Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim lacking specific prior conduct evidence under Article 281 AC. The court rejects the argument that mere inaction constitutes bad faith. The decision upholds the lower court's ruling on procedural and substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance judgment regarding property ownership. The appellants argued that the respondent's claim was an abuse of right under Article 281 of the Civil Code due to the respondent's 19.5 years of inaction and alleged bad faith. The court held that without specific evidence of prior conduct rendering the exercise of rights unacceptable, mere inaction does not constitute bad faith or abuse of right, thus rejecting the appeal as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The exercise of a right is not considered an abuse of right merely due to the opponent's long-term inaction unless specific prior conduct demonstrates a violation of good faith or social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 719/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1.Β. Σ. Δ., 2Δ. Σ. Δ., 3.Ε. χήρας Σ. Δ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διαμάντη Παπανικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2007 μη οριστική, 225/2009 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 605/2011 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-9-2012 αίτησή τους, την οποία επαναφέρουν προς συζήτηση, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών, με την από 3-6-2019 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη, ανέγνωσε την από 8-5-2019 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπανδρέου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις .../27-11-2018και.../15-7-2919 εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητριών της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας Ε.
Γ. και Α. Ν. αντίστοιχα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-5-2019 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ομοίως δε, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, μετά ματαίωση, δικάσιμο αντίγραφο της κλήσης επιδόθηκε στη σύνοικο σύζυγό του Δ.
Γ. Μ.. Όμως, ο τελευταίος κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο αυτή ,δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τα άρθρα 242 παρ 2 και 573 παρ 1 ΚΠοΛΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κλητευθέντος ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (αρθ 576παρ 2 ΚΠοΛΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1KΠολΔη ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.
Συνεπώς, η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (Ολ ΑΠ 498/1978,ΑΠ365/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προέκυψε ότι το Εφετείο μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: <Ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ν. Φ. Γ. ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εμβαδού 10000 τ.μ., περίπου, που βρίσκονται στη θέση "...
του δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου Αγιάς Ν .Λάρισας. Κατά το έτος 1974 προέβη σε κατάτμηση της εν λόγω εκτάσεως σε επτά (7) τμήματα ,όπως εικονίζονται στο από Απρίλιο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του άνω διορισθέντος με την προαναφερόμενη αριθμ. …/2007 (συν)εκκαλουμένη απόφαση πραγματογνώμονος, τα οποία στη συνέχεια πώλησε σε τρίτους.
Δυνάμει του αριθμ. .../4-2-1974 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Κ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς Ν. Λάρισας στον τόμο …, με αριθμό ... ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Θ. Α. Λ. απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή του υπό στοιχείο2 ακινήτου, εμβαδού 2.000 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν, ανατολικώς με δρόμου ..., δυτικώς με αγρό Γ.
Ι. Γ., βορείως και νοτίως με υπόλοιπη ιδιοκτησία Ν. Φ. Γ., όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Μ., υπό στοιχεία .... Ο άνω κύριος και νομέας του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του αριθμ. .../19-12-1985 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ.
Δ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς Ν.Λάρισας, στον τόμο … με αριθμό …,πώλησε και παρέδωσε το ακίνητο αυτό στον ενάγοντα, ο οποίος με τον τρόπο αυτό απέκτησε την κυριότητα και τη νομή του, από αληθή κύριο και νομέα... Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποδεικνύονται από τη δικαστική ομολογία του εναγομένου Σ.
Α. Δ., που περιέχεται στις από 30-11-2006 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αυτός ομολογεί στις αριθμ. 8 και 9 σελίδες των εν λόγω προτάσεών του ,ότι "ο Ν. Φ. Γ. είχε από το έτος 1941 στην κυριότητα νομή και κατοχή του ένα αγρό εκτάσεως 10.000 τ.μ. περίπου, εκ του οποίου πώλησε και μεταβίβασε διαιρετά και κεχωρισμένα τμήμα στον Θ.
Α. Λ., δυνάμει του αριθμ. .../4-2-1974 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Κ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα, εμβαδού 2.000 τ.μ., όπως εμφανίζεται στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Μ. υπό στοιχείο ...,• συνορευόμενο γύρωθεν, ανατολικά με δρόμο ..., δυτικά με αγρό Γ. Ι. Γ., βόρεια και νότια με υπόλοιπο αγρό του πωλητή Ν.
Γ. και ότι με τον τρόπο αυτό ο αγοραστής Θ. Α. Λ. κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος της έκτασης αυτής. Ότι ο ενάγων αγόρασε το ανωτέρω αγροτεμάχιο του Θ. Α. Λ. απ' αυτόν , δυνάμει του αριθμ. .../19-12-1985 πωλητήριου συμβολαίου της 1 συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Δ.-Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι αυτός κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού ακριβώς του ακινήτου".
Επομένως, πλήρως παράγεται απόδειξη κατά το άρθρο 352 παρ.1 ΚΠολΔ, περί του ότι ο ενάγων ήταν κύριος και νομέας του προαναφερόμενου ακινήτου τουλάχιστον κατά την 19-12-1985, κατά την οποία ο δικαιοπάροχός του Θ. Λ. του παρέδωσε την κυριότητα και τη νομή αυτού. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω αποδείξεις αποδείχθηκε, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού πλέον κατά την εκκαλουμένη οριστική απόφαση 1160,30 τ.μ. (εφόσον με την ένδικη έφεση το εν λόγω κεφάλαιο της μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο προς έρευνα...), αποτελεί τμήμα του πιο πάνω υπό στοιχείου 2 ακινήτου, του οποίου ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα και νομή δυνάμει του ανωτέρω αριθμ. .../19-12-2005 συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος.
Τούτο αποδεικνύεται ιδίως, από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης η οποία δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και στην οποία ρητά αναφέρεται, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 1160,30 τμ περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Εφόσον δε το επίδικο αποτελεί τμήμα του εν λόγω ακινήτου, του οποίου ...
ο ενάγων ήταν κύριος και νομέας κατά την 19-12-2005 αυτός ήταν κύριος και νομέας κατά το χρόνο αυτό και του επιδίκου. Ο ενάγων (ευνεναγόμενος), ο οποίος δυνάμει του αριθμ. .../16-2-1974 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Κ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς είχε αποκτήσει την κυριότητα του παρακειμένου, προς βορράν του πιο πάνω ακινήτου του ενάγοντος, αγρού εκτάσεως 2.000 τμ, από αγορά από τον προαναφερόμενο ιδιοκτήτη Ν.
Φ. Γ., αυθαιρέτως κατέλαβε την ως άνω επίδικη έκταση) σε χρόνο που δεν αποδείχθηκε επακριβώς (αλλά πάντως μετά την 19-12-2005, εφόσον όπως προεκτέθηκε κατά το χρόνο αυτό νομέας του επιδίκου ήταν ο ενάγων), την ενσωμάτωσε στην παρακείμενη ιδιοκτησία του και την κατείχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ακόμη δε κι αν ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο την 20-12-1985 και έκτοτε άρχισε να ασκεί επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής- αποβάλλοντας έτσι τον ενάγοντα από τη νομή αυτού, την οποία με τον τρόπο αυτό απώλεσε, εφόσον έπαυσε η φυσική του εξουσία...- συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παρήλθε μέχρι την εν λόγω άσκηση (που έγινε ...
με την κατάθεση των δικογράφων της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8-7-2005 και την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 15-7-2005), χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών, ώστε να καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του, που αποτελεί ένσταση κατά της (κύριας) βάσης της αγωγής περί κτήσης της κυριότητας με παράγωγο τρόπο..., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τα ίδια δεχόμενο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του με ανάλογη αιτιολογία, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε ως προς το συγκεκριμένο θέμα και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο (αρχικώς) εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εφόσον δε ...,ο ως άνω διαδρόμων χρόνος δεν επαρκεί για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου εκ μέρους του εναγομένου με έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από γεωπόνο και αυτοψίας στο επίδικο, όπως ζήτησε πρωτοδίκως ο εναγόμενος.
Για τον ίδιο εξάλλου λόγο, είναι απορριπτέο το αίτημα των εκκαλούντων περί διενέργειας αυτοψίας στο επίδικο, που υπέβαλαν με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ούτε ασκεί έννομη επιρροή, μετά το γενόμενο δεκτό, ότι ο εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ο ισχυρισμός αυτού, ότι ο ενάγων εξωδίκως ομολόγησε ότι δεν είχε περιφράξει την επίδικη έκταση μέχρι την 22-4-2005>.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ11βΚΠοΛΔ και δη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη δικαστική ομολογία του εναγομένου, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δικαστικής ομολογίας του εναγομένου ως προς την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, η οποία συνίστατο στην κτήση κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο (με το .../19.12.1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο) από αληθινό κύριο και όχι ως προς την ένσταση του εναγομένου για κτήση κυριότητας από τον ίδιο με έκτακτη χρησικτησία, που προβλήθηκε για την αντίκρουση της προαναφερόμενης αγωγικής βάσης και απορρίφθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ11βΚΠοΛΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, επειδή αντιτίθεται στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες μ` αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται για την απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρύ χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της εν λόγω κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/16). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα προκύπτουν τα ακόλουθα :<...Περαιτέρω ο εκκαλών υποστηρίζει, ότι ο εφεσίβλητος ασκεί καταχρηστικώς το επίδικο δικαίωμά του, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής : "αν τυχόν ήθελε προς στιγμή κριθεί, ότι δεν απέκτησα την κυριότητα του επιδίκου ούτε παραγώγως, δυνάμει συμβάσεως αγοραπωλησίας του έτους 1974, ούτε πρωτοτύπως δι' εκτάκτου χρησικτησίας, πρέπει εν πάση περιπτώσει να γίνει δεκτό, ότι ο αντίδικος μου ασκεί τη διεκδικητική αγωγή του προφανώς, εναντίον της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της κυριότητας, αφού επί 19,5 έτη ασκούσα όλες τις εκτεθείσες στο ιστορικό πράξεις νομής υπό τα όμματά του και χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία ή άλλως την εναντίωση εκ μέρους αυτού, ο οποίος έτσι μου δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ τη διεκδικητική αγωγή εναντίον μου.
Υπό τα δεδομένα αυτά η συμπεριφορά του ενάγοντος είναι προφανώς καταχρηστική κατά την ΑΚ 281 και η αγωγή ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί". Ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρεται παραδεκτώς ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, αφού είχε προβληθεί και πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος. Δεν είναι όμως νομικά βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο γιατί τα πιο πάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου καταχρηστική, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης προηγηθείσας συμπεριφοράς του ενάγοντος , η οποία καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, όπως απαιτείτιαι, μόνη δε η επικαλούμενη μακρά αδράνεια του ενάγοντος δεν αρκεί για την θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης >.
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει την ένδικη διεκδικητική αγωγή με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης προηγηθείσας συμπεριφοράς του ενάγοντος, η οποία καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ένδικου δικαιώματος.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, που έκρινε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ,που είχε απορρίψει σιωπηρά τη σχετική ένσταση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, ο δε λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος και συνακόλουθα απορριπτέος .Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495παρ 3ΚΠολΔ).Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν ελλείψει αιτήματος αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2012 αίτηση αναίρεσης των Β. Δ., Δ. Δ. και Ε. χας Σ. Δ. κατά της 605/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας .
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ