Legislator Case Law & Legislation
719/2018 AI generated

719/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 719/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων με την ένδικη, από 1-7-2014 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων (με αριθμό κατάθεσης ...2014), επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο στα Χανιά, την 20-11-2008, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως οδηγός του κατά ποσοστό 50% επίκοινου λεωφορείου αμφοτέρων, εκτελώντας τα προγραμματισμένα από το ...

Legislator headnote

AI generated

719/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified offences against public transport traffic violations taxi operating license unpaid fines common transport policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 719/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημοσθένη Χαριτάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν η 555/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 38/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων με την ένδικη, από 1-7-2014 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων (με αριθμό κατάθεσης ...2014), επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο στα Χανιά, την 20-11-2008, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως οδηγός του κατά ποσοστό 50% επίκοινου λεωφορείου αμφοτέρων, εκτελώντας τα προγραμματισμένα από το ...

δρομολόγια κατά τα ειδικότερα σ’ αυτήν αναφερόμενα. Ότι ο εναγόμενος την 16-11-2012 προσέλαβε ως οδηγό του εν λόγω λεωφορείου τρίτο πρόσωπο, προκειμένου να απασχολείται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο εκάστου μηνός, μη αποδεχόμενος έκτοτε την πλήρη απασχόληση του ενάγοντος. Ότι η ενέργεια αυτή συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή στους όρους εργασίας του ενάγοντος και αποκρούεται από αυτόν.

Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ως υπερήμερος εργοδότης να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 16-11-2012 έως τον Ιούνιο 2014 το συνολικό ποσό των 12.641,76 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 555/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη, με την κρίση ότι η αγωγή, αν και είχε ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας, είχε ασκηθεί από τον ενάγοντα εκπροθέσμως, ήτοι μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/ 1955.

Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε έφεση και επ’ αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 38/ 2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή από ουσιαστική άποψη. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

2. Από τα άρθρα 785, 786, 787, 788 και 794 ΑΚ, που ρυθμίζουν την κοινωνία δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, συνάγεται ότι κάθε κοινωνός δικαιούται να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών, ότι έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού πράγματος, ότι η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς και ότι ο καθένας ενέχεται έναντι των λοιπών, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντηρήσεως, της διοικήσεως και της χρησιμοποιήσεως αυτού.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.2 του ν. 2963/2001 "Οργάνωση Μεταφορών με Λεωφορεία κλπ", καθορίζεται η διαδικασία μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρίες και η ευχέρεια των ιδιοκτητών λεωφορείων είτε να τα εισφέρουν κατά κυριότητα είτε να τα εκμισθώνουν στις ΚΤΕΛ ΑΕ, διαθέτοντας και οδηγό για την κυκλοφορία τους.

Με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.3 και 4 παρ.2 της ΥΑ Οικ.1189/37/2003 "Βασικοί Όροι Συμβάσεων Μίσθωσης Λεωφορείων στις ΚΤΕΛ ΑΕ", ορίζεται ότι οι ιδιοκτήτες των ως άνω λεωφορείων έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν στις ΚΤΕΛ ΑΕ τη χρήση του λεωφορείου με τον αντίστοιχο οδηγό, ο οποίος πρέπει να έχει τα νόμιμα προσόντα και με του οποίου τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές επιβαρύνονται οι ίδιοι.

Με τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ κλπ" ορίζεται ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες αυτών, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν διαρκώς το οικείο ΚΤΕΛ ως προς την κατάρτιση και τη λύση ή λήξη εκάστης συμβάσεως εργασίας.

Επίσης, παρέχεται η ευχέρεια στους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες να αναλαμβάνουν ή να παύουν οι ίδιοι την οδήγηση του λεωφορείου αυτοπροσώπως, με την πρόσθετη υποχρέωση να καταθέτουν στο ΚΤΕΛ υπεύθυνη δήλωση ως προς το ζήτημα αυτό. Με το άρθρο 17 παρ.1 του ν. 2119/1952 "Συγκοινωνία με Λεωφορεία" ορίζεται ότι οι οδηγοί λεωφορείων αποτελούν προσωπικό των ιδιοκτητών των λεωφορείων, από τους οποίους και προσλαμβάνονται, αλλά η αντιμισθία τους καταβάλλεται από το οικείο ΚΤΕΛ.

Και, τέλος, με το άρθρο 2 παρ.4 του β.δ. 235/1968 "Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" ορίζεται ότι οι οδηγοί των λεωφορείων, οι οποίοι προσλαμβάνονται και απολύονται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου, δεν έχουν εργοδότη το ΚΤΕΛ, αλλά τον ιδιοκτήτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τις περί κοινωνίας διατάξεις του ΑΚ, συνάγεται ότι τα ΚΤΕΛ μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες είτε με εισφορά στην εταιρία της κυριότητας των λεωφορείων από τους μετόχους των ΚΤΕΛ είτε με την ανάληψη της υποχρεώσεως εκτελέσεως μεταφοράς προσώπων εκ μέρους των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία είναι κύριοι ή συγκύριοι των εντεταγμένων στα ΚΤΕΛ λεωφορείων.

Στη δεύτερη περίπτωση, τα λεωφορεία εκμισθώνονται στην ανώνυμη εταιρία. Οι οδηγοί έχουν εργοδότη τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, προσλαμβάνονται και απολύονται από αυτούς και η σύμβαση εργασίας κατατίθεται υποχρεωτικώς στο οικείο ΚΤΕΛ. Ο μισθός, όμως, των οδηγών καταβάλλεται από το ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις και καταλογίζεται περιοδικώς στις δαπάνες λειτουργίας του λεωφορείου, που αφαιρούνται για την ανεύρεση των καθαρών κερδών, τα οποία αποτελούν τα ωφελήματα του λεωφορείου σύμφωνα με τον προορισμό του και αποδίδονται στον ιδιοκτήτη ή τους συνιδιοκτήτες ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους (ΑΠ 188/1995).

Πέραν των προσλαμβανομένων με σύμβαση εργασίας οδηγών, δικαίωμα να χρησιμοποιούν λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ και, ειδικότερα, να εργάζονται ως οδηγοί αυτού έχουν και ο κύριος ή οι συγκύριοι του λεωφορείου. Στην περίπτωση της συγκυριότητας, εκτός από αντίθετη συμφωνία, δεν δημιουργείται σχέση εξαρτημένης εργασίας του επιθυμούντος να εργασθεί συγκυρίου με τον άλλον συγκύριο του λεωφορείου, αλλά, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 4 του π.δ. 246/2006, ο πρώτος καταθέτει στο ΚΤΕΛ υπεύθυνη δήλωση για αυτοπρόσωπη οδήγηση του λεωφορείου, μαζί με τα απαιτούμενα πιστοποιητικά ή έγγραφα (ΑΠ 1539/2014).

Κατά τα λοιπά, η συνεργασία μεταξύ των συγκυρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για την κοινωνία δικαιώματος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπεραστικού, κλειστού λεωφορείου δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", στην οποία το έχουν εκμισθώσει. Ότι το εν λόγω όχημα αντικατέστησε το με αριθμό κυκλοφορίας ... λεωφορείο, που ανήκε, επίσης, στη συγκυριότητα των διαδίκων κατά το ίδιο ποσοστό και ήταν ενταγμένο και εκμισθωμένο στο παραπάνω ΚΤΕΛ. Ότι προκειμένου αυτοί να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από τη συνεκμετάλλευση του κοινού λεωφορείου, συνυπέγραψαν στα Χανιά, ήδη από την απόκτηση του πρώτου οχήματος, το από 20-11-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινωνίας με την επωνυμία "...", ορίζοντας ως εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο.

Ότι στη συνέχεια προέβησαν σε έναρξη εργασιών, με κύρια δραστηριότητα τη διενέργεια τακτικών υπεραστικών μεταφορών με λεωφορεία, δηλώνοντας τούτο στην αρμόδια φορολογική αρχή. Ότι κατόπιν άτυπης, προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, από τότε που περιήλθε στη συγκυριότητά του το αρχικό, επίκοινο λεωφορείο (20-11-2008), αλλά και μετά την αντικατάστασή του από το δεύτερο λεωφορείο (26-2-2009), ανέλαβε αποκλειστικά την οδήγησή του, απασχολούμενος πλήρως και καθ’ όλες τις ημέρες του μήνα με την εκτέλεση των προγραμματισμένων από την ως άνω ΚΤΕΛ ΑΕ δρομολογίων.

Ότι για την απασχόλησή του αυτή λάμβανε μηνιαίες αποδοχές, που προσδιορίζονταν βάσει των οικείων ΣΣΕ και ΔΑ που ρυθμίζουν τις αποδοχές των οδηγών λεωφορείων των ΚΤΕΛ, καθόσον οι ίδιες θα καταβάλλονταν εάν οι διάδικοι συνιδιοκτήτες είχαν προσλάβει στη θέση του ενάγοντος άλλον οδηγό με τα ίδια προσόντα και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ότι οι αποδοχές αυτές καταβάλλονταν από την ΚΤΕΛ ΑΕ και, κατόπιν, αφαιρούνταν από τις εισπράξεις του λεωφορείου, ως λειτουργικές δαπάνες αυτού, για την ανεύρεση των καθαρών ωφελημάτων, που αποδίδονταν στους διαδίκους ως μίσθωμα του λεωφορείου στο τέλος κάθε τριμηνιαίας διαχειριστικής περιόδου, κατά την αναλογία της μερίδας εκάστου, ήτοι κατ’ ισομοιρία.

Ότι αυτά συνέβαιναν μέχρι την 16-11-2012, οπότε ο εναγόμενος προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τρίτο πρόσωπο και δη τον Ε. Κ., προκειμένου να εργάζεται ως οδηγός του επίκοινου λεωφορείου κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο εκάστου μήνα, γεγονός που δηλώθηκε στην ΚΤΕΛ ΑΕ. Ότι τα προβλήματα στη συνεργασία των διαδίκων είχαν ξεκινήσει νωρίτερα και δη από το Σεπτέμβριο του έτους 2012, οπότε ο εναγόμενος, προκειμένου να μην επιβαρύνεται φορολογικά από τις δαπάνες για την απασχόληση του ενάγοντος ως οδηγού, δοθέντος ότι αυτές δεν εξέπιπταν από τα ακαθάριστα έσοδα της κοινωνίας και, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, αποτελούσαν φορολογητέα ύλη, ανακοίνωσε στον ενάγοντα την πρόθεσή του να απασχοληθεί ο ίδιος ή να προσλάβει έτερο πρόσωπο ως οδηγό του κοινού λεωφορείου για το δεύτερο δεκαπενθήμερο εκάστου μηνός.

Ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό, αποστέλλοντας στον εναγόμενο εξώδικη δήλωση, με ημερομηνία 15-11-2012, με την οποία εξέφρασε την άρνησή του να συμπράξει ή να συναινέσει στην πρόσληψη άλλου ατόμου ως οδηγού. Ότι έκτοτε, ήτοι από την 16-11-2012 και έπειτα, ο ενάγων περιορίστηκε στην οδήγηση του κοινού λεωφορείου κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο εκάστου μηνός, καθώς για το δεύτερο δεκαπενθήμερο ο εναγόμενος προσέλαβε ως οδηγό αρχικά τον προαναφερόμενο και εν συνεχεία άλλα πρόσωπα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έως την 15-4-2015, οπότε αυτός αποχώρησε από την κοινωνία, μεταβιβάζοντας τη μερίδα του στον Κ.

Μ..

5. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ’ έφεση, έκρινε ότι η οδήγηση του παραπάνω επίκοινου λεωφορείου από τον ενάγοντα δεν γινόταν υπό καθεστώς παροχής εξαρτημένης εργασίας προς τον εναγόμενο, όπως διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή, αλλά, αντιθέτως, γινόταν υπό καθεστώς αυτοαπασχόλησης, με την ιδιότητα του ενάγοντος ως συνιδιοκτήτη κοινού πράγματος, στο πλαίσιο σχέσεως κοινωνίας.

Ότι, κατόπιν αυτού, η συμπεριφορά του εναγομένου να προσλάβει τρίτο πρόσωπο, προκειμένου εκείνο, ως μισθωτός, να οδηγεί το λεωφορείο κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, αφού δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση συμβάσεως εργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Και τέλος, ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για σιωπηρή, αλλά άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και εντεύθεν υπερημερία του εναγομένου, ως εργοδότη, με αντίστοιχη υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ενάγοντα τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας. Ύστερα από όλα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κυρία βάση της, που στηριζόταν σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Κατόπιν, απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική βάση της, με την οποία ο ενάγων αξίωνε την καταβολή των ίδιων ποσών, που κατά τους ισχυρισμούς του αντιστοιχούν στις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας και συνιστούν άνευ νομίμου αιτίας ωφέλεια του εναγομένου, διότι σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό στον ενάγοντα για χρονικό διάστημα, κατά το οποίο με την οδήγηση του λεωφορείου δεν είχε απασχοληθεί ο τελευταίος, αλλά τρίτο πρόσωπο.

6. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ως προς τη λειτουργία των ΚΤΕΛ ΑΕ και τη δυνατότητα συνιδιοκτήτη λεωφορείου να αυτοαπασχολείται στην οδήγησή του, καθώς όπως συνάγεται τόσον από τις μνημονευθείσες περί κοινωνίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, όσον και από το άρθρο 4 του π.δ. 246/2006, οι κύριοι και οι συγκύριοι λεωφορείων των ΚΤΕΛ έχουν δικαίωμα να εργάζονται ως οδηγοί σ’ αυτά, χωρίς στην περίπτωση της συγκυριότητας να απαιτείται η σύναψη συμβάσεως εργασίας μεταξύ του επιθυμούντος να εργασθεί συγκυρίου και του άλλου συγκυρίου του λεωφορείου, αλλά να αρκεί η κατάθεση στο ΚΤΕΛ υπεύθυνης δήλωσης για την αυτοπρόσωπη οδήγηση του λεωφορείου.

Έτσι, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, χωρίς κάποια ασάφεια ή αντίφαση, ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά αυτοπρόσωπη απασχόληση του ενάγοντος στο πλαίσιο της σχέσεως κοινωνίας, πράγμα επιτρεπτό κατά τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές και, επιπλέον, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του αναφέρονται με επάρκεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του επί του εν λόγω ουσιώδους ζητήματος.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή, άλλως, αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 38/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ