Legislator Case Law & Legislation
719/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding misapplication of contract interpretation rules.

Case Number 719/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the appellate court violated contract interpretation rules by failing to apply good faith principles when filling gaps in the employment contract. The court rejected this claim as inadmissible because the appellant failed to demonstrate that the lower court actually identified a gap in the parties' intent or misapplied the relevant legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; An appeal based on the violation of contract interpretation rules is inadmissible if the lower court did not identify a gap in the parties' intent or misapply the rules when filling such a gap.

Keywords

AI generated
cassation appeal contract interpretation good faith principle gap in intent inadmissibility employment contract civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σαρατσιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/ΕΡ-ΔΙ/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1435/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 14-12-2017 και με αριθ. κατάθ. 308/18-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1435/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 16-1-2015 και με αριθ. κατάθ.7/ΕΦ/2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και της με τις προτάσεις ασκηθείσας αντέφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθ.48/ΕΡ-ΔΙ/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η άνω αντέφεση του ενάγοντος και έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η ανωτέρω έφεση της εναγομένης κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 15-6-2011 και με αριθ.

κατάθ.2293/ΕΡ-ΔΙ/135/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, μετά δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. 'Ετσι, ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και, γενικά, τους όρους παροχής αυτής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε, όμως, με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα καταχρηστικά.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 652 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α` του ν. 2112/1920, που ορίζει ότι πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλαπτική για τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, συνάγεται ότι μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται με αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως.

Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως ή γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1252/2014, 24/2014, 1221/2013).Εξ άλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 809/2014, 1694/2012).

Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, εφ` όσον η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ήταν αορίστου χρόνου και λειτούργησε για περισσότερο από δύο μήνες, δεν μπορεί να συντελεσθεί εγκύρως, χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία, η οποία πρέπει να γίνει με τήρηση προθεσμίας ανάλογης προς τα χρόνια υπηρεσίας.

Εάν δεν τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό αποζημίωση ίση με το σύνολο των τακτικών αποδοχών, τις οποίες θα έπρεπε να του έχει καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα προ του οποίου όφειλε να τον προειδοποιήσει για την καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για το κύρος της καταγγελίας μιας σύμβασης ή σχέσης παροχής εξαρτημένης εργασίας μισθωτού πρέπει ο εργοδότης, πέραν των άλλων υποχρεώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα, να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό, πλήρη, την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης(ΑΠ 1402/2017, ΑΠ 833/2015, ΑΠ 1691/2012).

Περαιτέρω για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης του ν.2112/1920 λαμβάνεται υπόψη η κατά τον χρόνο της απολύσεως ιδιότητα του απολυομένου μισθωτού ως υπαλλήλου ή εργάτη, χωρίς να ασκεί επιρροή η τυχόν προγενέστερη διαφορετική ιδιότητά του(ΑΠ 760/1981, βλ. και Ατομικό Εργατικό Δίκαιο Γ. Λ. -Κ. Π. έκδοση 2011, σελ. 851).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 3.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 15-6-2011 αγωγή εξέθετε ότι την 1-9-1991, προσλήφθηκε από την εταιρεία "... Α.Β.Ε.Ε." με την ειδικότητα του οδηγού με διαρκή πενθήμερη απασχόληση και στη συνέχεια από το έτος 1998 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, ως οδηγός, αφού αναγνωρίσθηκε από την εναγομένη ο χρόνος προϋπηρεσίας του στην πρώτη εταιρεία.

Ότι ενώ το προγενέστερο χρονικό διάστημα ο ενάγων εργαζόταν ως οδηγός, μετά από πιέσεις του υπεύθυνου της εναγομένης εταιρείας Γ. Χ., από τις αρχές Αυγούστου του έτους 2010, δέχθηκε να μετατραπεί η ειδικότητά του από αυτήν του οδηγού σε αυτή του ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη τον Νοέμβριο του 2010, με την υπόσχεση ότι δεν θα απολυθεί απ'αυτήν και ότι θα ελάμβανε τον ίδιο μισθό χωρίς μειώσεις.

Ότι στη συνέχεια η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας καταβάλλοντάς του το ποσό των 3.053,75 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ της πλήρους αποζημίωσης απόλυσης για τους εργατοτεχνίτες και στη συνέχεια το υπόλοιπο ποσό. Με βάση αυτό το ιστορικό, επικαλούμενος ότι η μεταβολή της σύμβασης εργασίας του από οδηγό σε ανειδίκευτο εργατοτεχνίτη έγινε καταχρηστικά με σκοπό τη μη καταβολή από μέρους της εναγομένης της πλήρους αποζημίωσης απόλυσης, που δικαιούτο ως οδηγός, η οποία, σύμφωνα με τα 19 έτη προϋπηρεσίας του και τις μηνιαίες μεικτές αποδοχές του, ποσού 1.361,01 ευρώ, ανέρχονταν σε 23.817,68 ευρώ αντί του ποσού των 6.107,50 ευρώ, που έλαβε, ως αποζημίωση απόλυσης ως εργατοτεχνίτης, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 17.710,18 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης, επικουρικά δε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχτηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.710,16 ευρώ, νομιμότοκα από 29-12-2010. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη και αντέφεση με τις προτάσεις ο ενάγων και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, εφόσον, κατά τα επικαλούμενα σ' αυτήν, ο ενάγων, κατά το χρόνο της απόλυσης, είχε την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη, οπότε ορθά υπολογίστηκε η αποζημίωση απολύσεώς του, με βάση αυτή την ειδικότητα, χωρίς να ασκεί επιρροή η επικαλούμενη προγενέστερη διαφορετική ιδιότητά του.

Ούτε το αγωγικό αίτημα μπορεί να θεμελιωθεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (ειδικότητας) του ενάγοντος, οπότε και θα μπορούσε αυτός να θεωρήσει αυτήν, ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει την καταβολή της αποζημίωσης με βάση την προγενέστερη ειδικότητα του, καθόσον ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή, ότι αποδέχτηκε τη μεταβολή της ειδικότητας, οπότε δεν υφίσταται μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας του εκ μέρους του εργοδότη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω.

Τέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως καταχρηστική, η καταβολή μειωμένης αποζημίωσης από τον εργοδότη, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δικαίωμα, το οποίο θα μπορούσε να ασκηθεί καταχρηστικά, αλλά υποχρέωση του τελευταίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε την αγωγή, ως νόμιμη, και, στη συνέχεια, και, ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, γι'αυτό και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και, ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να δικαστεί στην ουσία της η ανωτέρω αγωγή και ακολούθως να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη".

4. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, (όπως ισχύει το τελευταίο μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997), καθόσον, εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι τον χρόνο απόλυσής του (28-12-2010), κατόπιν συμβάσεως με την εναγομένη, συμφώνησε στην μετατροπή της ιδιότητας που απασχολείτο στην τελευταία, από αυτήν του οδηγού (υπαλλήλου), σε αυτήν του ανειδίκευτου εργάτη, για την εξεύρεση του ύψους της αποζημίωσης, η οποία υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας του πριν την απόλυση, λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του μισθωτού κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης και εν προκειμένω εφόσον ο ενάγων τον τελευταίο μήνα είχε την ιδιότητα του ανειδίκευτου εργάτη, ορθά υπολογίστηκε η αποζημίωση απόλυσής του με αυτήν του την ιδιότητα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα, ότι δηλαδή η αποζημίωσή του έπρεπε να υπολογιστεί με την προηγούμενη του χρόνου της απόλυσής του ιδιότητα, ήτοι αυτής του υπαλλήλου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 5. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ.

β` του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση με βάση αυτές της εννοίας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Αν η παραβίαση αυτή υπάρχει στην εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1231/2012). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων αυτών προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 1002/2017 ΑΠ 951/2015, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009). Επίσης οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων και όχι για την ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου.

6. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια παραβίασης από την αναιρεσιβαλλομένη, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και δη των άρθρων 200 ΑΚ της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αναφορικά με την συμπλήρωση του κενού της τροποποιητικής σύμβασης (ήτοι της σύμβασης αλλαγής της σχέσεως εργασίας του αναιρεσείοντος από υπαλλήλου ως οδηγού σε ανειδίκευτο εργάτη), ότι δηλαδή για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, διατηρείται όχι μόνο το ύψος των αποδοχών του, αλλά και ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης με βάση την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι με βάση αυτήν του ανειδίκευτου εργάτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το εφετείο διαπίστωσε κενά στην βούληση των συμβαλλομένων στην άνω τροποποιητική σύμβαση και αναγκάστηκε να προβεί σε ερμηνεία της και ότι κατά την ερμηνεία της παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου του κανόνος δικαίου που εφαρμόστηκε(άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2017(αριθ. κατάθ. 22364/308/2017) αίτηση περί αναιρέσεως της 1435/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ