του προσαυξηµένου µε τις τριετίες µισθού ή ηµεροµισθίου και η χορήγηση επιδόματος προυπηρεσίας των εργαζοµένων για την ειδικότητα που έχουν προσληφθεί, η οποία αποδεικνύεται µε βεβαίωση των εργοδοτών ή µε νόµιµα έγγραφα που βεβαιώνει η επιθεώρηση εργασίας και σε αντίθετη περίπτωση ο χρόνος προϋπηρεσίας προσµετράται για τον υπολογισµό του µισθού ή ηµεροµισθίου από την ηµέρα κατάθεσής των.
Στις ανωτέρω διατάξεις, σχετικά με την χορήγηση του επιδόματος τέκνου και γάμου, δεν τίθεται ως απαραίτητος όρος η προηγούμενη γνωστοποίηση προς τον εργοδότη των ως άνω οικογενειακών βαρών με τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, είτε χωρίς αυτά. Κατ` εφαρμογήν όμως της γενικής αρχής του αρθρ. 288 ΑΚ, η εκπλήρωση της υποχρεώσεως προς καταβολήν του προαναφερομένου επιδόματος έχει ως προϋπόθεση ότι ο εργοδότης τελεί εν γνώσει των οικογενειακών βαρών του μισθωτού του και συνεπώς δεν ενέχεται στην πληρωμή αυτού για χρονικόν διάστημα προγενέστερον της γνωστοποιήσεως ή της καθ` οιονδήποτε τρόπον περιελεύσεως σε γνώση του της οικογενειακής καταστάσεώς του (ΑΠ 974/1991).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια, ότι, Α. προϋπόθεση, με βάση αυτές, της χορήγησης του επιδόματος προϋπηρεσίας και όλων των άλλων προαναφερομένων επιδομάτων (πλήν του επιδόματος γάμου και τέκνου) στους χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων κλπ. είναι, 1) η κατοχή απ' αυτούς της προβλεπόμενης και απαιτούμενης κατά κατηγορία κατά νόμο άδειας [Π.Δ. 31 της 26.1/5.2.90.
Επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης Τεχνικών έργων.- Α' 11), το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 του ΠΔ 113/2012, "Καθορισμός ειδικοτήτων για την επαγγελματική δραστηριότητα του χειρισμού μηχανημάτων τεχνικών έργων, καθορισμός κριτηρίων για την κατάταξη των μηχανημάτων σε ειδικότητες και ομάδες, καθορισμός επαγγελματικών προσόντων και προϋποθέσεων για την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας από φυσικά πρόσωπα και άλλες ρυθμίσεις", (ΦΕΚ Α 198/17.10.2012)], 2) επί πλέον, ως προς το επίδομα προυπηρεσίας, πραγματική υπηρεσία που διανύθηκε με την ειδικότητα του χειριστή πριν και μετά την λήψη της σχετικής αδείας και δύο χρόνια υπηρεσίας στην ειδικότητα του βοηθού χειριστή, 3) γνωστοποίηση (που δεν είναι απαραίτητη όταν η προυπηρεσία διανύθηκε στον ίδιο εργοδότη) της προυπηρεσίας αυτής στον εργοδότη, με τον προβλεπόμενο απ' αυτές τις διατάξεις τρόπο, εφόσον διανύθηκε σε άλλους εργοδότες, με την κατάθεση είτε ασφαλιστικών βεβαιώσεων του ΙΚΑ είτε σχετικών βεβαιώσεων των εργοδοτών, από την κατάθεση των οποίων αρχίζει και η υποχρέωση του εργοδότη καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προυπηρεσία αυτή, 4) ως προς το επίδομα γάμου και τέκνου, ισχύουν αναλόγως τα αμέσως προαναφερθέντα και για την προς τον εργοδότη γνωστοποίηση της οικογενειακής καταστάσεως του μισθωτού.
Β. προυπόθεση της χορήγησης των ως άνω επιδομάτων στους εργατοτεχνίτες, ηλεκτροσυγκολλητές κλπ είναι η κατάθεση των προβλεπομένων εγγράφων ( όπως βεβαίωση των εργοδοτών ή νόµιµα έγγραφα της επιθεώρησης εργασίας που βεβαιώνει για την προυπηρεσία και αναλόγως για την οικογενειακή κατάσταση) στον εργοδότη κατά την πρόσληψη του εργαζομένου ή και σε μεταγενέστερο χρόνο, οπότε και αρχίζει η υποχρέωση του εργοδότη καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προυπηρεσία και την οικογενειακή κατάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας, κρίνοντας, μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατ' αποδοχή της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσης εφέσεως (που εδώ ενδιαφέρει, ενώ η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία), επί αγωγής αυτών με αντικείμενο αξιώσεις τους από την εργασία τους ως χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κλπ μηχανημάτων, οδηγών γερανών τεχνικών έργων, εργατοτεχνιτών, ηλεκτροσυγκολητών κλπ, κατά περίπτωση, στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, και ειδικότερα για αξιώσεις τους από διαφορά νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών, για δεδουλευμένες αποδοχές, αναλογία επιδόματος αδείας 2012, αποδοχές υπερημερίας, λόγω επισχέσεως εργασίας, χρονικού διαστήματος από 1-6-2012 έως 30-11-2012, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 133/2016 απόφασή του ότι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν στη Χαλκίδα μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης κατά τον αναφερόμενο παρακάτω χρόνο ανά εργαζόμενο, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη με την ειδικότητα ενός εκάστου όπως αναφέρεται παρακάτω, γνωρίζοντας η εναγόμενη εταιρεία διά των εκπροσώπων της τη προσωπική και εργασιακή κατάσταση ενός εκάστου των εναγόντων, είτε κατά τη κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων είτε κατά τη διάρκεια αυτών, όπως αυτές αναλύονται παρακάτω στον υπολογισμό των αποδοχών εκάστου ενάγοντος.
Κατά τη κατάρτιση της σύμβασης συμφωνήθηκε να αμείβονται οι ενάγοντες με μηνιαίες αποδοχές τις οριζόμενες στις εκάστοτε οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών εκ σκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων, οδηγών γερανών τεχνικών έργων. Συμφωνήθηκε να εργάζονται επί πενθήμερο (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Κατά την επίδικη χρονική περίοδο από 1-1-2008 έως 31-5-2012, οι προβλεπόμενες από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διαιτητικές αποφάσεις, ο μηνιαίος μισθός των εναγόντων υπολογίζεται με βάση τις Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας για τους όρους εργασίας και αμοιβής των χειριστών εκ σκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ...".
Στη συνέχεια, προέβη στον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών των εκ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων 1ου, 4ου, 5ου, 6ου, 8ου, 9ου, 10ου, 13ου, 16ου, 17ου, 18ου και 19ου, στα αναφερόμενα ποσά, με τον συνυπολογισμό του επιδόματος προυπηρεσίας, επιδόματος γάμου και τέκνου καθώς και των λοιπών προαναφερθέντων επιδομάτων και ακολούθως με βάση τον κατά τον τρόπο αυτόν διαμορφούμενο νόμιμο μισθό, και μετ` αφαίρεση των καταβληθέντων από την εναγομένη-αναιρεσείουσα μικρότερων ποσών, έκρινε ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες έχουν αξιώσεις από διαφορές νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών, αναλογία επιδόματος αδείας, αποδοχών υπερημερίας, λόγω επισχέσεως εργασίας, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στους ανωτέρω ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους για τις αιτίες αυτές τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά με τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της προϋπηρεσίας, του επιδόματος γάμου και τέκνου και των ως άνω προαναφερομένων επιδομάτων των εκ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, που τους αφορούν και αξίωσαν με την αγωγή τους, καθόσον, δεν εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση α) αν ήταν κάτοχοι της απαιτούμενης επαγγελματικής άδειας χειριστού εκσκαπτικών, ανυψωτκών κλπ μηχανημάτων, κατά κατηγορία, ενός εκάστου, β) αν είχαν γνωστοποιήσει-καταθέσει την άδεια αυτή στην εργοδότρια αναιρεσείουσα και πότε ή αν ήταν γνωστή σ' αυτή και με ποιό τρόπο, (όσον αφορά τους εκ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων που προσλήφθηκαν και εργάστηκαν ως χειριστές ή βοηθοί χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων κλπ) γ) αν είχαν γνωστοποιήσει όλοι οι αναιρεσίβλητοι στην αναιρεσείουσα και με ποιό τρόπο την προυπηρεσία τους σε άλλον εργοδότη, εφόσον υπήρξε, ή έλαβε γνώση αυτής η αναιρεσείουσα με κάποιο άλλο τρόπο, δ) πραγματικά περιστατικά πραγματικής προυπηρεσίας αυτών σε προηγούμενους εργοδότες και χρόνο υπηρεσίας σ' αυτούς, ε) αν είχαν γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα και με ποιό τρόπο την προσωπική και οικογενειακή τους κατάσταση, για την καταβολή του επιδόματος γάμου και τέκνου ή αν αυτή έλαβε γνώση αυτών με άλλο τρόπο.
Επομένως ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, 2094/2014).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αν και οι ενάγοντες προσέφεραν, προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στην επιχείρηση της εναγομένης, παρά ταύτα η τελευταία δεν κατέβαλε σε αυτούς τους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς τους κατά τους μήνες Οκτώβριο του 2011 έως και Μάιο του 2012 ( εκτός από τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά για τα οποία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ), με αποτέλεσμα οι ενάγοντες, έχοντες ως μόνο πόρο ζωής την εργασία τους, ν' αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβιώσεως.
Περαιτέρω, οι όποιες υποσχέσεις της εναγόμενης περί πλήρους εξοφλήσεως, μέχρι του τέλους Απριλίου 2012, δεν υλοποιήθηκαν, συνεπεία δε αυτού οι ενάγοντες προχώρησαν, από της 4ης Μάίου 2012, σε επίσχεση εργασίας, το γεγονός δε τούτο γνωστοποίησαν αμέσως στην εναγόμενη με την κοινοποίηση εξώδικης περί τούτου δηλώσεως τους ....
Οι ενάγοντες προέβησαν στην ανωτέρω επίσχεση της εργασίας τους "καθώς η εναγόμενη δεν κατέβαλε σε αυτούς τους δεδουλευμένους μισθούς τους για εύλογο χρονικό διάστημα, ήτοι ανώτερο του πενταμήνου και συνεπώς οι τελευταίοι βρέθηκαν σε δεινή οικονομική κατάσταση, καθώς είναι μισθοσυντήρητοι και εξαρτώμενοι αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας τους. 'Αλλωστε, η εναγόμενη, γνωρίζοντας ότι τα έσοδά της παρουσίαζαν καθοδική πορεία, συνέχιζε παρελκυστικά και παραπειστικά να διαβεβαιώνει αυτούς ότι θα εξοφληθούν, επιδεικνύοντας έτσι αναξιόπιστη συμπεριφορά με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τεθούν εξαιτίας της στάσης της αυτής σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας.
Άλλωστε, σε καμία περίπτωση το κόστος των άστοχων επιχειρηματικών κινήσεων της εναγόμενης, όπως η κατάρτιση σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή, δε μπορεί να μετακυληθεί σε βάρος των εργαζομένων σε αυτή. Βέβαια οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η αδυναμία της εναγόμενης να καταβάλλει τους μισθούς τους, οφειλόταν στην γενικότερη οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά ο κύκλος εργασιών της εναγόμενης, και οι εργαζόμενοι να μην έχουν αντικείμενο εργασίας.
Ειδικότερα, αντικείμενο εργασιών της εναγόμενης ήταν η επισκευή και συντήρηση των εργοστασίων ΣΕΛΜΑΝ, ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΑΣ, ΧΑΛΙΒΟΥΡΓΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ τα οποία έκλεισαν με αποτέλεσμα η επιχείρηση να βρεθεί χωρίς αντικείμενο εργασίας στα ανωτέρω εργοστάσια που ήταν οι καλύτεροι πελάτες της. Επίσης, οι επιχειρήσεις όπως ΛΑΡΚΟ, ΤΙΤΑΝ, στις οποίες η εναγόμενη ασκούσε συντήρηση και επισκευή, αντιμετώπισαν τεράστια οικονομικά προβλήματα, έπαψαν επισκευές και συντηρήσεις με αποτέλεσμα το αντικείμενο εργασίας της εναγόμενης να μηδενιστεί.
Παρά ταύτα, η εναγόμενη δεν προχώρησε σε απολύσεις, τόσο γιατί δεν είχε τα απαραίτητα ποσά για να καταβάλλει τις κατά νόμο αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων, όσο και γιατί αν στην αγορά κυκλοφορούσε ότι απέλυσε το προσωπικό θα ήταν δύσκολο να καταρτίσει νέες συμβάσεις συντήρησης η επισκευής.
Επίσης, δεν προχώρησε στην εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας. Αντίθετα, κατέβαλε στους ενάγοντες τα δώρα εορτών 2011 όπως και έναντι μισθών, έστω και αν οι παραπάνω καταβολές που κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης καταλογίζονται στις δεδουλευμένες αποδοχές για τη χρονική περίοδο από 10.2011 έως 31.5.2012 ...Η παραπάνω καθυστέρηση των αποδοχών των εναγόντων κατά τα έτη 2011 - 2012, οφείλεται στην αδυναμία είσπραξης οφειλόμενων από πελάτες της εναγόμενης αφού και αυτοί αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα λόγω της οικονομικής κρίσης, και στην μη επιστροφή φόρου από το Δημόσιο.
Ειδικότερα, η εναγόμενη στην αναζήτηση κατά το παρελθόν, τρόπων χρηματοδότησης της παραγωγικής της λειτουργίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2003 σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή, ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει στην "ΑΒC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" όλες τις απαιτήσεις της (τιμολόγια) από την εκτέλεση των έργων που αναλάμβανε, έναντι αντίστοιχης υποχρέωσης της τελευταίας να προεξοφλεί και να καταβάλει στην εταιρεία μου, κατά τους όρους πάντα της μεταξύ μας σύμβασης, την αξία των απαιτήσεων αυτών.
Η σύμβαση ορίστηκε να έχει αόριστη διάρκεια, αρχομένη από την υπογραφή της και λήγουσα δια καταγγελίας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην σύμβαση. Μολονότι όμως η εναγόμενη τήρησε στο ακέραιο τις απορρέουσες από την ως άνω σύμβαση και την πρόσθετη πράξη αυτή, υποχρεώσεις της απέναντι στην ΑBC FACTORS, η τελευταία δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
Συγκεκριμένα, μολονότι μέχρι την 27η-4-2012 η εναγομένη είχε εκχωρήσει στην ΑΒC FACTORS τιμολόγια πελατών της, συνολικής αξίας 1.213.445,00 ευρώ, η ανωτέρω εταιρεία, παρακράτησε ποσά, που όφειλε βάσει των όρων της μεταξύ τους σύμβασης να αποδώσει στην εναγομένη, ποσού 376.914,24 ευρώ. Αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς της ΑΒC FACTORS, ήταν η ΛΑΡΚΟ να αποκλείσει την εναγομένη από την συμμετοχή της σε διαγωνισμό που προκήρυξε, κατά το διάστημα εκείνο, για την ανάδειξη μειοδότη για την ανάληψη των εργασιών που μέχρι πρότινος εκτελούσε η εναγομένη στην Λάρυμνα.
Τέλος, από την υπ' αρθμ. 878/2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης με επισπεύδουσα τη Δ.Ο.Υ Χαλκίδας, αποδεικνύεται ότι η τελευταία έχει κατάσχει ακίνητα της εναγόμενης αξίας 150.000, 120.000, 2.400.000 και 12.000 και συνολικά 2.568.000 ΕΥΡΩ, για συνολικές οφειλές 1.625.984 ΕΥΡΩ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αξιολογώντας αυτά κατά τις αρχές της ηθικής απόδειξης, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατά το χρόνο άσκησης της, εκ μέρους των εναγόντων, επίσχεσης εργασίας δεν βρισκόταν σε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, αλλά σε διαρκή και μάλιστα από τον Οκτώβριο του 2011 όταν και σταμάτησε να καταβάλει τους μισθούς των εναγόντων, καθόσον όπως και η ίδια συνομολογεί αδυνατούσε να απολύσει τους εργαζομένους λόγω οικονομικής αδυναμίας της, και χωρίς να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια προκειμένου να ανεύρει νέους πελάτες για να υποχρεώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στους ενάγοντες. 2) η αδυναμία της αυτή ήταν γενική (έναντι όλων των πιστωτών της) και όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενους, όπως η ίδια συνομολογεί σχετικά με τα χρέη της προς τη ΔOY Χαλκίδας και την απώλεια του συνόλου των πελατών της, 3) Η στάση των εργαζομένων της εναγόντων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2011, δεν συνέτεινε στην ως άνω κατάσταση της, αλλά και μετέπειτα, με την αποχή τους (με την επίσχεση εργασίας τους) από 4.5.2012 δεν προκάλεσαν δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην τελευταία, αφού η αδυναμία της αυτή, ήδη από τον Οκτώβριο του 2011 ήταν γενική, 4) Η εναγομένη αν και κατ' επανάληψη υποσχέθηκε ότι σε ορισμένο χρονικό διάστημα θα ικανοποιούσε τμηματικά τις ήδη οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων της, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται, ουδέποτε εμφανίστηκε συνεπής και δεν ικανοποίησε εγκαίρως τις απαιτήσεις των τελευταίων, παρά μόνο το δώρο Χριστουγέννων 2011 και κάποια μικρά χρηματικά ποσά, 5) η εναγομένη δεν ισχυρίζεται και δεν επικαλείται σχέδιο ρύθμισης των οφειλών της σε συμφωνία με τους πιστωτές της, συμβατική ή δικαστική, και σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης και επιστροφή της στην κερδοφορία, ούτως ώστε να μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες και διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας αυτών.
Σταθμίζοντας τα συμφέροντα των διαδίκων, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν, συνεκτιμώμενα, στο σύνολο τους, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η εναγομένη δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι έχει εκπονήσει σχέδιο με βάση το οποίο θα υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης και συνεπώς ευχέρεια καταβολής των μισθών των εναγόντων και κυρίως η διατήρηση των θέσεων εργασίας αυτών.
Άλλωστε, η εναγόμενη συνομολογεί ότι οι καλύτεροι πελάτες της έχουν κλείσει και δεν επικαλείται ότι υπάρχει σχέδιο για ανεύρεση νέων πελατών.
Συνεπώς κατά τα ανωτέρω η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και οι ενάγοντες εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίζουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους χωρίς αντάλλαγμα, αναμένοντας την ανάκαμψη της εναγομένης χωρίς ελπίδα βιώσιμης λύσης, ούτε μπορεί να επιρριφθεί σ' αυτούς ο επιχειρηματικός κίνδυνος της εναγομένης.".
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 325, 353, 648 και 656 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσιβλήτων και της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 281, 325 και 656 ΑΚ.
Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός δεν περιέχει σαφή και κατηγορηματική παραδοχή εάν υφίσταται υπαιτιότης της αναιρεσείουσας ως προς την καθυστέρηση πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, αφετέρου οι παραδοχές αυτής ότι α) οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η αδυναμία της εναγόμενης να καταβάλλει τους μισθούς τους, οφειλόταν στην γενικότερη οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά ο κύκλος εργασιών της εναγόμενης, και οι εργαζόμενοι να μην έχουν αντικείμενο εργασίας, β) ότι αντικείμενο εργασιών της εναγόμενης ήταν η επισκευή και συντήρηση των εργοστασίων ΣΕΛΜΑΝ, ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΑΣ, ΧΑΛΙΒΟΥΡΓΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ τα οποία έκλεισαν με αποτέλεσμα η επιχείρηση να βρεθεί χωρίς αντικείμενο εργασίας στα ανωτέρω εργοστάσια που ήταν οι καλύτεροι πελάτες της, γ) ότι οι επιχειρήσεις όπως ΛΑΡΚΟ, ΤΙΤΑΝ, στις οποίες η εναγόμενη ασκούσε συντήρηση και επισκευή, αντιμετώπισαν τεράστια οικονομικά προβλήματα, έπαψαν επισκευές και συντηρήσεις με αποτέλεσμα το αντικείμενο εργασίας της εναγόμενης να μηδενιστεί, δ) ότι η εναγόμενη δεν προχώρησε σε απολύσεις, διότι δεν είχε τα απαραίτητα ποσά για να καταβάλλει τις κατά νόμο αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων, αλλά και διότι αν στην αγορά κυκλοφορούσε ότι απέλυσε το προσωπικό θα ήταν δύσκολο να καταρτίσει νέες συμβάσεις συντήρησης η επισκευής, ε) ότι η καθυστέρηση των αποδοχών των εναγόντων κατά τα έτη 2011 - 2012, οφείλεται στην αδυναμία είσπραξης οφειλόμενων από πελάτες της εναγόμενης αφού και αυτοί αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα λόγω της οικονομικής κρίσης, και στην μη επιστροφή φόρου από το Δημόσιο, στ) ότι η εναγόμενη στην αναζήτηση τρόπων χρηματοδότησης της παραγωγικής της λειτουργίας, ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει στην "ΑΒC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" όλες τις απαιτήσεις της (τιμολόγια) από την εκτέλεση των έργων που αναλάμβανε, έναντι αντίστοιχης υποχρέωσης της τελευταίας να προεξοφλεί και να καταβάλλει την αξία των απαιτήσεων αυτών, ζ) ότι η εναγόμενη τήρησε στο ακέραιο τις απορρέουσες από την ως άνω σύμβαση υποχρεώσεις της, όμως η ΑBC FACTORS δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δη μέχρι την 27η-4-2012 η εναγομένη είχε εκχωρήσει στην ΑΒC FACTORS τιμολόγια πελατών της, συνολικής αξίας 1.213.445,00 ευρώ, η τελευταία παρακράτησε ποσά, που όφειλε βάσει των όρων της μεταξύ τους σύμβασης να αποδώσει στην εναγομένη, συνολικού ποσού 376.914,24 ευρώ, η) ότι αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς της ΑΒC FACTORS, ήταν η ΛΑΡΚΟ να αποκλείσει την εναγομένη από την συμμετοχή της σε διαγωνισμό που προκήρυξε, κατά το διάστημα εκείνο, για την ανάδειξη μειοδότη για την ανάληψη των εργασιών που μέχρι πρότινος εκτελούσε η εναγομένη στην Λάρυμνα, θ) ότι η Δ.Ο.Υ Χαλκίδας έχει κατάσχει αναγκαστικώς ακίνητα της εναγόμενης αξίας 150.000, 120.000, 2.400.000 και 12.000 και συνολικά 2.568.000 ΕΥΡΩ, για συνολικές οφειλές 1.625.984 ΕΥΡΩ, ι) ότι η εναγομένη κατά το χρόνο άσκησης της, εκ μέρους των εναγόντων, επίσχεσης εργασίας δεν βρισκόταν σε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, αλλά σε διαρκή και μάλιστα από τον Οκτώβριο του 2011 όταν και σταμάτησε να καταβάλλει τους μισθούς των εναγόντων, καθόσον αδυνατούσε να απολύσει τους εργαζομένους λόγω οικονομικής αδυναμίας της, δεν τελούν σε θετική αναφορά προε την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η επίσχεση εργασίας δεν υπήρξε καταχρηστική.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 KΠολΔ ως βάσιμου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 9ο, 10ο, 13ο, 16ο, 17ο, 18ο και 19ο, καθόσον τα επιδόματα προϋπηρεσίας ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό όλων των επιμέρους επιδικασθέντων ποσών (δεδουλευμένα, μισθοί υπερημερίας) και επηρεάζουν αναγκαίως το ύψος τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθ. 580 § 3 KΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 2ο, 3ο, 7ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 20ο, και 21ο των αναιρεσίβλητων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
Αναιρεί την 133/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοίας, ως προς τους αναιρεσιβλήτους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 9ο, 10ο, 13ο, 16ο, 17ο, 18ο και 19ο, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ