Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no violation of civil procedure law regarding evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property boundary dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific expert reports and aerial photographs submitted late in the proceedings. The court rejected these claims, ruling that the documents were properly admitted and that the lower court correctly evaluated the evidence presented within the legal timeframe.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, paras. 1, 8, 11(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not fail to consider evidence properly submitted within the legal period, as late submissions do not constitute a procedural violation warranting reversal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 719/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Κανάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα,ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κατηφόρη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-2009 αγωγή και 10-10-2010 ανταγωγή των ήδη αναιρεσείουσας και 1ου αναιρεσίβλητου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2012 ιδίου Δικαστηρίου, 5/2015 Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 9-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Διονυσίας Μπιτζούνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 3ος και 5ος λόγος της αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ αρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".
ΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..." (αρ.1), επίσης: "Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.8). Ακόμη, "Αν το δικαστήριο....δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ.11 εδ.γ’ ), περαιτέρω δε: "Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν ...έχει αιτιολογίες....ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.19) και ωσαύτως: "Αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό" (αρ.20).
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο κρισίμου εγγράφου, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον προειπωθέντα λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των προμνησθέντων άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ, ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων (ο οποίος ως επισπεύδων την συζήτηση έχει κλητεύσει τον απουσιάζοντα πρώτον αναιρεσίβλητο, Δ. Α., όπως προκύπτει απ’ την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη ... /20-8-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λευκάδος Ε. Μ.), με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη, 5/2015, απόφασή του υπέπεσε, στην κατ’ αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό το δεδομένο, ότι παρεβίασε τόσον ερμηνευτικώς, όσο και από πλευράς εφαρμογής τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, υπό την έννοια, ότι:
Η ανταγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως προς την κυρία βάση της περί κτήσεως της κυριότητος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, (σύμβαση διανομής), είναι αόριστη και γιαυτό θα έπρεπε ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, μετά την υπ’ αυτής (αναιρεσείουσας) αμφισβήτηση (με τις προτάσεις) της κυριότητος του αντενάγοντος, ο τελευταίος δεν προέβη στην σχετική συμπλήρωση του τρόπου κτήσεως των αμέσων ή και απωτέρων δικαιοπαρόχων του μέχρις αναγωγής πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος του ακινήτου με ειρμό διαχρονικότητος και την επιβεβλημένη λεπτομερή αναφορά στην άσκηση πράξεων χρησιδεσποτείας, (ενός εκάστου δικαιοπαρόχου), δικαιολογουσών την διά της μεταβιβάσεως του ακινήτου εναλλαγή στην ιδιοκτησιακή σκυτάλη αυτού.
Καθόσον δε αφορά στην επικουρική βάση (της εν θέματι ανταγωγής, όπως η αναιρεσείουσα αιτιάται) περί κτήσεως της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, αυτή (ανταγωγή) είναι επίσης αόριστη, καθόσον δεν προσδιορίζονται με ακριβή διαχρονική αναγωγή οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του αντενάγοντος, ούτως ώστε προσμετρουμένου του χρόνου εκείνων στον ίδιον αυτού χρόνο, να είναι κατ’ αποτέλεσμα επιτεύξιμη η συμπλήρωση της απαιτουμένης (κατά τις προρρηθείσες διατάξεις του ΑΚ) εικοσαετίας.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, δοθέντος ότι το συμπέρασμά της έχει ανεπαρκή στήριξη στις αποδείξεις, τις οποίες έλαβε υπόψιν του και αφορούν στην διαφορετικότητα εν σχέσει προς την έκταση και την εδαφική μορφολογία του ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου στα επίδικα εδαφικά τμήματα, σε αυτό δε των 884,14 τ.μ.
μη προσδιοριζομένης της επ’ αυτού χρησιδεσποτείας ενός εκάστου των δικαιοπαρόχων του με χρονική αντιστοίχιση δι’ έκαστον τούτων, ώστε να είναι δυνατή η συμπλήρωση της εικοσαετίας, κατά τα άνω εκτιθέμενα (διά της προσμετρήσεως και του συνυπολογισμού του χρόνου των δικαιοπαρόχων στην ιδία αυτού νομή χρησικτησίας).
Έτσι, η βαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και το Εφετείο υπέπεσε στην κατ’ αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
V. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της πληττομένης αποφάσεως, έχουν ως ακολούθως: "Με το με αριθ. .../1994 διανεμητήριο συμβόλαιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Σοφίας Τσάκαλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. ...) περιήλθε στον αντενάγοντα ένα ακίνητο εμβαδού 4.399,52 τ.μ.
που ευρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., όπως αυτό περιγράφεται με τα στοιχεία ... στο από Νοέμβριος 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Μ.. Ειδικότερα, συνορεύει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Σ. Α. (Φ., Φ. και Μ. Α.), αγνώστου, Α. Μ., Γ. Φ., αγνώστου και βόρεια με ιδιοκτησία της ενάγουσας - αντεναγομένης.
Με την ιδιοκτησία της τελευταίας διαχωρίζεται με λιθιά, χάνδακα και μονοπάτι, το οποίο διαπλατύνθηκε από την (τότε) Κοινότητα ... με τη συνεισφορά των όμορων ιδιοκτητών και ιδίως του αντενάγοντος κατά μήκος του ακινήτου του". "Η ενάγουσα αρνείται την ύπαρξη μονοπατιού και φυσικού ή τεχνητού ορίου υφιστάμενου μεταξύ του ακινήτου του εναγόμενου αντενάγοντος.
Επικαλείται δε και προσκομίζει τις από Δεκέμβριος2008 και Μάιος 2011 Εκθέσεις φωτοερμηνείας του Αγρ. Τοπογράφου Μηχανικού Δ. Μ.. Στην από Δεκέμβριος 2008 Έκθεση εκτίθενται τα ακόλουθα: Στην αεροφωτογραφία ημερομηνίας λήψεως 13-7-1989 δεν εντοπίζεται υλοποιημένο όριο επί του εδάφους (ξερολιθιά - κατασκευή) που να είναι διακριτή επί της αεροφωτογραφίας.
Το 1989 δεν παρατηρείται δρόμος ή μονοπάτι, που να ξεκινά από τον κεντρικό δρόμο και να διέρχεται στο εσωτερικό του υπό εξέταση ακινήτου. Τα ίδια παρατηρήθηκαν και στην αεροφωτογραφία λήψεως του έτους 1994. Στην έκθεση φωτοερμηνείας από Μάιος 2011 εκτίθενται τα ακόλουθα: 1) στις αεροφωτογραφίες λήψεως 9-9-1992 δεν εντοπίζεται υλοποιημένο όριο επί του εδάφους (ξερολιθιά - κατασκευή) που να είναι διακριτή επί της αεροφωτογραφίας, 2) στις αεροφωτογραφίες λήψεως 13-7-1989 δεν εντοπίζεται φυσικό ή τεχνητό όριο, 3) στις αεροφωτογραφίες λήψεως 1971 το ακίνητο (αναφέρεται στο όμορο ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα με το με αριθ. .../1981 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ...
Αντωνίου Μαλακάση) δεν οριοθετείται περιμετρικά από σαφές διακριτό όριο. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το προαναφερόμενο μονοπάτι που οριοθετεί προς βορά το ακίνητο του αντενάγοντος με το όμορο ακίνητο δεν είναι διακριτό από τις στις αεροφωτογραφίες και δεν εντοπίζεται σ’ αυτές. Πλην όμως το μονοπάτι αυτό (μουλαρόδρομος κατά τους μάρτυρες ήτοι μονοπάτι από το οποίο μπορούσε να περάσει μόνο ζώο) υφίστατο και είχε εισφερθεί από τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων για την εξυπηρέτηση αυτών περί το έτος 1985 η τότε Κοινότητα ...
το διαπλάτυνε με τη συναίνεση των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων μεταξύ των οποίων και ο αντενάγων, προκειμένου να εξυπηρετούνται τα ακίνητά τους με μηχανοκίνητα μέσα. Περαιτέρω το ακίνητο του αντενάγοντος οριοθετείτο και με ξερολιθιά ("σκάλα" κατά την ορολογία των μαρτύρων), η οποία επίσης δεν ήταν διακριτή από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εντός του ακινήτου του αντενάγοντος υφίσταντο ελιές. Σε δύο από αυτές είχε δικαίωμα εμφυτεύσεως, χρήσεως και καρπώσεως η Μ. Φ. συζ. Σ. Φ. ή "Φ.", το οποίο μεταβίβασε άτυπα στο τέκνο της Κ. Φ.. Ο αντενάγων Δ. Α. (ή "Τ." ή "Κ." ή "Α."), ενέμετο το ακίνητο αυτού αυτοπροσώπως ή δια του αντιπροσώπου οιονεί νομέως εμφυτευτού με διάνοια κυρίου για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, αρχικά από το έτος 1950 (χρόνο θανάτου του πατέρα του) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (κατά το έτερο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο έτερος συγκύριος αδελφός αυτού) προσωπικά ή μέσω του αδελφού του που τον αντιπροσώπευε ή μέσω της ανωτέρω οιονεί νομέως εμφυτεύτριας και στη συνέχεια μετά την διανομή (1994) αποκλειστικά ο ίδιος.
Ειδικότερα, φρόντιζε τα ελαιόδεντρα, συνέλεγε τους καρπούς αυτών, το καλλιεργούσε με αγριοκόκι, το οριοθέτησε με ξερολιθιά, το επέβλεπε από επεμβάσεις τρίτων, παρέσχε την άδεια για την διαπλάτυνση του μονοπατιού και παραχώρησε άτυπα τμήμα αυτού για το σκοπό αυτό (διαπλάτυνση).
Συνεπώς, κατέστη κύριος αυτού αφενός μεν ως νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο το ανωτέρω συμβόλαιο διανομής, αφετέρου δε με έκτακτη χρησικτησία αφού το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου (και συγκυρίου κατά το χρονικό διάστημα από το 1950 έως το 1994) για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας (1950 - 2009) προσμετρούμενης και της νομής των δικαιοπαρόχων του.
Με το με αριθ. .../1981 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αντωνίου Μαλακάση, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. ...) ο Ι. Φ. μεταβίβασε στην ενάγουσα - αντεναγόμενη ένα ακίνητο στη θέση "...", που είναι όμορη της θέσης που ευρίσκεται το ακίνητο του αντενάγοντος, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 22.166 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στο από Σεπτέμβριος 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολ.
Μηχανικού Β. Φ.. Με το από Σεπτέμβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Μ., το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα με τον ανωτέρω τίτλο φέρεται να έχει εμβαδόν 19.093,83 τ.μ. Η ενάγουσα δικαιολογεί την απόκλιση αυτή στο γεγονός ότι με το τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάφθηκε στον τίτλο κτήσεως εμβαδομετρήθηκε με τοπογραφική κορδέλα μόνο η καλλιεργήσιμη επιφάνεια του μεταβιβασθέντος ακινήτου, ενώ με το νεώτερο τοπογραφικό εμβαδομετρήθηκε με GPS.
Στο Εθνικό Κτηματολόγιο το ανωτέρω ακίνητο έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ ... και εμβαδόν 17.378 τ.μ. Η ενάγουσα δεν σχολιάζει την απόκλιση αυτή. Με τον προαναφερόμενο τίτλο μεταβιβάσθηκαν στην ενάγουσα και εδαφικά τμήματα των οποίων δεν ήταν κύριος ο πωλητής και συγκεκριμένα ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 184,65 τ.μ. που είχε διαμορφωθεί ως δρόμος μετά από άτυπη παραχώρηση του αντενάγοντος προς εξυπηρέτηση του ακινήτου αυτού και έτερο τμήμα (πέραν του δρόμου) εμβαδού 1.067,67 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται με τα στοιχεία ...
στο από Σεπτέμβριος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Σ. Κ.. Ο πωλητής δεν ήταν κύριος των εδαφικών αυτών τμημάτων, αφού δεν άσκησε πράξεις νομής επ’ αυτών τα οποία ενέμετο ο αντενάγων, όπως αναφέρθηκε.
Συνεπώς, λόγω της ελλείψεως αυτής του πωλητή η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία αυτών παραγώγως με τον ανωτέρω τίτλο. Περαιτέρω, η ενάγουσα, όπως και ο δικαιοπάροχος αυτής δεν άσκησαν πράξεις νομής επ’ αυτού με διάνοια κυρίων, ώστε να καταστούν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων που κατέθεσαν ότι η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος της δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής κάτω από τη λιθιά ("σκάλα") και από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες. Σ’ αυτές, για την ερμηνεία των οποίων ελήφθησαν υπόψη ο τίτλος της ενάγουσας και το από Σεπτεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Μ., στα οποία (τίτλο και τοπογραφικό) περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, σ’ αυτή (έκταση), που προσδιορίζεται ως νότιο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, εντοπίζονται πεζούλες - αναβαθμίδες, παρουσιάζεται ενιαία χρήση και κάλυψη γης από το έτος 1937 και εντοπίζονται δένδρα (πιθανόν ελιές) στις αεροφωτογραφίες των ετών 1989 και 1992.
Συνεπώς, η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος αυτής δεν κατέστησαν κύριοι των ενδίκων εδαφικών τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία. Τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2008 η αντεναγόμενη με σκαπτικό μηχάνημα, αφού κατέστρεψε την ξερολιθιά εισήλθε εντός της ανωτέρω εδαφικής λωρίδος του ακινήτου του αντενάγοντος και ισοπέδωσε αυτό, αφού, εκρίζωσε ελιές και αυτοφυή φυτά, αμφισβητώντας την κυριότητα αυτού επ’ αυτού. Σημειώνεται, ότι με την με αριθ. 18/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που δίκασε επί αντιθέτων αιτήσεων των διαδίκων, η οποία κατέστη τελεσίδικη, ο αντενάγων αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας του εδαφικού τμήματος των 1.245,38 τ.μ. στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το τμήμα, που χρησιμοποιείται ως δρόμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσία και να γίνει δεκτή η ανταγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ανταγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσία και δέχθηκε την κύρια αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών αντενάγων με την ένδικη έφεσή του".
VI. Οι επισκοπηθείσες αυτές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύουν, ότι το Εφετείο διατύπωσε με προσήκοντα ειρμό ιστορικότητος τις επιβεβλημένως επαρκείς αιτιολογίες, επί τη βάσει των οποίων σχηματοποίησε το καταληκτικό του πόρισμα. Αυτό είναι το έρεισμα της απαραίτητης νόμιμης βάσεως επί των προειπωθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς διερμήνευσε και, κατά τα ως άνω, εφήρμοσε. Η (ορθή) ερμηνεία και εφαρμογή αυτών αναδεικνύεται, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται, αδοκίμως όμως, η αναιρεσείουσα, όσον αφορά στα μορφολογικά στοιχεία (εκτάσεως και λοιπά εδαφολογικά) της ταυτότητος του ακινήτου του αντενάγοντος και στην επ’ αυτού του ακινήτου (και) δι’ αναγωγής σε προσήκοντα (παρελθόντα) χρόνο θεμελίωση της κυριότητός του (αντενάγοντος) με τις ανωτέρω, κατά τα ανελέγκτως υπό του Εφετείου δεκτά γενόμενα, αναπτυσσόμενες προϋποθέσεις της (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως.
VII. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στο κατ’ αρθρ.559 αρ.20 ΚΠολΔ σφάλμα, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από Δεκεμβρίου 2008 και Μαΐου 2011 εκθέσεων "φωτοερμηνευτικής Έρευνας ιδιοκτησίας" του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., με βάση τις οποίες προέκυπτε, ότι το επίδικο αποτελεί το νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας της, που στις 11-12-2008 ο πρώτος αναιρεσίβλητος προετοίμασε προς ασφαλτόστρωση και τοποθέτηση πασσάλων (έκθεση του 2008) και ότι ο μοναδικός υφιστάμενος το 1937 δημοτικός αγροτικός δρόμος είναι μόνον αυτός που βρίσκεται στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την αναφερομένη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκεινται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της ερευνωμένης διατάξεως.
VIII. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση, ότι καταλείπονται βασίμως αμφιβολίες κατά πόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψιν την από 14-10-2010 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης" του τοπογράφου μηχανικού Κ. Τ., διαταχθείσα με την .../13-4-2010 παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημ/κών Λευκάδος.
Έτσι, υπέπεσε στην κατ’ αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια. Προσέτι, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ αρθρ.559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν έλαβε υπόψιν, αν και με την προσθήκη των ενώπιον αυτού (Εφετείου) προτάσεών της είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, την ...-12-2012 έκθεση πραγμ/νης του πολιτικού μηχανικού Γ.
Σ., (η οποία είχε διαταχθεί με την 324/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... επί αγωγής της νυν αναιρεσείουσας κατά του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ...), καθώς επίσης τις φερόμενες "Εκθέσεις Πραγματογνωμοσύνης του Δ.Μ.", ως και τις αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ. των ετών 1989 και 1994. Αμφότεροι οι εν θέματι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ειδικότερα: Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ενέχει αβασιμότητα, καθόσον η διαταχθείσα απ’ τον Εισαγγελέα πραγματογνωμοσύνη δεν χρειαζόταν ειδικώς να μνημονευθεί μεταξύ των ληφθέντων υπόψιν αποδεικτικών μέσων, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο κάνει αναφορά στα (επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα) έγγραφα, τα οποία και έλαβε υπόψιν επί τη βάσει της αποδεικτικότητος ενός εκάστου εξ αυτών (είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).
Ωσαύτως, αβάσιμος, όπως προειπώθηκε, είναι και ο πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, αφού η ίδια η αναιρεσείουσα αναδεικνύει την αβασιμότητά του, υπό την έννοια, ότι των εν λόγω εγγράφων η επίκληση και προσκομιδή είχε γίνει οψίμως, ήτοι εκτός του δικονομικού βεληνεκούς λήψεως υπόψιν των (μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντων) εγγράφων, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα ως ηττωμένη η δικαστική δαπάνη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.4 ΚΠολΔ και Δημοτικός Κώδικας, κυρωθείς υπό του ν.3463/06, άρθρ.1 επ., 281 παρ.2), συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 9-3-2015 αίτηση της Α. Σ. περί αναιρέσεως της 5/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600€). Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ