Legislator Case Law & Legislation
719/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to respondent's absence and lack of legal summons.

Case Number 719/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Patras. The respondent failed to appear at the hearing and did not submit a declaration as required by law, while the appellant accelerated the proceedings. The court ruled the appeal inadmissible because the respondent was legally summoned and present, rendering the absence procedural rather than substantive.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the acceleration of proceedings when a party is absent; if the opposing party accelerates the hearing, the court verifies whether the absent party was legally and timely summoned, and if so, proceeds with the discussion despite their absence.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural default legal summons acceleration of proceedings absence of party Code of Civil Procedure court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 14/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 719/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Θ. του Π., κατοίκου ..., οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α) Π. Θ. του Γ., β) Μ. - Κ. Θ. του Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 15.7.2021 αίτηση του Γ. Θ. κατά της Μ. Ρ., για αναίρεση της με αριθμό 81/2021 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος και επισπεύδει τη συζήτηση, υπ` αριθμ. ../2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο της Πάτρας Γ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ` αυτήν, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντα νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1Α, 128, 230 παρ. 2, 498, 568 ΚΠολΔ).

Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ.β, 309 εδ.α, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ 1β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 925/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και δη α) από το υπ' αρ. …./2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών και β) από την υπ` αριθμ. …/.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Γ.

Τ., προκύπτει ότι η άνω απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη στις 23.6.2021 και αυτή δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης δεκαπενθήμερης προθεσμίας, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας και δη στις 15-7-2021 κατατέθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ως εκ τούτου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ως κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνος, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 608/2008).

Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/42 και η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 11 του ν.δ. 4189/1961, 70 παρ. 3 και 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012, διότι οι διατάξεις αυτές εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, που καθορίζουν, ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου, στις οριζόμενες σ' αυτές υποθέσεις, στο πλαίσιο όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, αλλά του δικονομικού δικαίου, ήτοι των κανόνων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1077/2014, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου δικαστικού ενσήμου ο ενάγων θεωρείται, ότι δικάζεται ερήμην και, συνεπώς σε περίπτωση παράβασης αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον ο από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 235/2022, ΑΠ 1485/2018) και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και όταν ο τελευταίος δικάσθηκε αντιμωλία (ΑΠ 1293/2018, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 116/2016, ΑΠ 491/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 αιτίαση, ότι το Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας που προκλήθηκε από την μη καταβολή δικαστικού ενσήμου. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ' αρ. 1019/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι για την συζήτηση της από 2-5-2017 αγωγής της αναιρεσίβλητης καθ' ο μέρος κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με το υπ άρ.

…… διπλότυπο είσπραξης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, (ΑΠ 1320/2010) αφού, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων για το δικαστικό ένσημο, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, η όποια δε απόπειρα θεμελίωσης του λόγου αυτού στον αρ. 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως ερειδόμενη επί αναληθούς προϋποθέσεως ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα δικάστηκε κατ' αντιμωλία, για το λόγο ότι ανελέγκτως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι η ενάγουσα κατέβαλε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, είναι αβάσιμη (πρβλ.

ΑΠ 2031/2017). Σύμφωνα με το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικά τα άρθρα 315 επ.

Κ.Πολ.Δ., αφού δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία και στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης (πρβλ ΑΠ 89/2021, ΑΠ 814/2013, ΑΠ 41672/2001). Με τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ θεσπίζεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να διορθώσει την απόφασή του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μη οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη, χωρίς να αποτελεί παράβαση των αρχών του δεδικασμένου, έστω και αν επέρχεται μεταβολή του διατακτικού της, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξή της εμφιλοχώρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, δηλαδή σφάλματα που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού που θέλησε το δικαστήριο και εκείνου που διατυπώθηκε στην απόφαση ή σε μαθηματικό εσφαλμένο υπολογισμό και όχι σε διαγνωστικά σφάλματα ή σφάλματα που αναφέρονται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας ουσιαστικής διατάξεως νόμου (ΑΠ 1078/2020, 89/2020 ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 316 ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε με λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης. Η διάταξη δε του άρθρου 315 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα, για διόρθωση ή ερμηνεία αποφάσεων είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 128/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως, υπό στοιχείο 2 "Πλημμέλεια 559 αρ. 1 ΚΠολΔ" ότι: "η προσβαλλομένη υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια εφαρμόζοντας τα άρθρα 1389,1390, 1391 ΑΚ και επιδικάζοντας διατροφή ατομικά στην αντίδικο για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής, την 2.5.2017, δηλαδή μέχρι 2.5.2020, ενώ κατά τις παραδοχές της (ανωτ.

υπό Α7 ) ο γάμος μας λύθηκε αμετάκλητα την 10.10.2018, επομένως για το μετέπειτα χρονικό διάστημα δεν καλούνται σε εφαρμογή τα ανωτέρω άρθρα, αλλά το άρθρο 1442 ΑΚ. Κατά τον τρόπο αυτό η προσβαλλομένη παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η λύση του γάμου απαιτεί διαφορετική ιστορική βάση, που δεν περιέχει καθόλου η ένδικη αγωγή, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να περιέχει, καθόλου η ένδικη αγωγή, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να περιέχει αφού κατά τον χρόνο της ασκήσεως της ο γάμος δεν είχε λυθεί αμετάκλητα." Ζήτησε δε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά το κεφάλαιο της με το οποίο επιδικάζει διατροφή λόγω διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως από εύλογη αιτία για το χρονικό διάστημα μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: " οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο Θρησκευτικό γάμο 7 Ιανουαρίου 2008 τον Ι.

Ν. Α. Ε. στην ……, απέκτησαν δύο τέκνα, τον Π….., που γεννήθηκε την 15η Ιουλίου 2008, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, περίπου 9 ετών και τη Μ. - Κ., 6 Μαρτίου 2010, ηλικίας, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, περίπου 7 ετών. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από εύλογη αιτία εκ μέρους της ενάγουσας και δη από υπαιτιότητα του εναγομένου, τον Ιανουάριο του 2016, λόγω εξωσυζυγικής σχέσης που διατηρούσε ο τελευταίος, οπότε και εγκατάλειψε την συζυγική στέγη και έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση και ζουν χωριστά.

Από τις 10.10.2018 κατέστη αμετάκλητη η υπ' αρ. 470/29.6.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία λύθηκε ο γάμος τους" και "με βάση τις ανάγκες των διαδίκων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τη χωριστή τους διαβίωση, η διατροφή, την οποία δικαιούται η ενάγουσα από τον εναγόμενο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου τους που επήλθε στις 10. 10.2018, ανέρχεται στο ποσό των 100 ευρώ τον μήνα, ενώ με το υπόλοιπο ποσό βαρύνεται η ίδια.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, το προαναφερόμενο ποσοστό συμμετοχής στην ανάλογη τακτική διατροφή της δικαιούχου συζύγου, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω να καταβληθεί για χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, προκαταβολικά, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, νομιμότατά από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε δόσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως (άρθρα 340 341 και 345 ΑΚ ), να απορριφθεί, δε για την πλέον του ως άνω ποσού και πέραν του χρονικού διαστήματος της 10.10.2018 αιτούμενη για διατροφή της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη." Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όμως στο διατακτικό υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα ατομικά στην ίδια, ως τακτική διατροφή της το ποσό των εκατό (100,00) ευρώ προκαταβολικά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ήτοι και για το πέρα της 10.10.2018 διάστημα.

Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που αναπτύσσονται παραπάνω, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως σε περίπτωση που η απόφαση δεν αποδίδει στο διατακτικό τη διατυπωμένη στο αιτιολογικό βούληση του Δικαστηρίου, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο διόρθωσης αποφάσεως, οι δε διατάξεις των άρθρ. 315, και 316 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και επομένως οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 παρ. 1 και 681 Β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών καθορισμού διατροφής συζύγου για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ'του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1202/2013, ΑΠ 1622/2010).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία, στην περίπτωση που, παρά τη γενική έκφραση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και κυρίως έγγραφο ή στην περίπτωση, κατά την οποία από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 704/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ'ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε νόμιμα και αφορούσε το ύψος της συνεισφοράς του στη διατροφή της συζύγου του, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προσκομισθέν, με επίκληση στις έγγραφες προτάσεις του το από 12.12.2017 έντυπο Ε9, της φορολογικής διοίκησης στο όνομα της αναιρεσίβλητης όπου αναφέρεται η ακίνητη περιουσία της στο Κ.

Κ., ήταν δε κρίσιμο για την συνεκτίμηση της αξίας του εν λόγω ακινήτου, ως στοιχείο υπολογισμού της συμβολής της στην ιδία διατροφή της, οπότε θα είχε προσθέσει την αξία αυτού στα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης και θα είχε εντάξει αυτό στην περιουσία της, με αποτέλεσμα διαφορετική συνεισφορά του καθενός στην υποχρέωση διατροφής του άλλου υπό καθεστώς εγγάμου συμβιώσεως, και όχι σ' αυτήν που όρισε.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με τις ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της εφέσεως του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή του, επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του το από 12.12.2017 έντυπο Ε9, της φορολογικής διοίκησης στο όνομα της αναιρεσίβλητης όπου αναφέρεται η ακίνητη περιουσία της στο Κ.

Κ.. Παράλληλα, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή ενώ οι ανάγκες για τη διατροφή και συντήρησή της (τροφή, ένδυση, υπόδηση, πληρωμή λογαριασμών ΔΕΚΟ), όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, ανέρχονται στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ, ενώ από την εργασία της αποκερδαίνει το ποσό των 399,86 ευρώ.

Στο συμπέρασμά του δε αυτό κατέληξε, σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπόψη ".. την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της, από τα έγγραφα τα οποία επαναπροσάγει και επανεπικαλείται ο παρών διάδικος, τα δικαστικά τεκμήρια..".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και το σύνολο των αιτιολογιών της συμβαλλόμενης απόφασης επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών καθίσταται βέβαιο και δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση του ανώτερου εγγράφου μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, δεδομένου μάλιστα ότι ο αναιρεσείων όλως αορίστως ισχυρίζεται ότι η ακίνητη περιουσία στο Κ.

Κ. είναι ικανής αξίας χωρίς όμως να την προσδιορίζει, με αποτέλεσμα αφενός μεν να μην είναι ούτε ουσιώδης ούτε σοβαρή η ειδικότερη μνεία του ανωτέρω εγγράφου και αφετέρου να μην μπορεί να προσμετρηθεί στην έννοια της περιουσίας για την εξεύρεση της συνεισφοράς στη διατροφή μεταξύ των συζύγων. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμα αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.7.2021 αίτηση του Γ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ